Αφιέρωμα στην ταινία ''Οι Απέναντι''

 

Πολλές φορές νομίζεις ότι έχει έρθει η συντέλεια του κόσμου. Νομίζεις ότι τα πάντα καταρρέουν δίπλα σου και εσύ μαζί τους. Νομίζεις ότι τίποτα δεν υπάρχει για να σε κρατήσει στη ζωή. Ενώ είσαι έτοιμος να γράψεις και εσύ το όνομά σου στην ατελείωτη λίστα των αυτοχείρων, έρχεται το φως και βγαίνεις από το τούνελ. Άλλος γνωρίζοντας τον έρωτα της ζωής του, άλλος ανακαλύπτοντας τον θεό ή τον διάολο ή ίσως πιο απλά γνωρίζοντας πραγματικά τον εαυτό του, άλλος καπνίζοντας ένα τσιγαριλίκι ή πίνοντας βαριά ποτά. Ο καθένας είναι ικανός να ανακαλύψει τον παράδεισό του ή την κόλασή του.

Όπως η Στυλιανή ή το Στελλάκι για τους πρώην. Τριάντα πέντε, μόνη μάλλον από επιλογή, ιδιωτική υπάλληλος σε μια εταιρεία που το μόνο που της πρόσφερε ήταν τα επτακόσια ευρώ τον μήνα, χωρίς φίλους, μόνο πολλούς –αδιάφορους–  γνωστούς, περήφανη «ιδιοκτήτρια» ενός κοπρίτη, διασταύρωση γκριφόν με ντόπερμαν, τοποθετημένη σε μια γειτονιά κοντά στον λόφο του Στρέφη.

Σχεδόν κάθε μέρα –μετά το σχόλασμα– κοιτούσε έξω από το παράθυρό της, τους περαστικούς. Της άρεσε να παρατηρεί τον κόσμο. Νόμιζε ότι μπορούσε ανάλογα με την κίνηση του κάθε περαστικού να καταλάβει τον χαρακτήρα του. Αυτό ήταν κατά μία έννοια το χόμπι της. Κατά πάσα πιθανότητα αυτό το χόμπι να είχε προέλθει από κάποιο κληρονομικό γονίδιο. Θυμόταν ότι και η μητέρα της είχε την ίδια αγαπημένη ασχολία.

 Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, καθώς ήταν απορροφημένη, ως συνήθως, παρατηρώντας τον κόσμο, χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε.

-Γεια σου Στέλλα.

-Γεια, ποιος είναι;

-Δεν με ξέρεις. Είμαι ο Δημήτρης.

-Γεια σου λοιπόν Δημήτρη.

-Μένω απέναντι αλλά δεν με ξέρεις.

-Απέναντι, πού;

-Όχι προς τον λόφο, προς την άλλη μεριά.

-Ωραία και;

-Πήρα να σου πω ότι έχω την ίδια συνήθεια με σένα!

-Έχω κάποια συνήθεια και δεν την ξέρω;

-Βεβαίως και έχεις, σου αρέσει να παρατηρείς τον κόσμο.

-Πώς το ξέρεις;

-Αφού σου είπα έχω την ίδια συνήθεια με σένα. Να, δεν ντρέπομαι που το λεω αλλά έχω ένα τηλεσκόπιο και … Σε βλέπω, σε παρατηρώ…Δηλαδή… Δεν σε παρακολουθώ σαν ιδιωτικός ντετέκτιβ, απλά σε θαυμάζω.

-Αυτό που κάνεις δεν είναι σωστό!

-Ποιος ορίζει τι είναι σωστό και τι όχι;

-Περιμένεις τώρα να σου δώσω απάντηση;

-Όχι.

-Πολύ καλά λοιπόν. Γεια σου τώρα και σε παρακαλώ να σταματήσεις αυτό που κάνεις, ειδικότερα να μην το κάνεις σε μένα.

-Περίμενε, έχω να σου κάνω μια πρόταση.

-Τι πρόταση;

-Θέλω να κοιτάμε μαζί, να παρατηρούμε αν θέλεις, τον κόσμο που περνά. Έχω  αγοράσει ένα δεύτερο τηλεσκόπιο για σένα. Σε παρακαλώ, δέξου την πρότασή μου.

-Δεν ξέρω.

-Σε περιμένω, Γαλιλαίου 17, τελευταίος όροφος το κουδούνι γράφει Δημήτρης. Είμαι πάντα εκεί.

-Θα το σκεφτώ.

-Εντάξει.

