© 2019 by Achilleas and Camilo

«Θεέ μου, κάνει κρύο. Κάνει τόσο πολύ κρύο. Έλα εδώ, μη μου στεναχωριέσαι. Έλα να σε πάρω αγκαλίτσα, να κοιμηθούμε».

Κρατάει το μαξιλάρι σφιχτά, γαντζώνεται πάνω του και με τα δυο χέρια, ξαπλώνει τρέμοντας κάτω από τα σκεπάσματα. Τυλίγει το σώμα του σε εμβρυακή στάση, φυλάγοντας το πο­λύτιμο αντικείμενο σαν να ήταν ο πυρήνας της ύπαρξής του. Και δεν νιώθει στα χέρια του ύφασμα, αλλά ένα μικρό θώρα­κα που ανεβοκατεβαίνει σε γρήγορες ανάσες. Χεράκια πλεγ­μένα στα δικά του. Δαχτυλάκια που βυζαίνουν με λαχτάρα ένα τρυφερό στόμα. Την οσμή από φρεσκολουσμένα μωρου­διακά μαλλιά να γεμίζει τα ρουθούνια του. Κι ας είναι παγω­μένο το στρώμα και τα σεντόνια υγρά, σαν βρεγμένα. Θα κα­ταφέρει να νικήσει το κρύο και απόψε. Οι αναμνήσεις του γί­νονται ζέστη και θαλπωρή και, καθώς περνάει η ώρα, η νύ­στα κάνει τις εικόνες να χάνουν την ευκρίνειά τους και τους ήχους να αντηχούν σαν να έρχονται από άλλους κόσμους. Η βελόνα στο γραμμόφωνο της μνήμης γλιστράει και ξεφεύ­γει από τις προκαθορισμένες τροχιές της και κυλά, ονειρι­κή και ελεύθερη, σε άγνωστα, παράξενα και θαυμαστά μέρη. Και συντροφιά με τους ίσκιους και τα ξέφτια από αυτές τις συγκεχυμένες παραστάσεις, παραδίνεται, βυθίζεται και χάνε­ται στο σκοτάδι κάτω από τις κουβέρτες και τα παπλώματα.

Ξυπνά παγωμένος, ξανά. Με δυσκολία πετάει τα σκεπά­σματα. Το σπίτι είναι κρύο όπως πάντα. Δεν θυμάται πόσους χειμώνες τώρα, και δεν τον νοιάζει. Πλέον οι ένοικοι της πο­λυκατοικίας δεν συζητούν το ενδεχόμενο της θέρμανσης. Το έχουν πάρει απόφαση ότι αυτά είναι πολυτέλειες. Κάπο­τε τουλάχιστον ζεσταινόταν, κι ας μην είχε καθόλου σώματα θέρμανσης στο σπίτι. Το μικρό ημιυπόγειο διαμέρισμα, παρά τη ζοφερή του θέση στα βάθη της πολυκατοικίας, το διάδρο­μο με τα φώτα που δεν δούλευαν ποτέ, τη θλιβερή γειτονία με τον ακάλυπτο χώρο και με τα ποντίκια που ζουν σε αυτόν, είχε ένα αναπάντεχο πλεονέκτημα. Οι τοίχοι του διαπερνιού­νταν από τις σωληνώσεις που διοχέτευαν τη ζέστη στα υπερ­κείμενα διαμερίσματα. Τοποθετημένο δίπλα στον καυστήρα, που τον φανταζόταν πάντα σαν την κρυφή καρδιά της πολυ­κατοικίας, τυλιγμένο από τα ατσάλινα αγγεία της, το θλιβε­ρό του σπίτι κατάφερε, έστω για λίγο, να ζεστάνει δυο ψυχές που ύστερα έγιναν τρεις και έτσι να διώξει προσωρινά τον χειμώνα από την καρδιά του.

