© 2019 by Achilleas and Camilo

Του το άρπαξε στη μέση του δρόμου. Αιφνιδιάστηκε. Χρόνια είχε να του το πιάσει. Τραχύ, σκληρό, με τις φλέβες να πετάγονται, προορισμένο για σφαλιάρες, όχι πως της έριξε ποτέ καμία, εκτός από τις ψυχολογικές που έπεφταν μπόλικες. Να σου πετάει τα κοπλιμέντα με γαλλικά Sorbonne και να θες να κρυφτείς σε τρύπα. «Έχεις γερασμένο σώμα, τα μπράτσα σου κρέμονται, είσαι χαοτική και ουρλιάζεις χειρότερα και από την μάνα μου». «Α και τσουλοφέρνεις επίσης». Καλά να πάθει η Μαιρούλα, η χαζούλα αφού άφησε τον Ζαχαρία, όνομα και πράμα, για να πάρει αυτό το αιμοβόρο αρσενικό, τον Robocop του sex.

Τώρα sex ούτε με τηλεσκόπιο Hubble, το συγκεκριμένο ανατομικό της κομμάτι έχει πέσει σε αχρηστία και κλαίει το δάκρυ το αιώνιο.

Και είδε και τον Ζαχαρία τις προάλλες χεράκι-χεράκι με τη γυναικούλα του, να της σιγομουρμουρίζει στο αυτί, σίγουρα δεν της έλεγε στο ψιθυριστό «Πως είσαι έτσι μωρή πατσόγρια, κάνε κανά botox»

Η ξαδέλφη της το έκανε. Το Botox. Εγώ χρειάζομαι τετραπλό ενισχυμένο σκέφτεται. Να διορθώσει και τις εσωτερικές ρωγμές. Η ξαδέλφη της ξεμπέρδεψε με 150 € αλλά αυτή έχει καλό άντρα.

Τι φταίει;

Το ότι το έπαιζε αρνί τόσα χρόνια, ναι μωρό μου ότι πεις, και όταν φόρεσε την προβιά του λύκου γιατί μπάφιασε με το αρνί, η ζωή τους είχε πάρει ήδη την κατηφόρα και έτρεχε με 200 και στις στροφές ακόμα. Πολλά περιθώρια του είχε αφήσει και ο δυνάστης αλώνιζε. Δώσε θάρρος στο χωριάτη να σου ανέβει στο κρεβάτι και αυτή του το χάρισε ολόκληρο. Το κρεβάτι με αυτήν απλωμένη φαρδιά πλατιά και ένα χαμόγελο μακάριο στα μούτρα τα ολάνθιστα.

Που βολτάρει το χαμόγελο τώρα;

Στου παράδεισου τα καλντερίμια, έτη φωτός μακριά.

Και σήμερα αποφάσισε να σουλουπωθεί και να του προτείνει να βγουν έξω. Άβυσσος η ψυχή της Μαιρούλας. Πήγε κομμωτήριο να τιθασεύσει την αφάνα, κανονικό κομμωτήριο, όχι τα πακιστανικά με 6 €, η κομμώτρια ώρα προσπαθούσε να ξεμπλέξει, 3 κρέμες ξεμπερδευτικές, η ρίζα βάφτηκε χρυσαφιά, 150 € κυρία μου, η τεχνική, καταλαβαίνετε…  Ωχ τα λεφτά του botox. Τα πλήρωσε αδιαμαρτύρητα με ένα κόμπο στο στομάχι αλλά ας όψεται το σχέδιο επαναφοράς χαμόγελου. Μάδησε και το φρύδι το αμάδητο, κοκκίνησε μάγουλα, χείλια, στριμώχτηκε στο καλύτερο της φουστάνι, έμπηξε τα πρησμένα της  πόδια σε τακουνάτα εξώφτερνα και θαρραλέα του πέταξε «να πάνε σε ένα μπαράκι γωνιακό, ήσυχο, να μη μιλάνε να ακούνε μόνο». Εκείνος αφού την έκοψε με το φιδίσιο μάτι του αυτό της ζυγοστάθμισης, σε βουλκανιζατέρ η εργασία του, της έκανε νόημα πως εγκρίνει να πάνε, να αφήσουν τα μίση στην άκρη, να ακούσουν μουσική για 60 ολόκληρα λεπτά, μετά είχε μάτς Θρύλος-Ατρόμητος.

