© 2019 by Achilleas and Camilo

Μια φορά κι έναν καιρό, το Φθινόπωρο του 1913, λίγους μήνες μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου που σήμαινε το τέλος του Β’ Βαλκανικού πολέμου, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Α, γνωρίζοντας πως αυτή η ταραχώδης εποχή έφτανε στο τέλος της, μάζεψε τους ποιο πιστούς στρατιώτες του και τους παρέταξε για μια τελευταία φορά στα ανάκτορα του Τατοΐου. Εκείνος στάθηκε στην κεφαλή ντυμένος με στρατιωτική περιβολή και αφού χαιρέτησε κάθε έναν ξεχωριστά, τους ζήτησε να του απευθύνουν μια χάρη. Αυτή θα μπορούσε να αφορά οποιαδήποτε επιθυμία τους: Ένα σπίτι, μια δουλειά ή ακόμη και κάποια γυναίκα.

Οι πονηροί του ζήτησαν μια θέση σε κάποιο δημόσιο αξίωμα, οι πεινασμένοι λύρες, οι ταπεινοί ένα κομμάτι γης και οι ανόητοι να τους παντρέψει. Όμως, σε μια από τις τελευταίες γραμμές της παράταξης, ο Γιάννης Καλογιάννης, ισιώνοντας το μουστάκι του βλοσυρός είχε μιαν άλλη σκέψη στο μυαλό του. Πιθανόν μέσα του γυρόφερνε η τελευταία εικόνα της μάχης της Σντζιρλίτσας, μιας μικρής πεδιάδας έξω από τα Σόφια, σχεδόν 11 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή μέσα από τα σύνορα της Βουλγαρίας, καθώς έστρεφε το άλογο να κοιτάξει για μια και μοναδική φορά πίσω, πριν επιστρέψει στην πατρίδα.

Στις αρχές του καλοκαιριού, ύστερα από τη νίκη του Ελληνικού στρατού στη μάχη της Τζουμαγιάς, οι Βούλγαροι ξεκίνησαν να χάνουν την πρωτοβουλία των κινήσεων. Η 7η μεραρχία επέστρεψε στην Ελλάδα με σκοπό να προελαύσει στην Θράκη ενώ πολλά από τα στρατεύματα, αποδυναμωμένα από τις μάχες και τις κακουχίες, εγκλωβίστηκαν στα εδάφη της Βουλγαρίας. Ο Κωνσταντίνος, υστερα από την δολοφονία του πατέρα του, Γεώργιου του Ά, είχε ριχθεί στον αγώνα διψασμένος και δεν έδειχνε διάθεση οπισθοχώρησης παρότι το τέλος του πολέμου έγινε διαφαινόμενο και οι επιστολές του Ελευθέριου Βενιζέλου για αποδοχή μελλοντικής ανακωχής κατέφθαναν στη σκηνή του. Παρόλα αυτά, και υπό το ιστορικό διακύβευμα να παραδοθεί στα χέρια του η πόλη της Θεσσαλονίκης, αποφασίζει αιφνιδιαστικά να μετακινηθεί νότια υπό την συνοδεία μιας μονάδoς ιππικού, ώστε να ενωθεί με την 3η μεραρχία και να μεταφερθεί μαζί της ως τα σύνορα.

Την δύση της 16ης Ιουλίου το άγημα ανηφορίζει έναν άγνωστο λόφο πίσω από τον οποίο ακούγονται τουφεκισμοί. Οι ανιχνευτές είχαν ενημερώσει τον Κωνσταντίνο πως παρακολουθούνταν από αντάρτες και πως το γρηγορότερο μονοπάτι ανοίγονταν πίσω από εκείνα τα βουνά που περιτρυγίριζαν, σύμφωνα με τον τοπικό χάρτη, την πεδιάδα της Σντζιρλίτσας. Με το ενδεχόμενο οι Βούλγαροι να τους προφτάσουν στο δάσος και η ζωή του Βασιλιά να τεθεί σε κίνδυνο, συμφωνήθηκε πως χρειαζόταν να ενεργήσουν ηρωικά και να διασχίσουν το πεδίο της μάχης. Ύστερα από εισήγηση του αντιστράτηγου Καπετάν Τζανέτου, η έφοδος θα πραγματοποιούνταν καθέτως του μετώπου ώστε να αποφευχθούν οι περιμετρικοί κανιοβολισμοί και θα χρησιμοποιούνταν κυρίως σπάθες ώστε να έχουν το πλεονέκτημα της κοντινής επαφής. Η κίνηση ήταν ριψοκίνδυνη και για να έχει πιθανότητες επιτυχίας θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί άρτια από όλη την μονάδα.