Τώρα, τα τριάντα πέντε τετραγωνικά μέτρα είναι μια πα­γωμένη άγνωστη γη, μια ατέλειωτη ερημιά. Και αυτό το πρω­ινό, τα διασχίζει μουδιασμένος και αμήχανος, σαν να τα εξε­ρευνεί για πρώτη φορά. Η υγρασία έχει σχηματίσει δυσοίωνα αραβουργήματα στους τοίχους και στα ταβάνια. Σε σημεία ο σοβάς έχει πέσει και αλλού κομμάτια του ολόκληρα λεί­πουν, αποκαλύπτοντας την ακρωτηριασμένη τοιχοδομή. Η παγωνιά του μπάνιου κάνει τ α ούρα του να βγαίνουν αχνίζο­ντας. Η οσμή του ατμού κατακαθίζει στο πρόσωπο του, στον μαυρισμένο καθρέφτη, στο παράθυρο που βλέπει στον ακά­λυπτο. Εκεί, ένα σκληρό παραλληλόγραμμο από γκρίζο φως παραμονεύει πίσω από την κουρτίνα και κάνει τα μάτια του να διαμαρτύρονται. Την τραβάει απηυδισμένος, σχεδόν αη­διασμένος… και σταματάει την κίνηση στη μέση. Τη ρίχνει πίσω ξανά, απογυμνώνοντας το μουλιασμένο από την υγρα­σία κουρτινόξυλο. Κολλημένα από κάτω του, σαν τσαμπιά από ροζιασμένο μαύρο σταφύλι, τα κουκούλια.

Τα κοιτά σαν υπνωτισμένος. Κρέμονται ακίνητα, σκληρά και άκαμπτα. Παίρνει λίγο χαρτί υγείας και, όχι χωρίς αρ­κετό δισταγμό, αγγίζει ένα. Μοιάζει πετρωμένο, ένα απο­λίθωμα πάνω στο κουρτινόξυλο. Βάζει λίγη ακόμα δύνα­μη και το κουκούλι ξεκολλάει με έναν ξερό ήχο, αφήνοντας έναν μαύρο λεκέ στο ξύλο. Παράξενος λεκές. Αν ένα παι­δί ζωγράφιζε για πρώτη φορά ένα μικρό λουλούδι, έχοντας μόνο μαύρη μπογιά, κάπως έτσι θα ήταν. Το παιδί, ξανά… και τότε, αναπάντεχα, μια αποφυάδα σκέψης, ένας λογι­σμός που δεν πρόλαβε να γίνει συνειδητός, αλλά που από εδώ και στο εξής θα κυοφορείται μέσα του. Πετάει το τυλιγ­μένο στο χαρτί υγείας κουκούλι στα σκουπίδια, μετανιωμέ­νος. Νιώθει ότι δεν έπρεπε εξαρχής να το πειράξει. Επανα­φέρει την κουρτίνα στην αρχική της θέση, προσέχοντας να μη βλάψει τα υπόλοιπα. Κλείνει το φως και τα αφήνει να εκ­κολάψουν το παράξενο περιεχόμενό τους στο φιλτραρισμέ­νο ημίφως και στην υγρασία.

Το βράδυ, κρύβεται κάτω από τα σκεπάσματα, ξανά. Τυ­λίγεται σε ανάκατες κουβέρτες και σεντόνια, κρύβοντας στην αγκαλιά του το λατρεμένο μαξιλάρι. Ο ήχος από το γάργαρο γέλιο, που μόνο σε ένα παιδί μπορεί να ανήκει, τον ηρεμεί. Άτακτοι γδούποι από αβέβαια βηματάκια που τριγυρίζουν στο σπίτι και σκοντάφτουν στις γωνιές και στα λιγοστά έπιπλα, τον αποκοιμίζουν. Πασχίζει να πιστέ­ψει πως αυτό που δεν υπάρχει είναι αυτό που δεν θελήσα­με ποτέ. Πως μπορείς να δώσεις ύπαρξη σε κάτι, αρκεί να το επιθυμήσεις αρκετά.

