Εδώ και κάμποσες μέρες του έχει καρφωθεί αυτή η τρελή ιδέα. Έχει σφηνώσει στο κεφάλι του και δεν λέει να ξεκολλήσει. Και μάλιστα έχει αρχίσει να προσαρμόζει όλη του τη ζωή στα νέα της δεδομένα.

Μέχρι πριν από 10 μέρες δεν τον γνώριζα καν. Έμενε στο διπλανό μου διαμέρισμα και δεν τον είχα δει ποτέ. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση.

Και ξαφνικά ένα απόγευμα γύρω στις 7, την ώρα που είχα βάλει στο μάτι τον ελληνικό μου καφέ, άκουσα από το παράθυρο της κουζίνας μια φωνή να γκαρίζει και να ξαναγκαρίζει «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο», «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο», «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο».

Έβγαλα το κεφάλι μου από το παράθυρο και τον είδα. Κοκκαλιάρης με κάτι χέρια γεμάτα φλέβες, μια φαλάκρα-μπιφτέκι με κάτι ξανθές τούφες να πετάγονται δεξιά και αριστερά και κάτι φαβορίτες να φτάνουν μέχρι το σαγόνι. Φορούσε μία πιτζάμα με τη φάτσα του Οβελίξ και ένα σώβρακο με τον Τουίτι. Έκοβε βόλτες στο μπαλκόνι του και επαναλάμβανε μία αργά και μία γρήγορα «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο».

Την ώρα που σκεφτόμουν πως ήταν κάπως οξύμωρο, ένας τόσο κοκκαλιάρης τύπος να έχει αγοράσει μια πιτζάμα με τον Οβελίξ, άκουσα τον καφέ να χύνεται. Ενώ, όσο πήγαινα να σώσω τον καφέ από το μάτι και την κουζίνα μου από τη φωτιά σκέφτηκα πως, τελικά μάλλον η πιτζάμα θα ήταν δώρο από την μαμά του που θα ήθελε σίγουρα να τον παχύνει.

Έσβησα το μάτι, έχυσα τον υπόλοιπο καφέ στην αγαπημένη μου κούπα με τον πύργο του Άιφελ και ξέχασα εντελώς τον κοκκαλιάρη, ο οποίος στο μεταξύ είχε σταματήσει να γκαρίζει.

Έσυρα τα πόδια μου μέχρι το σαλόνι μου, άραξα στον καναπέ, άπλωσα τα πόδια μου στο τραπεζάκι και άνοιξα την τηλεόραση.  Και τότε, ξαφνικά, μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Αν κάτι δεν αντέχω είναι οι επαναλήψεις από κάτι παλιά χαζά σήριαλ και ο καφές χωρίς τη σωστή ποσότητα ζάχαρης. Κι εκείνο το απόγευμα, ακριβώς στις 7 και 10 η ώρα, η τηλεόραση έδειχνε μια ξανθιά με φουσκωτά μπράτσα κι έναν γκριζομάλλη με μαύρο πουκάμισο να φιλιούνται. Σήμα κατατεθέν ότι είχαν ξαναβάλει σε επανάληψη εκείνο το σήριαλ που έβλεπα στη Δευτέρα Δημοτικού. Ενώ, από την πρώτη κιόλας γουλιά καφέ συνειδητοποίησα ότι οι αγριογκαρίδες του γείτονα με είχαν αποσυντονίσει, με αποτέλεσμα να βάλω την διπλάσια ποσότητα ζάχαρης στο μπρίκι.

Την ώρα που ξαναέσερνα τα πόδια μου στην κουζίνα για να ξαναφτιάξω καφέ, άκουσα το κουδούνι της πόρτας να χτυπάει. Εγώ, η κούπα με τον πύργο του Άιφελ και ο αηδιαστικά γλυκός καφές μέσα της, κάναμε μεταβολή, κατευθυνθήκαμε προς την πόρτα και -με τα μάτια μας μισόκλειστα από την έλλειψη καφεΐνης- την ανοίξαμε.

