© 2019 by Achilleas and Camilo

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών.

Έμεινε να κοιτάζει το ραδιόφωνο. Λεπτά, ώρες, μέρες, μήνες χαλασμένο· δεν είχε νόημα ο χρόνος. Υπήρχε μόνο για να υπάρχει· σαν κι εκείνη. Ως διακόσμηση στον χώρο· σαν κι εκείνη. Πάνω από το ξύλινο φαγωμένο από τερμίτες τραπεζάκι· κάπως έτσι ήταν κι η ψυχή της φαγωμένη. Η μουσική υπήρχε μέσα της. Όποτε ένιωθε την ανάγκη, έφερνε στο μυαλό της νότες και λόγια και ποίηση.


Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μετς.
Κάνουν ό,τι λάχει.

Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.

Είχε απέναντί της στη γωνία, στην ίδια γωνία όπου έκαναν πάρτι τα βράδια οι κατσαρίδες, τον Αλέκο, να ταξιδεύει στα δικά του ταξίδια. Εισπράξεις μιας ημέρας, σπαταλημένη σε δόσεις υγρής ηρωίνης, σπαταλημένα νιάτα κι ομορφιά κι αξιοπρέπεια. Είχε γίνει πλασιέ τσλεμεντέδων κι ύστερα ονείρων· χωρίς να βρει τη δική του οδό Ονείρων(κι έπειτα το τίποτα). Δεν γνώριζε καμία γλώσσα, μόνο εκείνη του δρόμου και των βρόμικων πεζοδρομίων. Κι εκείνη τον έβλεπε να λιώνει, μια κάποια αίσθηση αγάπης και συμπάθειας την κύκλωνε, όταν εκείνη ήταν καλά, όσο καλά μπορούσε να είναι, και εκείνος δεν ήταν λιώμα, με κλειστά τα μάτια να κοιτάζει ή να νομίζει ότι κοιτάζει μέσα από κάλπικα καλειδοσκόπια.

Έσπαγε το κεφάλι της να θυμηθεί τη γνωριμία της με τον Αλέκο. Πού; Κάπου. Πότε; Ποτέ. Πώς; Κάπως. Η εικόνα του όμως ίδια. Η σκηνή ίδια. Κάθε φορά. Για πόσο καιρό; Αόριστο, ασαφές, νεφελώδες. Τρίξιμο εξώπορτας που θύμιζε ανατριχίλα, λαχανιασμένα βήματα, μυρωδιά αγωνίας, χτύπημα της πόρτας, δύο κοφτά τακ-τακ με τα τρεμάμενα δάκτυλα κάτω από το «ματάκι» της πόρτας, με την αγορασμένη δόση σφιγμένη, με όση δύναμη του είχε απομείνει, ερμητικά κλεισμένη στην αριστερή του χούφτα, τρεις ώρες επαιτεία, τρεις ώρες ιδρώτα, τρεις ώρες αγωνίας, εκείνη μόνο με το βαμβακερό εσώρουχο, χωρίς σουτιέν, με το βαμμένο μοβ, ίσιο, μέχρι το ύψος των ώμων μαλλί της ανακατεμένο άνοιγε την πόρτα διστακτικά, μια χαραμάδα με την καμάρα του αριστερού της ποδιού να σχηματίζει ορθογώνιο τρίγωνο με την πόρτα και το πάτωμα. Κυκλοφορούσαν διάφοροι περίεργοι, σαλεμένα μυαλά, ανεπαρκείς ψυχές, έτοιμοι για το κακό ή το καλό. Δεν ήθελε τίποτα από τα δύο. Ήταν εξίσου επικίνδυνα. Τα μεγάλα μαύρα λυπημένα μάτια του ξεκλείδωναν κάθε φορά την πόρτα. Αυτά του είχαν μείνει μόνο. Η πρέζα τον είχε λιώσει. Για σεξ, ούτε καν σαν λέξη.   Τι ήταν, φίλοι; Αδέλφια; Μητέρα με γιο; Πατέρας με κόρη; Εραστές;

 

Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό,τι λάχει.

Μπορούσε να ταξιδέψει. Στο παρελθόν. Δεν χρειαζόταν τη χημεία. Έβλεπε την καταστροφή που έφερνε. Πύρινε ρομφαία που έβγαζε μάτια, άγγελος θανάτου υποτονθορύζοντας ένα θανατερό νανούρισμα.   Το έβλεπε στα τρεμάμενα ξεραμένα χείλη του Αλέκου με το βλέμμα στο απόλυτο κενό. Ένα κενό σαν το περίφημο «μεταξύ συρμού και αποβάθρας».

Ένα φιλμ. Καρέ. Κάποια σκοτεινά. Κάποια έχουν πάρει φως. Στις άκρες. Στη μέση. Σημάδι από καύτρα τσιγάρου. Δημοτικό. Πειράγματα. Η πρώτη μέρα που ονοματίστηκε από τη φύση γυναίκα. Στο τέλος της έκτης δημοτικού. Τα πρώτα φλερτ. Ένα φιλί στο μάγουλο. Κι ύστερα μέσα στα δόντια. Τυχαία αγγίγματα. Εξερεύνηση του σώματος. Του δικού της. Του Σπύρου, μια τάξη μεγαλύτερος. Κι ύστερα της Ευδοκίας. Πειραματισμοί, σχεδόν αφορισμοί, ερεθισμένες νευρικές απολήξεις, ένα κόκκινο ποτάμι φουσκωμένο να ξερνάει λάβα, η πρώτη ερωτική επαφή. Πόνος, δάκρυ, μια ροζ κηλίδα αίματος στο βρόμικο σεντόνι, ένα ουφ, ένα γρήγορο τελείωμα από το αρσενικό. Πάει αυτό ήταν. Τόσο απλό, ένας ψεύτικος μύθος, ένα δόγμα, ένα επίπλαστο ηδονικό κρεσέντο.