Η καρδιά της πολυκατοικίας έπαψε να χτυπά πριν τρία χρόνια. Ο καυστήρας έγινε ένα παγωμένο κομμάτι μέταλ­λο. Οι φλέβες του στέρεψαν, στο εσωτερικό τους κολυμπά­ει σκουριά μέσα σε στάσιμο μαύρο νερό. Ύστερα από λίγο, στο μικρό διαμέρισμα που διαπερνούσαν οι σωλήνες, σίγη­σε η καρδιά ενός μικρού παιδιού. Και μαζί της πέθανε για αυτόν ο κόσμος, πέθαναν όλες οι χαρές και τα νοήματά του. Η μάνα του παιδιού δεν άντεξε και έτρεξε να κρυφτεί από τον πόνο της και να γιάνει τις πληγές της. Έμεινε μονάχος, φυλώντας Θερμοπύλες στο κατώφλι της ανάμνησης, εξε­ρευνητής που χαρτογραφεί μια υπόγεια, αρκτική ουτοπία. Διαπιστώνει ότι δεν θυμάται πόσες μέρες έχει να πάει στη δουλειά, δεν θυμάται από πότε έχει να βγει στον έξω κόσμο, που μοιάζει πλέον να βρίσκεται μακριά, πέρα από όσο μπο­ρούν να τον απομονώσουν οι σκονισμένοι τοίχοι. Σε κάθε ευκαιρία, ο κόσμος του θύμιζε αυτό που του λείπει πιο πολύ, μέχρι που τον σιχάθηκε.

Τα κουκούλια, κρυμμένα κάτω από τις πτυχές της κουρ­τίνας του μπάνιου, είναι ακόμα στη θέση τους. Δεν θυμά­ται να τα μέτρησε πιο πριν, αλλά του φαίνονται κάπως πε­ρισσότερα στο μάτι. Προσπαθεί να δει μέσα τους, αλλά το σουφρωμένο σαν πολυκαιρινή σταφίδα τοίχωμα είναι ερμη­τικά κλειστό και αδιαφανές. Τα κοιτά με τις ώρες. Κάποια στιγμή, ανακαλύπτει την ύπαρξη ενός βαθύτερου από κοι­νή περιέργεια συναισθήματος. Υποπτεύεται την παρουσία μιας αυθύπαρκτης έγνοιας. Τι μεταμόρφωση άραγε να συ­ντελείται στο εσωτερικό τους, τι μορφή ζωής, από τα εκα­τομμύρια είδη στον κόσμο, θα μπορούσε να ανθίσει σε ένα τέτοιο τρομερό μέρος;

Στο νεκροταφείο είδε κάποτε ένα λουλούδι, ένα κατά­μαυρο τριαντάφυλλο. Επιστρέφοντας τσακισμένος από την επίσκεψη στην απεχθή ξύλινη κατασκευή που φτιάχτηκε για να θυμίζει μωρουδιακό κρεβατάκι, διαπίστωσε ότι το λουλούδι είχε φυτρώσει μέσα σε έναν τάφο με ξεθωριασμέ­να γράμματα, είχε σπάσει τη μαρμάρινη πλάκα και απλώνο­ντας μεγάλα μαύρα αγκάθια, ορθωνόταν στον ουρανό, βλα­σταίνοντας από εκεί που θα έπρεπε να ήταν το στήθος του νεκρού. Θεώρησε βέβαιο ότι τα αγκάθια αυτά θα φαρμάκω­ναν και θα σκότωναν ακαριαία όποιον τρυπούσαν. Αντιστά­θηκε στον πειρασμό να ξεριζώσει το μαύρο τριαντάφυλλο, να αντικρίσει αυτό που θα ήταν μπλεγμένο στις ρίζες του, να σφίξει τον μίσχο στην παλάμη του. Από τότε δεν ξανα­πήγε στο νεκροταφείο. Από τότε δεν ξαναβγήκε από το σπί­τι. Θα μπορούσαν αυτά τα κουκούλια και τα μυστικά που κυοφορούσαν να είναι μια παρόμοια μορφή ζωής, που ει­σβάλλει και επιβάλλεται εκεί που δεν το περιμένει κανείς, όπως και εκείνο το δηλητηριώδες, απόκοσμο λουλούδι;