Την ώρα της επίθεσης οι φλόγες βρισκόταν στο ζενίθ τους. Τα άλογα έδειχναν ανήσυχα και οι άντρες τους φορέσαν παροπίδες. Πριν καβαλικεύσουν, όλοι προσευχήθηκαν στα όπλα τους. Την 8η απογευματινή οι τυμπανοφορείς ξεκίνησαν το εμβατήριο και η μονάδα πραγματοποίησε έφοδο. Όλοι ήταν έτοιμοι να πεθάνουν. Ανάμεσα τους κι ο Γιάννης Καλογιάννης, ο οποίος ήλπιζε πως είχε φθάσει επιτέλους η ώρα του να πέσει ένδοξα στην μάχη, εκπλειρώνοντας έτσι το αντρικό χρέος της τιμής του, όμοια με τον πατέρα του, πεσόντα της μάχης των Γιαννιτσών. Όμως, δυστυχώς για εκείνον, η μοίρα είχε διαλέξει να μην τον σκοτώσει με σπάθα αλλά με ένα πολύ πιο επώδυνο όπλο: εκείνο του έρωτα.

Οι άντρες ρίχθηκαν στη μάχη με τέτοια αποφασιστικότητα ώστε πίσω τους άφησαν τόση βαρβαρότητα που κανείς από τους επιζήσαντες δεν θέλησε ποτέ να την περιγράψει με όλες της τις λεπτομέρειες. Όπως ο ίδιος ο Καλογιάννης γράφει, φεύγοντας από το πεδίο της μάχης έστρεψε για λίγο το χαλινάρι του αλόγου του για να κοιτάξει πίσω. Το θέαμα που αντίκρισε ήταν τόσο βιβλικό, που στο βιβλίο του ο ίδιος το περιγράφει ως “μονοπάτι ανάμεσα από ακρωτηριασμένους όμοιο με εκείνο που ο Μωυσής άνοιξε μέσα από τα νερά της Ερυθράς θάλασσας”. Παρόλα αυτά, ο στόχος είχε επιτευχθεί: Η δίοδος του Βασιλιά ξανοίγονταν με ασφάλεια και σύντομα θα μπορούσε να ενωθεί με το υπόλοιπο στράτευμα και να χριστεί επίσημα νικητής και στρατηλάτης του πολέμου.

Λίγους μόλις μήνες αργότερα, εκείνο το ήρεμο πρωινό στο δασόκτημα του Τατοιου, το οποίο σε τίποτα δεν θύμιζε την συμφορά της μάχης, σε αντίθεση με τους περισσότερους παρεβρισκόμενους που έδειχναν εξαιρετικά ήρεμοι, στο μυαλό του Καλογγιάνη τριγυρνούσαν οι κλανγές των όπλων, το κροτάλισμα από τις οπλές των αλόγων και οι κραυγές των λογχισμένων. Ίσως γνωρίζοντας πως η ψυχή του δεν θα κατάφερνε να βρει γαλήνη σε μια κοινή ζωή, αποφάσισε να κάνει την πιο ανιδιοτελή πρόταση που κάποιος είχε κάνει ποτέ στον Βασιλιά: Αντί για χρήματα, γυναίκα ή χωράφια, ζήτησε ένα άλογο και το προνόμιο να τον ακολουθεί παντού. Μια πρόταση που έγινε αποδεκτή την ίδια κιόλας στιγμή και το άλογο του παραδόθηκε άμεσα, υπό το εμβατηριακό σάλπισμα της στρατιωτικής τρομπέρτας.