Ατρόμητα του άρπαξε λοιπόν το χέρι και τον έσυρε στο μπάρ «Οι Αισθηματίες». Μόλις είχε ανοίξει και δεν είχε γίνει ακόμα γνωστό, λιγοστοί οι πελάτες, ποτέ δεν της άρεσε η βαβούρα, γυναίκα για σπίτι, πάει το σπίτι τώρα διαλύθηκε σκέφτηκε σκαρφαλωμένη στο περιστρεφόμενο σκαμπό.

Ο μπάρμαν πίσω από τον πάγκο την χάζευε έτσι όπως γυρνούσε μία δεξιά μία αριστερά, μία δεξιά μία αριστερά ώσπου αποτόλμησε μία ολόκληρη στροφή και μία δεύτερη.

«Τι γυρίζεις γύρω-γύρω, δαιμονισμένη είσαι;» την σταμάτησε φουρκισμένος σφηνώνοντας το γόνατό του ανάμεσα στα πόδια της. Όχι ομιλίες είχαν πει αλλά η γλώσσα του σώματός της ξεφώνιζε. Τι γύρευε αυτή εκεί ανάμεσα στους χαρούμενους;

«Σ’ αρέσω όπως φτιάχτηκα σήμερα;» τον ρωτάει ξαφνικά «Καλύτερη είσαι από τις ξεχειλωμένες ρόμπες που φοράς συνήθως αλλά άρχισες ήδη να με κάνεις ρεζίλι»

Ο μπάρμαν δεν έχανε κουβέντα από την τρυφερή αναμέτρηση. Πώς θα αντιδράσει τώρα η γοητευτική κυρία σκέφτηκε, ώσπου την είδε να κατεβαίνει από το σκαμπό καρουζέλ, να τεντώνεται για να ευθυγραμμίσει το σώμα, να λέει κάτι στο αυτί του στιβαρού συζύγου. Εκείνος χωρίς να πει λέξη, ρίχνοντας της ένα βλέμμα βλοσυρό, σηκώνεται απότομα, αποτελειώνει το ποτό του και κατευθύνεται προς την πόρτα.

Ένας αισθηματίας λιγότερος για σήμερα σκέφτηκε προβληματισμένος ο μπάρμαν.

«Να σε κεράσω ένα δεύτερο ποτάκι; Νομίζω το έχεις ανάγκη» της λέει δίνοντας της ταυτόχρονα το χέρι για να συστηθεί.

 Άλλο χέρι αυτό, η αίσθηση ήταν καθοριστική. Απαλά φροντισμένο, σίγουρα θα χάιδευε πολύ κόσμο. Του το έσφιξε με εμπιστοσύνη και ωπ να το χαμένο χαμόγελο, που ήσουν χωμένο τόσο καιρό, ατιμούλικο

Είδες άντρα ευγενικό και θυμήθηκες πως υπάρχεις;

 Ήπιε μονορούφι το δεύτερο ποτό, άρχισε να ζαλίζεται ευχάριστα, το τρυφερό χέρι του μπάρμαν άγγιξε τα μαλλιά της ή μήπως το φαντάστηκε, ας της χάλαγε και την τεχνική, σκασίλα της.

 Με τα μάτια μισόκλειστα άρχισε να λικνίζεται στο ρυθμό της μουσικής, ένοιωθε δυνατή, άκουγε στο κεφάλι της τα τύμπανα του πολέμου.

Άνετα θα χόρευε τώρα έναν Πυρρίχιο.

Το χέρι

της Βικτωρίας Βασδέκη