Τα εκκολαπτόμενα έντομα, αφού βγουν από το αβγό, κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους, αλλάζουν μορφή. Στη συντριπτική τους πλειονότητα υφίστανται μια ολο­μετάβολη μεταμόρφωση: εκκολάπτεται η σκωληκόμορφη προνύμφη, η κάμπια. Μετά σχηματίζει μια θήκη, ένα κου­κούλι γύρω από τον εαυτό της και μετατρέπεται σε χρυ­σαλλίδα. Τέλος, από τη χρυσαλλίδα εξέρχεται το πλή­ρως αναπτυγμένο έντομο, το ακμαίο. Τα θυμήθηκε από το σχολείο. Έτσι απρόσμενα, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί. Η μεταμόρφωση κάνει τη ζωή να προχωράει. Η με­ταμόρφωση αλλάζει την πραγματικότητα. Ανύπαρκτο εί­ναι αυτό που δεν επιθυμήσαμε αρκετά. Μπορείς να κά­νεις πραγματικό κάτι στο οποίο πιστεύεις ακράδαντα και αγαπάς. Αγάπη είναι η ενέργεια, η ψυχική ενέργεια. Libido βγαίνει από το liebe, που σημαίνει αγαπώ. Οι συνειρμοί ήρθαν έτσι, απρόσμενα, χωρίς να τον ενδιαφέρει να εξη­γήσει το γιατί.

Μέσα στα σκεπάσματα ξανά, ακόμα πιο σφιχτά, ακόμα πιο ζεστά. Το μικρό ανθρωπάκι στο άκουσμα των βημάτων από το διάδρομο τρέχει, ο ήχος των κλειδιών και το άνοιγμα της πόρτας το σπιρουνίζει, η προσμονή του βάζει φτερά και ορμάει, φτάνει στο κατώφλι, τυλίγει τα χέρια γύρω από τις κνήμες του, τον κοιτά με λατρεία, τεντώνεται στις μύτες των ποδιών και ζητάει απεγνωσμένα παιχνίδι και αγκαλιά.

Τα κουκούλια πλήθυναν. Βρήκε κι άλλα, κρυμμένα μέσα στις κουρτίνες της τζαμόπορτας που βγάζει στον ακάλυπτο. Κολλημένα στο ύφασμα σφιχτά, αιώνες πετρωμένα, λες και τα τοποθέτησε εκεί κάποιο αόρατο χέρι πριν από την αυγή του χρόνου. Σήμερα μαγείρεψε και αποφάσισε ότι θα ήταν για τελευταία φορά. Έφαγε ελάχιστα και κράτησε τα υπο­λείμματα για τις υπόλοιπες ημέρες. Θυμήθηκε πως κάπο­τε είχε ένα τηλέφωνο, μια τελευταία επαφή με τον έξω κό­σμο. Συνεπής στη σιωπή της και κάπου ξεχασμένη, η προ­φανής εξήγηση, μια μπαταρία που χρειάζεται φόρτιση, δεν τον ικανοποίησε. Προτίμησε να φανταστεί την τηλεφωνι­κή συσκευή σκεπασμένη με παγωμένη υγρασία, μούχλα και με αυτά τα μικρά, σαν χορταράκια πράγματα, που φυτρώ­νουν σε γλιστερά υποστρώματα. Ίσως μερικά μαύρα κου­κούλια να έβρισκαν εκεί φιλόξενο έδαφος, βυζαίνοντας το λείο πλαστικό.

Λίγες μέρες μετά. Το κουκούλι σχηματίζεται. Οι κουβέρ­τες και τα σεντόνια, ανάκατα σε ένα αξεδιάλυτο σύμπλεγ­μα. Παίρνει το σχήμα του κορμιού του, όπως κείτεται κου­λουριασμένο για ολοένα και περισσότερες ώρες μέσα του. Στο εσωτερικό η ζέστη, τα χνώτα, η αποπνικτική μυρωδιά του σώματος. Το λατρεμένο μαξιλάρι που σφίγγει, νανου­ρίζει και θυμάται το πεθαμένο του παιδί. Το ζεστό οργανι­κό διαμέρισμα, κλεισμένο στην καρδιά του παγωμένου σπι­τιού που παλουκώνεται από σωλήνες που το πλέκουν με τη νεκρή πολυκατοικία, γίνεται ολοένα πιο οικείο, ολοένα και πιο αυτονόητο. Πλέον αναρωτιέται πώς μπορούσε να ζει τόσα χρόνια μακριά του. Η χωρητικότητα του εσωτερικού του αυξάνει διακριτικά αλλά σταθερά –χώρος που περισ­σεύει καθώς αυτός αδυνατίζει. Ήδη, οι αναγκαίες έξοδοι, η λίγων μέτρων πορεία μέχρι την κουζίνα για να τσιμπολογή­σει σαν περιστέρι το μπαγιάτικο φαγητό ή στο μπάνιο για την ανάγκη του, γίνονται ολοένα και πιο σπάνιες, ολοένα και πιο ανεπιθύμητες.