Τα αστέρια είναι στον ουρανό και τα λουλούδια στη γη. Κι εγώ είμαι κάτω. Πάνω μου ταξιδεύουν σύννεφα. Ήλιοι χρυσοί φωτίζουν τις στράτες μας και οι επόμενοι μας θα αποπνέουν οσμές πάγων.

Οι επόμενοι μήνες κύλισαν γαλήνια για τον ίδιο στα ανάκτορα. Ο Καλογιάννης έχοντας την εμπιστοσύνη του Βασιλιά απολάμβανε το προνόμιο να συζητά μαζί του για θέματα διπλωματίας και τακτικής. Όταν δεν είχε υποχρεώσεις, τον συνόδευε στο κυνήγι ενώ άλλες φορές επέλεγε να περιπλανηθεί μόνος σε κάποιο από τα μονοπάτια του Τατοίου με την συντροφιά ενός βιβλίου. Φαίνεται πως στην πλούσια βιβλιοθήκη του Βασιλικού ανακτόρου ανακάλυψε την μαγεία της λογοτεχνίας και οι λέξεις σταδιακά ξεκίνησαν να ασκούν μια ακαταμάχητη επιρροή επάνω του. Πότε στους κήπους και πότε σε κάποια κορυφή, μόνος ή με το άλογο του, όλο και συχνότερα καθώς ο καιρός περνούσε, έβρισκε συντροφιά στις λέξεις. Και ενώ το διάβασμα αρχικά αποτέλεσε μια διέξοδο στη μοναξιά του, η αναζήτηση μιας πραγματικότητας στην οποία η ζωή λειτουργεί με την ένρυθμη μαεστρία των σπουδαίων ιστοριών, τον έκαναν γρήγορα ακόμη πιο απόμακρο και μόνο.

Μετά την προσωπική επιτυχία του Κωνσταντίνου στον πόλεμο, η οποία του χάρισε τον τίτλο του στρατηλάτη και έστρεψε τα φώτα της Ευρώπης επάνω του, ο Καλογιάννης, ο οποίος τον ακολουθούσε στην πλειονότητα των δεξιόσεων στις οποίες παρεβρίσκονταν, είχε το προνόμιο να κουβεντιάσει με κάποιες από τις πιο εξέχουσες προσωπικότητες της Ευρώπης εκείνον τον καιρό. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, ο Κωνσταντίνος ανάθετε στον Καλογιάννη να γράφει τις απαντητικές επιστολές του παλατιού προς τον τύπο. Πιθανόν, αυτή πρέπει να ήταν και η πρώτη του επαφή με την τέχνη του γραπτού λόγου. Μια τέχνη που πάντως είχε την δυνατότητα να εξασκήσει αρκετά εντατικά μέσα στο έτος, αφού από τα ανάκτωρα εστάλησαν περισσότερες από εξακόσιες απαντητικές συνεντεύξεις σε μεγάλα δημοσιογραφικά πρακτορεία ανά τον κόσμο, αν και αδιευκρύνιστο παραμένει πόσες από τις οποίες έγραψε ο ο Καλογιάννης, ο ίδιος ο Βασιλιάς ή κάποιος άλλος γραμματέας. Είναι πάντως εμφανές πως τόσο το φυσικό κλίμα του Τατοίου όσο και η εκλεπτισμένη καθημερινότητα της αυλής, καταπράιναν τις φρικαλέες παραστάσεις και έδωσαν την δυνατότητα σε ορισμένες βαθύτερες ευαισθησίες να αναπτυχθούν. Πιθανόν, εκείνες ήταν οι πιο ευτυχισμένες ημέρες της ζωής του.

Τα Χριστούγεννα του ’13 ο Κωνσταντίνος θα συναντήσει τον Τσάρο της Ρωσίας Νικόλαο στην Αθήνα για να συζητήσουν την έξαρση του μιλιταρισμού στην Ευρώπη. Παρουσία του Καλογιάννη, πραγματοποιούν την περιήγηση στην Αθήνα και το βράδυ παρακολουθούν την παράσταση του μπαλέτου της Αγίας Πετρούπολης που έχει προσκληθεί στην πόλη για τους εορτασμούς. Στην δεξίωση που ακολουθεί, ο Καλογιάννης γνωρίζει μια από τις ηθοποιούς και την ερωτεύεται. Tο όνομα της παραμένει άγνωστο. Η ζωή του άξαφνα αποκτάει όραμα και μέχρι την πρωτοχρονιά βιώνει για πρώτη φορά ένα πάθος διαφορετικό από εκείνο της μάχης.