«Καλησπέρα σας. Συγγνώμη για την ενόχληση. Βρίσκομαι σε απελπιστική κατάσταση. Ολόκληρη η ζωή μου έχει αλλάξει. Προσπαθώ μετά μανίας να φτιάξω τη φωνή μου. Έχω περάσει ολόκληρο το απόγευμα κάνοντας ασκήσεις ορθοφωνίας. Ξέρετε, «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο», «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο», «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο». Αλλά, μόλις με πληροφόρησε το γκουγκλ πως οι ασκήσεις αυτές, όσο επιμελής και αν είναι κανείς -κι εγώ σας διαβεβαιώ πως διακρίνομαι για την επιμέλεια μου- δεν επαρκούν για να χτίσεις μια σωστή φωνή. Μια φωνή που, εν πάση περιπτώσει, θα είναι η ιδανική φωνή για έναν ραδιοφωνικό παραγωγό. Αλλά, χρειάζεται παράλληλα –μαζί με τις ασκήσεις δηλαδή- και η σωστή διατροφή. Και το  παν, σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι να αποφεύγεις την καφεΐνη. Αλλά, έλα που εγώ, αν δεν πιω ένα καφεδάκι ελληνικό κάθε απόγευμα στις 7 ακριβώς δεν μπορώ να ξυπνήσω. Και, εν πάση περιπτώσει, αποφάσισα πολύ διστακτικά να σας ενοχλήσω γιατί δεν διαθέτω ελληνικό ντεκαφεινέ. Έχετε, λοιπόν, μήπως, ελληνικό ντεκαφεινέ; Η ζωή μου, ξέρετε, έχει αλλάξει ξαφνικά. Και θα πρέπει πάση θυσία να συνεχίσω τις ασκήσεις ορθοφωνίας. Ξέρετε, τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο», «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο», «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο.»  

Ο κοκκαλιάρης μίλαγε και μίλαγε και μίλαγε και δεν έλεγε να σταματήσει. Είχε βγάλει την πιτζάμα με τον Οβελίξ και είχε βάλει ένα αμάνικο φανελάκι με τον Αστερίξ. Και πάνω από το σώβρακο με τον Τουίτι φόραγε ένα γκρι σορτς με κάτι ρίγες σαν Αντίντας. Αλλά όσο κι αν έψαξα για το σηματάκι της μάρκας δεν το είδα πουθενά.

Την ώρα που μου μίλαγε, εγώ κοιτούσα την κούπα με τον πύργο του Άιφελ και σκεφτόμουν πόσο υπέροχα θα ήταν να έπινα τώρα ένα grand café στη Μονμάρτη. Μόλις έφευγε ο κοκκαλιάρης, θα έπαιρνα τηλέφωνο τη φίλη μου την Μαρίζ που ήταν από το Παρίσι, αλλά έμενε στα Πετράλωνα, να τη ρωτήσω αν από την Μονμάρτη, φαίνεται ο πύργος του Άιφελ.

«Λοιπόν έχετε;» Είπε ο κοκκαλιάρης

«Να, έχω τι;» Απάντησα με τα μάτια να ατενίζουν τα στενοσόκακα του Παρισιού. Μόλις έφευγε ο κοκκαλιάρης, θα έπαιρνα τηλέφωνο τη φίλη μου την Μαρίζ που ήταν από το Παρίσι, αλλά έμενε στα Πετράλωνα, να τη ρωτήσω αν το Παρίσι έχει στενοσόκακα.

«Ελληνικό καφέ ντεκαφεινέ.»

«Ντεκαφεινέ όχι, αλλά αν θέλετε μπορώ να σας κεράσω έναν κανονικό ελληνικό με το καϊμάκι του και τα όλα του». Σκέφτηκα πως ήμουνα γαϊδούρι που όσο μου μίλαγε και μου εξιστορούσε την -μάλλον τραγική- ιστορία του, εγώ ταξίδευα στο Παρίσι. Κι επειδή, εγώ, να ξέρετε, δεν είμαι γαϊδούρι (απλώς λατρεύω τα ταξίδια), αποφάσισα πως η ιδανική κίνηση καλής γειτονίας, θα ήταν να κεράσω τον κοκκαλιάρη έναν καφέ.

Ο κοκκαλιάρης μπήκε μέσα και τότε ξαφνικά συνειδητοποίησα πως ήταν ίδιος με τον Αστερίξ στην πιτζάμα του, απλώς με λίγο λιγότερα μαλλιά. Κι εγώ που δεν είχα δει κανέναν ποτέ να μοιάζει τόσο με τον Αστερίξ, άρχισα ξαφνικά να γελάω φωναχτά.

Είμαι γελοίος το παραδέχομαι. Γελάστε με την καρδιά σας. Να εισβάλω απογευματιάτικα σπίτι σας με μια μπλούζα με τον Αστερίξ και ένα σορτσάκι Αντίντας που δεν είναι Αντίντας και να σας ζητάω ελληνικό ντεκαφεινέ. Θα με περάσατε σίγουρα για τρελό. Αλλά ξέρετε ολόκληρη η ζωή μου έχει αλλάξει και θα πρέπει πάση θυσία να συνεχίσω τις ασκήσεις ορθοφωνίας. Αφού δεν έχετε ελληνικό ντεκαφεινέ, θα ήθελα λίγο νερό με λεμόνι. Είναι ξέρετε και αυτό ιδανικό για να χτίσεις κανείς μία σωστή φωνή. Μία φωνή, εν πάση περιπτώσει,  ιδανική για ραδιοφωνικό παραγωγό.