Φαντάζεται πως το σώμα του αλλάζει. Η όψη της χρυ­σαλλίδας είναι ένα μικρό θαύμα, ένα αξεδιάλυτο μυστήριο που η φύση κρύβει επιμελώς. Για αυτό και δεν θα κοιτάξει ποτέ ξανά τον εαυτό του στον καθρέφτη. Για να μη χαλάσει τη μαγεία. Μπορεί να μαντέψει κάποια πράγματα, έμμεσα. Από τα μαλλιά του, που πέφτουν και ντύνουν το κουκού­λι από μέσα, επενδύοντάς το με μια ζεστή, απαλή υφή που του χαϊδεύει το δέρμα. Δέρμα που άλλαξε, λέπτυνε, έγινε σχεδόν διάφανο και ντύθηκε ένα λευκό εύθρυπτο χνούδι. Τα οστά προεξέχουν και πετάγονται, σαν απολήξεις από άκρα εντόμου. Κρέμονται αδέξια από τις πρησμένες αρθρώ­σεις. Τυλίγονται στην τυμπανισμένη από ασιτία κοιλιά. Κά­ποιες λίγες φορές, παράγγειλε φαγητό. Σχεδόν δεν το άγ­γιξε. Εξάλλου η χρυσαλλίδα σε αυτό το στάδιο δεν τρέφε­ται. Περισσότερο το έκανε από συνήθεια, παρά από ανά­γκη.

 

Τα χρήματά του ήταν ανέκαθεν λίγα, αλλά τώρα που δεν έχει πια καμία χρήση για αυτά, όσα και να μένουν, πε­ρισσεύουν. Η τρομαγμένη αντίδραση του διανομέα, όταν μισάνοιξε την πόρτα, τον επιβεβαίωσε για την αποτελεσμα­τικότητα της μεταμόρφωσης. Φαντάστηκε πως κάπως έτσι πρέπει να ήταν και η δική του έκφραση όταν αντίκρισε για πρώτη φορά το μαύρο σαρκοβόρο τριαντάφυλλο. Λίγες μέ­ρες μετά ένας δεύτερος διανομέας, χωρίς να περιμένει για να πληρωθεί, πέταξε το φαγητό στο πάτωμα και ξεχύθη­κε έντρομος στο σκοτάδι του διαδρόμου, απελπισμένος να βγει ξανά στο φως. Ο τρίτος ήταν πιο ψύχραιμος. Κοίταξε αγέρωχος το ημιδιάφανο πλάσμα που κρυβόταν πίσω από την πόρτα με το βλέμμα του ανθρώπου που έχει δει πολλά και που μέλλει να δει ακόμα περισσότερα.

Πρέπει πλέον να προσέχει πού πατάει. Το πάτωμα είναι σπαρμένο με αποικίες από κουκούλια που ωριμάζουν στη σι­ωπή, σαν σταλαγμίτες. Είναι δύσκολο να περπατήσει, το βήμα του είναι αδύναμο και αβέβαιο, η όρασή του θολή. Όμως η αγάπη όλα τα νικάει. Η αγάπη είναι ενέργεια. Θυμίζει στον εαυτό του ότι liebe σημαίνει αγαπώ. Ότι όταν αγαπήσεις αρκε­τά, μπορείς να πλάσεις ξανά την πραγματικότητα.