Στο εξής, τα βράδυα παρακολουθεί τις παραστάσεις της κι εκείνη τον περιμένει για να περπατήσουν μαζί στους φωταγογημένους δρόμους της Αθήνας. Η νύχτα τους βρίσκει στο πατρικό του σπίτι στο Ζωγράφου. Εκείνος της διηγείται ιστορίες πολέμου κι αυτή φροντίζει τις ανεπούλωτες πληγές του. Ο πόλη γιορτάζει και οι φωταγογημένοι δρόμοι μεγενθύνουν ακόμη περισσότερα τα συναισθήματα τους. Για εκείνη, ο φειδωλός και ακατέργαστος χαρακτήρας του αποτελεί ένα μυστήριο. Αυτός απολαμβάνει την τελειότητα την παρουσία της στις απλές κινήσεις των χεριών της. Οι αντιθέσεις τους τούς χαρίζουν γέλιο και εξιτάρουν τα όνειρα. Καθώς μιλούν, μαθαίνουν λέξεις από τις γλώσσες τους ο ένας στον άλλο. Δεν αναφέρουν σε κανέναν τον ερωτά τους, όμως εκείνη τον προσκαλεί στα παρασκήνια και αυτός στέλνει τριαντάφυλλα που μαζεύει απ’ το παλάτι στο καμαρίνι της. Οι ημέρες κυλούν γρήγορα για το νέο έτος.

Καθώς περπατούν, του υποδεικνύει πως κρατούν σωστά το χέρι μιας κοπέλας στην πόλη της. Η Αθήνα της φαίνεται μικρή και οι άνθρωποι παράξενοι. Από τις διηγήσεις της, η Αγιά Πετρούπολη φαντάζει στα μάτια του βγαλμένη από κάποιο παραμύθι της βιβλιοθήκης του παλατιού. Η καρδιά του ριζώνει στα μάτια και τη ψυχή της. Η λογοτεχνική αρμονία που που απολάμβανε στα αετώματα ενσαρκόνωνεται στην σιωπή του κρεβατιού μετά την ένωση τους. Τις νύχτες μένει ξάγρυπνος και την κοιτά, δίνοντας όρκο στον εαυτό του πως δεν θα αφήσει τίποτα να την βλάψει. Αυτό είναι που ως στρατιώτης ξέρει καλύτερα να κάνει και το μόνο που μπορεί να παρουσιάσει ως ύψιστη προσφορά για εκείνα που αγαπά. Όμως, εκείνη, ποτέ δεν του ζητά κάτι τέτοιο.

Στις 30 του Δεκέμβρη δίνει την τελευταία της παράσταση στην χώρα και το πρωί της παραμονής συναντιούνται στην Ερμού. Εκεί της κάνει δώρο ένα δαχτυλίδι και της προτείνει να τον παντρευτεί. Αυτή ξεσπά σε γέλια και αρνείται. Ο Καλογιάννης, που σχεδόν έναν χρόνο πριν ήταν έτοιμος να θυσιάσει την ζωή του στη μάχη, χάνει τον αυτοσεβασμό του και πέφτει σε ακρότητες αυτολύπησης. Του ζητά να φύγει και του λέει πως αν την αγαπά, θα πρέπει να την ξεχάσει γρήγορα. Μέσα στο ίδιο απόγευμα, αναχωρεί για την Ρωσία. Ο έρωτας, που κάποτε έφερε σε παράνοια ακόμη και τον Σαμψών, δεν θα δείξει λύπηση σε έναν απλό στρατιώτη. Τις επόμενες ημέρες κυκλοφορεί μόνος και παλιάτσος στην άδεια και ξεστόλιστη Αθήνα. Οι κόκκινοι δρόμοι που πριν λίγες ημέρες περπάτησε με την αφή της παλάμης της στο χέρι του, είναι τώρα λευκοί και παγωμένοι.