Φιλίες χωρίς νόημα. Φίλες. Εκμετάλλευση. Αυτόκλητοι σωτήρες. Δεν ήθελε να σωθεί. Δεν είχε ουρλιάξει «σώσε με!» σπάζοντας το κεφάλι της στον τοίχο. Κι ύστερα το φευγιό. Από την επαρχία. Από τα στενά όρια της κωμόπολης. Έτοιμη να ανοίξει τα φτερά της. Ήταν τσακισμένα, σπασμένα τα φτερά της. Το ήξερε. Μα δεν θα έκανε πίσω. Δεν θα έμενε πίσω. Θα τα άνοιγε κι ας πονούσε αφόρητα, με λυγμούς που είχαν χάσει την φωνή τους και θα πετούσε. Θα προσπαθούσε να πετάξει. Κι ας έπεφτε. Σαν τον Ίκαρο ή σαν τον έκπτωτο άγγελο. Όλα ήταν θέμα οπτικής. Όλα ήταν πτώση. Όχι σαν εκείνη του Καμύ. Εκείνη η πτώση ήταν παιχνιδάκι σε δάκτυλα νάνου του Φελίνι.
 

Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει.

 

Τα πρώτα βήματα στην πρωτεύουσα. Το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος. Ένα μεροκάματο του τρόμου. Νύχτες αξημέρωτες πίσω από μια μπάρα να φτιάχνει ποτά για τον κάθε μαλάκα. Τα πρώτα τατουάζ στα χέρια. Το πρώτο έτος της δραματικής τελειωμένο με έπαινο. Το πρώτο σκουλαρίκι· στον αφαλό. Δεύτερο έτος. Η ίδια κατάσταση. Μικρά καλοκαίρια, ατέλειωτοι χειμώνες, πεσίματα, γλυψίματα, αστυνομία, σπασμένα δόντια πελατών από τους μπράβους. Υπομονή, κι άλλη υπομονή στον σαλιάρη το αφεντικό, με τη μυρωδιά ξεραμένου αίματος να βγαίνει από τα σωθικά του, ένα μπόνους, ένας μικρός φαλλός στο σκοτάδι της τουαλέτας, ένα ψεύτικο «αχ», ένα πραγματικό φτύσιμο αηδίας, μόλις ανέβασε τα βρακιά του. Κι ύστερα η αμοιβή. Κι άλλα λεφτά. Κι άλλα, μέχρι να πληρωθούν τα δίδακτρα του τρίτου έτους. Μέχρι να τον ανακαλύψει η γυναίκα του. Της έριξε το φταίξιμο, όλο. Εκείνη ήταν η πουτάνα, ο δικός της ήταν ο άγιος. Μια πιασμένη στα δίχτυα της φαλλοκρατίας ανόητη. Ένα αιώνιο θύμα.

Τέταρτο έτος: δύσκολο και δύσκολα. Πτυχίο. Χωρίς δουλειά. Φαγητό από τις δομές φιλοξενίας. Ένα διαμέρισμα. Εξάρχεια. Ένα φίλος που ήθελε να γίνει εραστής, αλλά στην πορεία κάηκε από την κόκα, της έδωσε τα κλειδιά. «Δικά σου» της είπε. «Μαζί με την καρδιά μου» ήθελε να συμπληρώσει. Νίκησε η σιωπή. Πάντα νικάει η σιωπή. Ανακούφιση.

Το πρώτο πεζοδρόμιο. Όχι κάθε βράδυ. Όχι πάνω από δύο φορές. όχι στην ίδια πιάτσα. Προσπαθεί να ράψει πάνω της την αξιοπρέπεια. Μάταια. Οι πελάτες είναι ειδικοί στο ξήλωμα. Κτήνη. Δεν έχει άλλο δρόμο, έχει κουραστεί να ψάχνει. Μια κίνηση σαν να θέλει να σκουπίσει τα δάκρυά της. Δεν υπάρχουν, έχουν στερέψει.


Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
 Οι φίλοι μου.

Κοιτάζει τον Αλέκο, δεν αναπνέει. Δεν έχει σφυγμό, έχει ξεκινήσει για το ταξίδι χωρίς επιστροφή, να βρει τους φίλους του, τα μαύρα πουλιά. Καρφώνει το βλέμμα στο τηλέφωνο. Περιμένει να χτυπήσει. Ένα χρόνο τώρα.  Ένας ρόλος,  μια κερδισμένη οντισιόν. Περιμένει. Σαν τον Χένρι Μίλλερ, σαν τον Τσαρλς Μπουκόβσκι, σαν τον Ρέιμοντ Κάρβερ. Περιμένει. Θα περιμένει. Αέναα. Μέχρι το τέλος του κόσμου. Μέχρι το τέλος του δικού της κόσμου.

 

Ποίημα [Εμένα οι φίλοι μου…]Κατερίνα Γώγου, Τρία κλικ αριστερά (1978)

Χωρίς όνομα

του Άγγελου Χαριάτη