Το γέλιο μου κόπηκε τόσο ξαφνικά όσο μου είχε αρχίσει, σύρθηκα μέχρι την κουζίνα και γύρισα σε δυο λεπτά με το λεμονόνερο. Τον βρήκα να έχει βολευτεί σε μια πλαστική καρέκλα με ξεχαρβαλωμένο χερούλι που είχα απέναντι από τον καναπέ και να ψιθυρίζει «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο», «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο», «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο».

Έχωσε στο στόμα του όλο το νερό με τη μία κάνοντας ,ταυτόχρονα, γαργάρες «Γρρρρρ», «Γρρρρρ». Ενώ, κάτι σάλια με κομματάκια λεμόνι τρέχανε πάνω στην πιτζάμα και προσγειωθήκανε πάνω στις παλάμες του Αστερίξ.

«Ααα γεια στα χέρια σας. Στην πρώτη μου ραδιοφωνική εκπομπή θα σας ευχαριστήσω εγκάρδια. «Τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο». Ευχαριστώ τον γείτονα και εξαίρετο φίλο ,κύριο τάδε, που φρόντισε την φωνή μου, όταν αυτή τον είχε ανάγκη.»

«Ώστε είστε ραδιοφωνικός παραγωγός;» Έβρισκα τον κοκκαλιάρη τρομερά βαρετό, αλλά έλα που είχε μπαστακωθεί και δεν έλεγε να σηκωθεί.

«Δεν είμαι. Ακόμα. Αλλά ξέρετε, η ζωή μου έχει αλλάξει εντελώς ξαφνικά. Και ναι, ναι, σίγουρα -πολύ σύντομα- θα είμαι ραδιοφωνικός παραγωγός. Θα έχω τη δική μου ραδιοφωνική εκπομπή και θα σας ευχαριστώ κάθε μέρα για την φροντίδα, τη στοργή και την αγάπη μου δείχνετε.»

«Ω, είστε πολύ ευγενής, ένα λεμονόνερο σας έδωσα μόνο.»

Ένα λεμονόνερο για σας, ένα νέκταρ για την φωνή μου.

Ξαφνικά κατάλαβα ότι ο γείτονας που έμοιαζε με τον Αστερίξ ήταν μια ευγενική ψυχούλα και αποφάσισα να αποφύγω για την ώρα τα νοερά ταξίδια στο Παρίσι και να επικεντρωθώ στην λαμπρή του σταδιοδρομία.

«Στο Βόλο, ξέρετε, υπάρχει ο καλύτερος ραδιοφωνικός σταθμός αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Νόβα fm, 100,6. Όχι, δοκιμάστε αυτή τη στιγμή να βάλετε Νόβα fm και πείτε μου πόσα τραγούδια απ’ αυτά που παίζει τα ξέρετε. Και δοκιμάστε να κάνετε και Σαζαμ. Αχ, Νόβα φμ. Και Σαζαμ να κάνετε, λοιπόν, τζίφος. Πάνω από τα μισά κομμάτια είναι ένα μυστήριο ακόμα και για το Σαζάμ. Τι μυστήριο, όμως, ε; Μα-γευ-τι-κο. Σε παρασύρει σε άλλες ηπείρους, σε άλλες χώρες, πόλεις. Πίνεις το grand café σου στην Μονμάρτη, βολτάρεις στα στενοσόκακα του Παρισιού.

Είχα, ξέρετε, κιόλας αρχίσει, εδώ και δύο ημέρες να φτιάχνω τις βαλίτσες μου για να μετακομίσω στο Βόλο. Είχα αποφασίσει να χτυπήσω την πόρτα και να τους ικετέψω να μου δώσουν μία εκπομπή. Είχα, μάλιστα, απομνημονεύσει και 22 κομμάτια που –καρατσεκαρισμένο- δεν υπήρχαν πουθενά στο Σαζάμ, αλλά μόνο σε κάτι ψαγμένες λίστες στο Youtube. Τότε, ξαφνικά, συνειδητοποίησα πως ήμουν ψευδός. Και πως αν δεν έφτιαχνα την φωνή μου, δεν θα μου επέτρεπαν επ’ ουδενί να κάνω την εκπομπή μου. Και η μετακόμιση μου θα πήγαινε στράφι.

Το ίδιο βράδυ γύρισε σπίτι  το κορίτσι μου από τη δουλειά και μου χαμογέλασε. Το κορίτσι μου, ξέρετε, είναι, γενικά, θλιμμένο. Ειδικά, όταν χαμογελάει, αυτό σημαίνει καλά νέα.»

«Αγάπη μου, σου έχω καλά νέα. Βρήκα χώρο για την ομάδα μου. Πρώτος όροφος, μπαλκονάρα με θέα τη θάλασσα.»