Θυμάμαι την Αθήνα είκοσι χρόνια πριν. Κι ό,τι ξεχωρίζω είναι κομμάτια ασύνδετα. Θυμάμαι τους άστρωτους δρόμους, τη λάσπη στην οδό Σταδίου και την Πατησίων, τα μόνιππα και τα διπλά στην Ομόνοια με τις ψηλοκαπελαδούρες των αμαξάδων, τον ιπποσιδηρόδρομο με τους «αχαμνόοντας», το Σταμάτη του Φαλήρου και το Θερίο της Κηφισιάς, τις γλώσσες του γκαζιού, τις κατσίκες στους δρόμους, τα στενά πανταλόνια των αντρών και τις μακριές φούστες των γυναικών, με τους λαχανόκηπους στο κεφάλι.

Εξι μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβρη του ’14, ο Ά παγκόσμιος ξεσπάει επίσημα. Στους μήνες που περνούν, ο Καλογιάννης δεν εκμυστηρεύεται τίποτα σε κανέναν. Παρόλα αυτά, με διαμεσολάβηση του παλατιού, τον Ιούνιο κατατάσσεται στην Ρωσική φρουρά και μεταβαίνει στην Μόσχα με σκοπό να βρει κάποιον τρόπο να την προσεγγίσει. Όμως στα τέλη του μήνα δολοφονείται στη Βοσνία ο διάδοχος της Αυστρίας. Η πράξη αποδίδεται σε ενέργεια υποκεινούμενη από τους Σέρβους και δημιουργείτε σύρραξη μεταξύ των κρατών που σύντομα γενικεύεται. Μέσα σε λίγες μέρες η Γερμανία κηρύττει πόλεμο κατά της Γαλλίας και η Αγγλία κατά των Γερμανών. Η Ρωσία γρήγορα συντάσσεται στην «τριπλή συνεννόηση» με το μέρος των Αγγλογάλλων και ο Καλογιάννης μεταφέρετε στο ανατολικό μέτωπο. Μέχρι τα τέλη του Αυγούστου οι δυνάμεις παρατάσσονται αντιμέτωπες στο Τάνενμπεργκ, πραγματοποιούν οχυρωματικά έργα και οι στρατηγοί ξεκινούν να τοποθετούν προσεκτικά τα πιόνα στην σκακιέρα τους. Οι Γερμανοί, οι οποίοι διατηρούν την πρωτοβουλία των κινήσεων, προετοιμάζουν επίθεση κατά της Γαλλίας δυτικά και προσπαθούν να εξασφαλίσουν τις θέσεις τους από την Ρώσικη απειλή ενώ οι Ρώσοι μελετούν μια επίθεση που θα ταράξει την συνοχή στη θέση των Γερμανών στον χάρτη.

Τα έργα είναι σκληρά και ο καιρός πολύ διαφορετικός από εκείνον της Ελλάδας. Ανάμεσα στους στρατιώτες δεν υπάρχουν χαμόγελα και οι ομιλίες γύρω του είναι άγνωστες και ακατανόητες. Οι έντονες αλλαγές θερμοκρασίας στην Πρωσία εκτός από την ψυχολογία των στρατιωτών επηρεάζουν και την τροφή. Το κρέας και τα λαχανικά έχουν τη γεύση του δηλητηριασμένου. Οι Ρώσοι δείχνουν να υπομένουν. Ο ίδιος δεν ανήκει εκεί. Το προαίσθημα του είναι κακό. Όμως η φλόγα να την συναντήσει παραμένει άσβεστη. Κάποια νύχτα ξεκινά να γράφει. Ο σκληρός, ατσάλινος ουρανός απάνω του τον κάνει να αναπολεί την Ελλάδα, τα παιδικά του χρόνια, τους γονείς και τα εφηβικά παιχνίδια στο ποτάμι της Κηφισιάς. Στις αναμνήσεις του ανασκαλεύει την ευτυχία κι όμως η εξιστόρηση θυμίζει επικήδειο.

Πέρα από το γλαφυρό αφηγηματικό του ύφος, που στα έργα της εποχής πάντοτε ενισχύονταν από την λόγια καθαρευουσιάνικη γλώσσα, η τεχνοτροπία του είναι αγόγγυστη και οφείλεται στα βιώματα και τις περιστάσεις. Το αποτέλεσμα συχνά θυμίζει τις ελαιογραφίες του Βαν Γκονκ από τους κήπους του φρενοκομείου, οι οποίες αγνοούν τον ουρανό και κάνουν τα πολύχρωμα λουλούδια να δείχνουν καταδικασμένα. Η παρουσία του εσωτερικού του κόσμου σε δεύτερη φωνή κάτω από τις λέξεις είναι έντονη και έχει κάτι τελεσίδικο.

Στις 26 Αυγούστου το 1ο Γερμανικό σώμα επιτίθεται στο 1ο Ρωσικό και το απωθεί. Οι νεκροί είναι ανυπολόγιστοι. Την νύχτα οι κραυγές γενναίων αντρών που κείτονται νεκροζόντανοι και βαριά τραυματισμένοι αναζητώντας παραληρηματικά την μητέρα τους έρχονται από το ποτάμι. Ο Καλογιάννης περνά το βράδυ στο χαράκωμα και καταφέρνει να σωθεί από το ψύχος χάρη στην σκελέα ενός νεκρού. Την επόμενη, οι Γερμανοί συνεχίζουν την επίθεση. Οι γραμμές τους ποδοπατούνται μα τελικά αντέχουν, ως και το επόμενο χτύπημα. Ο όλεθρος είναι κοντά. Ο ίδιος δεν έχει το ίδιο σθένος να πολεμήσει. Για πρώτη φορά, μάχεται με την επιθυμία να ζήσει. Το πάθος του να την ξαναδεί τον βοηθά να επιβιώσει λίγο ακόμα. Πριν το επόμενο ξημέρωμα, εφοδιάζεται με ορισμένα τρόφιμα και έναν χάρτη και παραδίδει τις σημειώσεις του και μια διεύθυνση σε έναν Ρώσο τραυματία, λέγοντας του να τις ταχυδρομήσει αν ο ίδιος δεν επιστρέψει να τις πάρει. Όμως πολύ πριν ξημερώσει, φεύγει από το στρατόπεδο και κατευθυνθείτε αρχικά δυτικά κι έπειτα, πιθανόν, νοτιότερα, με προορισμό την Αγία Πετρούπολη.

Θα χρειαζόντουσαν δύο ημέρες για να ξεμείνει από τροφή. Τέσσερις, για να του τελειώσει το νερό και περισσότερες από είκοσι για να βρεθεί σε κάποια πόλη. Αν τελικά κατάφερε να περάσει μέσα από τις γραμμές του στρατού, τα απροσπέλαστα ποτάμια και τις αλπικές κορυφές με τις απόκρημνες χαράδρες, τα άγνωστα μονοπάτια και την θανάσιμη βιοποικιλότητα.

Παρόλα αυτά, αφήνοντας πίσω της ανυπολόγιστες καταστροφές, η μάχη τελειώνει, το αποτέλεσμα της γέρνει την πλάστιγκα κωλοσιαία υπέρ των Γερμανών και ο άγνωστος Ρώσος στρατιώτης κρατάει τον λόγο του και ταχυδρομεί τα χειρόγραφα σχεδόν έναν χρόνο μετά. Το δέμα φθάνει σε ένα άδειο σπίτι στην Ζωγράφου και παραμένει εκεί περίπου έξι μήνες, ώσπου κάποιος γείτονας το μαζεύει όταν μαθαίνετε η είδηση πως ο Καλογιάννης αγνοείται. Το βιβλίο θα παραμείνει σε κάποιο συρτάρι αρκετά χρόνια ακόμη. Ώσπου, το 1920, η μικρή κόρη της οικογένειας διαβάζει το χειρόγραφο. Η απλοϊκά γραμμένη αυτοβιογραφία με την έντονη ειλικρίνεια, τους δυό πολέμους αλλά και τα τριαντάφυλλα που ο συγγραφέας μαζεύει από τους βασιλικούς κήπους κάθε πρωί για να τα ταχυδρομήσει σε κάποια άγνωστη και υπέροχη αγαπημένη (η αναφορά στην γνωριμία και τον έρωτα του γίνεται αποκλειστικά με αυτό τον τρόπο και χωρίς την παρουσία ονομάτων ή καταστάσεων), είναι καταιγιστική και αγγίζει τα συναισθήματα της. Έτσι παραδίδει τα έγγραφα σε έναν εκδοτικό και το βιβλίο βγάζει την πρώτη του έκδοση τον Μάρτιο του 1920 από τις εκδόσεις “Κιχλεμπαρης”. Συνολικά, κάνει ακόμη 14 εκδόσεις και αποσπάσματα δημοσιεύονται σε αρκετά περιοδικά. Το έντονο ενδιαφέρον που προκύπτει για τον συγγραφέα, πλέκει αργά-αργά τα την ιστορία του και για μια περίπου διετία μονοπωλεί το λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Παρόλα αυτά, ελλείψει πνευματικών δικαιωμάτων και φυσικής παρουσίας κάποιου εκπροσώπου, σύντομα χάνεται όταν ο εκδοτικός κλείνει.

Το 1964 το “Χρώμα της νύχτας” επιστρέφει για λίγο στο προσκήνιο, όταν κάποιος παλιός αναγνώστης του ο οποίος σχετίζετε με τον χώρο της τηλεόρασης, επιθυμεί να μεταφέρει το σενάριο σε ταινία. Όμως η ιδέα εγκαταλείπετε καθώς η διεκπεραίωση της κρίνετε οικονομικά ασύμφορη.

Το 2009, ο εκδότης Μάνος Θάραλλης εγκαινιάζει έναν νέο εκδοτικό οίκο και στην προσπάθεια του να βρει ποιοτικό υλικό τυπώνει νέα έκδοση. Παρότι οι κριτικές είναι εξαιρετικές και το βιβλίο μεταφράζεται στα Σλοβενικά από κάποιον Ελληνόφωνο δημοσιογράφο, οι εκδόσεις “Χίμαιρα” που το κυκλοφορούν παύουν να υπάρχουν λόγω οικονομικής στενότητας και το βιβλίο επιστρέφει στην αφάνεια. Αν υπάρχει γραφτό ή πεπρωμένο, ίσως η μοίρα του βιβλίου να παραμένει τελικά όμοια με εκείνη του Γιάννη Καλογιάννη: έντονη και αφανής.

Πλέον, ο μόνος τρόπος κάποιος να το διαβάσει σε έντυπη μορφή είναι είναι να επικοινωνήσει με τον ίδιο τον εκδότη για τυχόν αποθεματικό ενώ η ψηφιακή του μορφή κυκλοφορεί ελεύθερη μέσω της πλατφόρμας του Projectgutenberg.org.

Περισσότερα στοιχεία για την τύχη του συγγραφέα μετά την αποχώρησή του από το Τάνννενμπεργκ δεν υπάρχουν και παρά την εξαίσια δουλειά του Μάνου Θάλιαρρη στην περισυλλογή όλων των αναφορών οι οποίες αφορούν τον βίο του, κάτι περισσότερο δεν ανασκαλεύτηκε τόσο για το όνομα της κοπέλας όσο και για το αν αν ο ίδιος κατάφερε τελικά να την συναντήσει.
Ίσως αν η ίδια του η ζωή ήταν ακόμη ένα γλυκόπικρο Χριστουγεννιάτικο μυθιστόρημα του Καρόλου Ντίκενς που τόσο αγαπούσε, η ιστορία θα έγραφε πως έγινε άμεσα αποδεκτός στην αγκαλιά της και έζησαν μαζί μια υπέροχη ζωή, χωρίς ποτέ να να μάθει για την ασήμαντη τύχη του έργου του.

Γιάννης Καλογιάννης

« Το χρώμα της Νύχτας»

(Εκδόσεις Χίμαιρα)

Κριτική του Γιώργου Μουστάκη