Το μωρό του έκλαιγε και οι κραυγές του ήταν ένα μα­χαίρι στην καρδιά που στρίβει και στρίβει. Και όμως, ακό­μα και τότε, στις χειρότερες στιγμές του εφιάλτη, υπήρ­χε ομορφιά. Στα δάκρυα που έκαναν τις μακριές βλεφαρί­δες να κολλάνε μεταξύ τους και να φαίνονται ακόμα πιο έντονες, ακόμα πιο αξιαγάπητες. Στο μαλακό κορμάκι που κρεμόταν πάνω του παραδομένο και αναζητούσε τη ζέ­στη που σταδιακά έχανε, βοήθεια και παρηγοριά. Σφίγγει το μαξιλάρι ακόμα πιο σφιχτά. Πιο σφιχτά και πιο σφιχτά. Ένα κομμάτι του ρωτάει «Τι θέλεις;» Ένα άλλο απαντάει «Θέλω πίσω το παιδί μου. Θέλω να είμαι μαζί με το παιδί μου». Ακόμα πιο σφιχτά, ακόμα πιο ζεστά, ακόμα πιο επί­μονα, η στιχομυθία στριφογυρίζει σαν τρυπάνι στη σκέψη. Το σώμα του καταλαμβάνει πλέον ελάχιστο χώρο. Το μα­ξιλάρι φαντάζει αταίριαστα μεγάλο. Το κουκούλι του είναι πιο ευρύχωρο από ποτέ.

Τη νύχτα εκείνη, την πιο κρύα και πιο σκοτεινή από όλες, το κουκούλι άνοιξε. Μακριά, λεπτά πόδια ανατάραξαν μι­κροσκοπικά μαύρα θραύσματα που κάλυπταν κάθε σπιθαμή στο πάτωμα. Η παράξενη μορφή ζωής που ξεπρόβαλε, σά­ρωσε τα σκοτεινά δωμάτια, μετρώντας με αγωνία. Αφότου βεβαιώθηκε ότι όλες οι αναμνήσεις είχαν εκκολαφθεί και ότι καμία δεν θα έμενε πίσω, γέμισε τον χώρο με βουητό φτερών που αντήχησε στους τοίχους. Το κάλεσμά απαντήθηκε. Ένας ακόμη βόμβος, από μεμβρανώδη, νεογέννητα φτερά. Τα δυο νυχτερινά τραγούδια, τόσο διαφορετικά και τόσο ίδια συνά­μα, παντρεύτηκαν, έγιναν ένα. Ο παλμός τους μεταδόθηκε στους διαδρόμους του υπογείου που δονήθηκαν σαν διαπα­σών. Η ζέστη του κλειστού χώρου εκτονώθηκε με έναν ανα­στεναγμό. Για μια και μοναδική στιγμή, η καρδιά της πολυκα­τοικίας χτύπησε όπως παλιά, έστειλε στα διαμερίσματα και στους ναρκωμένους κατοίκους έναν ζωτικό παλμό. Για μια στιγμή μονάκριβη, ένα όνειρο παιδιού, συλλογικό, γέμισε τη νύχτα. Έφερε λίγο από εκείνη την ξεχασμένη ανεμελιά που κράτησε σαν ανάσα, σαν φευγαλέο χαμόγελο που πλανήθη­κε στα κοιμισμένα πρόσωπα των ενοίκων και έσβησε ξανά.

Η χρυσαλλίδα έσπασε το τζάμι και βγήκε στον φωταγω­γό. Πετάρισε, και στα φτερά της αποτυπώθηκε το μοτίβο δυο παιδικών ματιών που βλεφαρίζουν. Αιωρήθηκε πάνω από το γκρίζο πάτωμα. Πλεγμένο στα πόδια της, κολλη­μένο στον θώρακά της μετέφερε ένα παρόμοιο, πιο μικρό πλάσμα που τερέτισε ευτυχισμένο. Χωρίς να τους δει ποτέ κανείς, αιωρήθηκαν πάνω από τον ακάλυπτο, ντύνοντας με σκιές τους τοίχους. Ανέβηκαν όλο και πιο ψηλά, αφήνοντας πίσω τους τα πάντα.

Χρυσαλλίδα

του Γιώργου Λαγκώνα