Ζω μια πόλη αποπροσανατολισμένη

που έχει πόρτες στον νότο και λιμάνι στον βορρά,

τονίζω το [ή] ανάμεσα σε λέξεις αλλά εννοώ το [και]

για να μην επιλέξω από την σημασία τους.

Δεν θέλω να μου λείπει καμία λέξη,

ποθώ να επαναλαμβάνω με την φωνή μου

πότε την ανατολή και πότε την δύση.

Μαντεύω τον καιρό  περιμένοντας

ο ήλιος να σηκωθεί ψηλά

και ζωγραφίζω την οθόνη του υπολογιστή

μόνο με φως.

Συννεφιάζει κι έχουν πέραση οι θάνατοι

και οι θλιβερές επέτειοι

λες και κάποιος ανέβασε κόλλυβα στο διαδίκτυο.

Αδιαφορούν για εμένα οι νέοι ,

οι καλημέρες που θα λέγαμε φύγανε από την γειτονιά

και τρέφω αισθήματα μιας σφίγγας που δίνει απαντήσεις,

όταν την διεγείρει ο φόβος

πως θα χρειαστεί να απουσιάσει από την ρουτίνα. 

Τα βιβλία εδώ κυκλοφορούν πάντα άνοιξη

και μιλάνε για ότι συνέβαινε πέρυσι

τις ίδιες μέρες, τα λουλούδια είναι πιο πολλά

από όσα τα βιβλία χωράνε,

σαπίζουν στις σελίδες κλεισμένα,

είναι επίκαιρα κι επικυρωμένα

μόνο γι αυτή την εποχή.

Συγκρίνουμε τα πλοία που έρχονται μεταξύ τους

για να περνάνε ανάμεσα απ’ τις πέτρες μόνο τα μεγαλύτερα

με τους τουρίστες να χαιρετάνε από τα μπαλκόνια

και ν’ αφήνουν περιστέρια στον ουρανό.

Περιστέρια σαρκοφάγα που πέφτουν σμήνη

πάνω στο κεφάλι, στους ώμους και τρώνε σάρκα

μέσα από τις παλάμες μου, χαράσσοντας τες

και σκληραίνοντας τες.

Ξέρω γιατί γίνεται αυτό, για να αποκτήσω χέρια γεωργού,

αγωγιάτη καραγωγέα, στην καλύτερη περίπτωση

οικοδόμου, που δεν πείθει η γραφή του,

να μου διαβάσουν μοίρα τραγική,

να μην αγγίξω το αύριο έξω απ’ αυτή την φυλακή.

Να χαράξω με τα χέρια, άλλων τα χέρια.

Χέρια

του Νικόλα Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo