Στο μυαλό μου φτιάχνω σενάρια και τους δίνω ζωή, δημιουργώ ήρωες και κομπάρσους , παίρνω ένα ρόλο και αρχίζω να υποκρίνομαι την αλήθεια μου.

Ρίχνομαι στην σκηνή, το πάτωμα τρίζει.

 Στο πρώτο δωμάτιο βρίσκω ένα παράθυρο μεγάλο, μια βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία και αντικείμενα σκονισμένα, ένα τοίχο με φωτογραφίες από παλιές αναβάσεις, όλα έργα του παρελθόντος. Περνάω στο διπλανό δωμάτιο, ένα διπλό κρεβάτι κι ένα κομονδίνο με ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα και στρώματα ανάκατα. Πιο δίπλα ακόμα, ένα δωμάτιο άδειο, με παραθυρόφυλλα κλειστά να μυρίζει εγκατάλειψη. Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω σε ένα κήπο με παχύ πράσινο γρασίδι να το καλύπτει ένα στρώμα παγωμένης πάχνης που θρυμματίζεται. Γυρίζω το κεφάλι μου προς την σκηνή, αλλά έχει εξαφανιστεί.

Πιο πέρα βλέπω τον πατέρα μου να κοιμάται όπως συνήθιζε, με το αριστερό του χέρι πίσω από το κεφάλι, ανάλαφρος. Δεν σάλεψα για να μην τον ξυπνήσω, όπως έκανα μικρός και πήγαινα στην πίσω μεριά του κήπου να μείνω μόνος. Είδα την μητέρα μου, όρθια κάτω από την κλαίουσα να μαζεύει τα φύλλα, σχηματίζοντας έναν λόφο από πεθαμένα όνειρα. Είχε το κεφάλι της σκυφτό και δεν μιλούσε, μήτε τραγουδούσε, η μόνη μουσική ήτανε η ρυθμική κίνηση των χεριών της και ο θόρυβος των ξεραμένων φύλλων πάνω στις πλάκες.

 

Έκλεισα τα μάτια μου γιατί δεν άντεχα άλλο, η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει ανεξέλεγκτα. Ήθελα να βγάλω μια κραυγή αλλά δεν είχα φωνή, άρχισε ο χώρος γύρω μου να γυρίζει, να γυρίζει όλο και πιο γρήγορα, ώσπου έπεσα. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, όλα είχανε χαθεί, μονάχα μια απέραντη θάλασσα έστελνε τα κύματα της στα πόδια μου.

Διέσχισα την παχιά αμμουδιά της που έκαιγε και ο κυματισμός της με συνεπήρε ολάκερο κι άρχισα να κολυμπάω στα καταγάλανα νερά της έχοντας μπρος μου την Ανατολή να ξεπροβάλει πίσω από κορφές άγνωστων νησιών. Τα βράχια ήταν κατάλευκα, τα κύματα αφρίζανε, ανθρώπινες οπτασίες αγναντεύανε το απέραντο, κι εγώ ξαπλωμένος με τα στήθη μου αντίκρυ στον ήλιο, ένοιωθα τον δροσερό άνεμο στο κορμί και στην ψυχή μου.

Όταν σηκώθηκα βρέθηκα στη σκηνή. Τα βήματα μου και πάλι τρίζανε πάνω στο ξύλινο δάπεδο της. Είχε βραδιάσει. Ανοίγω το φως και μπαίνω στο πρώτο δωμάτιο. Εκεί με περίμενε, μπρος στο μεγάλο παράθυρο, με ένα χαμόγελο γλυκό, ήρεμη κι αποφασισμένη. Κοιταζοντας την θύελλα που μόλις ξέσπασε, μείναμε αγκαλιασμένοι. Η νύχτα φωτίζονταν από άξαφνες αστραπές, ο κρότος τους μας δημιουργούσε ρίγος, αλλά εμείς, αγκαλιασμένοι σφιχτά κι ασάλευτοι πάντα στην ίδια θέση, με τα πρόσωπά μας κολλημένα έτσι που νοιώθαμε ο ένας την αναπνοή του άλλου, ταξιδεύαμε σε μια διάσταση άγνωστη προς εμάς, σφίγγοντας όλο και περισσότερο ο ένας το κορμί του άλλου, μπήγοντας βαθιά τα νύχια στο δέρμα, αφήνοντας τα σημάδια μιας στιγμής, όπως η καταιγίδα στην γη τα δικά της σημάδια.

 

Ξημέρωσε, τα στρώματα ανάκατα, τα βιβλία ριγμένα στο πάτωμα, οι τοίχοι άδειοι, μόνο το κορμί της ολόγυμνο πάλλονταν αργά στο ρυθμό της αναπνοής. Το δωμάτιο μύριζε έρωτα και καπνό από τσιγάρο. Ξάπλωσα δίπλα της κι εκείνη με υποδέχτηκε κρατώντας τα μάτια της κλειστά, υποταγμένη, σε μια ανώτερη αρχή.

 

Μην νομίζετε πως ότι λέω είναι αλήθεια, κατασκευάζω ψέματα για να ζω τις αλήθειες μου, κατασκευάζω σκοτάδια για να βρίσκω το φως μου, μπαίνω σε λαβυρίνθους για να βρίσκω το δρόμο τον πιο κοντινό, για αυτό είμαι πάντα στην ώρα μου, μην απελπιστείτε αν χαθώ, απλά δεν υπάρχω στα αλήθεια, ποτέ δεν υπήρξα, τα χνάρια μου είναι από το φως της πανσέληνου και ο ήχος που άφησα ο θόρυβος των δορυφόρων του Δια, κι αν τρελάθηκα, δεν θα το μάθετε ποτέ, μόνο εγώ θα το ξέρω, γιατί μόνο εγώ σας αγάπησα πραγματικά σε τούτο τον κόσμο.

Τούνελ

του Γιώργου Καστανίδη

© 2019 by Achilleas and Camilo