«Το κορίτσι μου είναι συγγραφέας. Φοβερή. Άλλο να σας το λέω και άλλο να τη διαβάσετε.

Το κορίτσι μου είναι από την Καλαμάτα, αλλά λατρεύει το Νόβα φμ και την μυρωδιά της θάλασσας στην παραλία του Βόλου, που είναι εντελώς διαφορετική από την μυρωδιά της θάλασσας στην παραλία της Καλαμάτας.»

Είχαμε κιόλας αρχίσει, εδώ και δύο ημέρες, να φτιάχνουμε τις βαλίτσες μας για να μετακομίσουμε στο Βόλο. Το κορίτσι μου είχε αποφασίσει να βρει 5-10 συγγραφείς Βολιώτες και να τους μαζεύει κάθε Κυριακή μεσημέρι σε ένα σπίτι με θέα τη θάλασσα, να γράφουν και να διαβάζουν τα κείμενα τους. Θα τους έφτιαχνε μηλόπιτα με κανταΐφι που την κάνει μούρλια –μόνο που καμιά φορά της πέφτει παραπάνω σιρόπι και τότε τα φύλλα δεν κάνουν τόσο κρίτσι κρίτσι όσο θα έπρεπε- θα τρώγανε, και με σιρόπια και κομμάτια μήλο και φιστίκι στο στόμα θα διαβάζανε και θα χαμογελούσανε. 

Τότε, ξαφνικά, συνειδητοποίησα πως ήμουν ψευδός. Και πως αν δεν έφτιαχνα την φωνή μου, δεν θα μου επέτρεπαν επ’ ουδενί να κάνω την εκπομπή μου. Και η μετακόμιση μας θα πήγαινε στράφι. Εγώ, θα ήμουν άνεργος και το κορίτσι μου θα αναγκαζόταν να χρεώνει τους συγγραφείς για την κυριακάτικη παρουσία τους στο μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα. Και να εξαφανίσει ,έτσι, κάθε πιθανότητα μιας καλλιτεχνικής συνεργασίας βασισμένης στο πνεύμα της αγνής καλλιτεχνικής αλληλεγγύης. Ενώ, σίγουρα θα αναγκαζόταν και να μειώσει την ποσότητα της μηλόπιτας, με αποτέλεσμα να μην μένει παρά ένα τόσο δα κομματάκι μηλόπιτας για τον καθένα.

Τότε, ξαφνικά, συνειδητοποίησα πως ήμουν ψευδός. Και πως αν δεν έφτιαχνα την φωνή μου, δεν θα μου επέτρεπαν επ’ ουδενί να κάνω την εκπομπή μου. Και η μετακόμιση μου θα πήγαινε στράφι.

Εδώ, και δέκα ακριβώς ημέρες, ο κοκκαλιάρης έρχεται κάθε απόγευμα στο σαλόνι μου με την πιτζάμα Αστερίξ και το σορτσάκι Αντίντας που δεν είναι Αντίντας, κάθεται στην πλαστική καρέκλα με το ξεχαρβαλωμένο χερούλι και πίνει ένα ποτήρι λεμονόνερο.

Δεν μου ξαναμίλησε ποτέ για την επικείμενη μετακόμιση του στο Βόλο. Αντίθετα, μόλις πίνει το νερό του, ανοίγει το στόμα του και επαναλαμβάνει ακριβώς δέκα φορές «τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο». Μετά φεύγει και εγώ παίρνω τηλέφωνο την φίλη μου την Μαρίζ που είναι από το Παρίσι, αλλά μένει στα Πετράλωνα. Στη Μονμάρτη, ξέρετε, πολύ δύσκολα βλέπεις Πύργο του Άιφελ, αλλά το Παρίσι είναι, τελικά γεμάτο στενοσόκακα.

Ο κοκκαλιάρης, κάθε μέρα μοιάζει όλο και πιο γερασμένος, με αποτέλεσμα να μοιάζει πλέον με τον παππού του Αστερίξ και όχι με τον ίδιο τον σφριγηλό και δυναμικό Αστερίξ.

Χθες, μάλιστα, την ώρα που έκανε τις ασκήσεις ορθοφωνίας του, η ψυχή μου γέμισε θλίψη για το αναπόφευκτο γήρας και τις ρυτίδες στη φάτσα του κοκκαλιάρη που αυξάνονταν μέρα με τη μέρα.

Έχω πια αποφασίσει να κλείσω εισιτήρια για το Παρίσι. Η φίλη μου η Μαρίζ που είναι από το Παρίσι, αλλά μένει στα Πετράλωνα, μου είπε πως ο Ιούνιος είναι ο καλύτερος μήνας για να επισκεφτείς την πόλη του φωτός.

Τρία τριζόνια τρέχουν στον ήλιο

Της Σοφίας Γουργουλιάνη

© 2019 by Achilleas and Camilo