 

Ακούμπησε απαλά το ακουστικό στη θέση του και πήγε να συνεχίσει αυτό που έκανε πριν δεχθεί το περίεργο αυτό τηλεφώνημα. Μόνο που η ευχαρίστηση δεν ήταν η ίδια. Της τριβέλιζε το μυαλό η πρόταση του Δημήτρη, αν δηλαδή τον έλεγαν έτσι. Έπρεπε να πάει ή όχι. Θα έπαιρνε το ρίσκο να συναντηθεί με ένα άγνωστο που όμως κατά δήλωσή του είχε το ίδιο «βίτσιο» με αυτήν;

Το επόμενο απόγευμα και ενώ κοίταζε την κυρία Ντίνα του τετάρτου ορόφου να χαριεντίζεται στο απέναντι πεζοδρόμιο με τον κύριο Αλέξη, ένα εξηντάχρονο γεροντοπαλίκαρο, πήρε την απόφαση. Ίσως να έπαιξε ρόλο και το υποβόσκον κι υπολανθάνον ερωτικό πάθος που ξεχείλιζε από το κορμί της ακόμα ζουμερής κυρίας Ντίνας.

Ντύθηκε βιαστικά και σε πέντε λεπτά όχι μόνο είχε ανέβει στο ρετιρέ του Δημήτρη, αλλά είχε πάρει κιόλας θέση στο τηλεσκόπιο που ήταν προορισμένο για αυτήν. Η διαφορά ανάμεσα στο «φυσικό» κοίταγμα και στο «μηχανικό» ήταν τεράστια. Ένα ρίγος, μάλλον ηδονής, διαπέρασε όλο της το κορμί, την ώρα που κοιτούσε τυχαία το εσωτερικό των απέναντι διαμερισμάτων. Ο Δημήτρης είχε μείνει να την κοιτάζει σαν ροφός. Είχε μπει στον λήθαργο της έκπληξης και μόνο το επιφώνημα θαυμασμού που βγήκε μέσα από το διάφραγμα της εκστασιασμένης Στέλλας κατάφερε να τον βγάλει από αυτόν.

-Ω!

-Άλλη αίσθηση, δεν συμφωνείς;

-Ναι είναι απίστευτο. Και για πες μου, αυτό το κάνεις συχνά;

-Σχεδόν κάθε μέρα.

-Πόσο καιρό με «θαυμάζεις»;

-Δέκα μέρες τώρα. Κάτι σαν εξάρτηση.

-Μα καλά, δεν κάνω κάτι το συναρπαστικό. Ή κάνω λάθος;

-Εμένα κάθε σου κίνηση μου φαίνεται μαγική. Ο τρόπος που πλένεις τις βεράντες σου, όσο συνηθισμένο και βαρετό ακούγεται αυτό, με εξιτάρει ή όταν μαγειρεύεις ή όταν πίνεις τον καφέ σου.

-Σώπα! Δεν το πιστεύω!

-Στην αρχή το τηλεσκόπιο το είχα πάρει μόνο για να κοιτάω τα άστρα. Δύο γεγονότα με έκαναν να αλλάξω τον αρχικό σκοπό. Και τα δύο ήταν τυχαία. Πρώτα είδα την ταινία με τον πρωταγωνιστή που τον φώναζαν «φάντασμα» επειδή εμφανιζόταν μόνο τα βράδια, ξέρεις εκεί που ο πρωταγωνιστής, που δεν θυμάμαι το όνομά του παρακολουθεί με τηλεσκόπιο τη Λιβανού στον ρόλο συνηθισμένης νοικοκυράς. Το δεύτερο όταν μάγκωσε η βίδα στήριξης του τηλεσκοπίου. Ο φακός είχε πέσει στο παράθυρο της κουζίνας σου. Το πρόβλημα διορθώθηκε αλλά δεν μπόρεσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από το παράθυρό σου…

-Και τώρα;

-Τώρα… Σου προτείνω κάθε μέρα να έρχεσαι εδώ να κάνουμε μπανιστήρι!

-Μπανιστήρι; πολύ βαριά λέξη δεν είναι;

-Δεν μπόρεσα να σκεφτώ κάποια καλύτερη.

-Αν το ονομάζαμε κοινωνική ματιά στην καθημερινή ζωή των συμπολιτών μας;

-Εντάξει, κανένα πρόβλημα. Μήπως βλέπεις τίποτα καλό;

-Κάτι γίνεται στον τρίτο, ένα ζευγάρι καυγαδίζει.

-Χμ, για να δω, ας πάρω θέση στο δικό μου. Μάλλον γνωρίζω. Αυτοί είναι οι Κονιτόπουλοι. Τους ακούω να μαλώνουν. Στις έξι ακριβώς. Ο καυγάς τους διαρκεί μισή ώρα. Ακριβώς. Μετά ο Κονιτόπουλος ανοίγει την τηλεόραση και η Κονιτοπούλου παίρνει τηλέφωνο.

-Περίεργο, ε;

-Η συνήθεια… Φαντάσου αυτούς τους ανθρώπους. Ζούνε τόσο μίζερα και πληκτικά που ακόμη και ο καυγάς τους έχει πρόγραμμα.

-Δεν έχουν καμιά ελπίδα.

-Συμφωνώ το μόνο που θα τους σώσει είναι ο σωματικός θάνατος, γιατί ο πνευματικός έχει έρθει πολλά χρόνια πριν.

-Κουράστηκα, δεν κάνουμε ένα διάλειμμα;

-Ναι γιατί όχι;

-Θα βάλω δυο ποτά. Ξέρω το αγαπημένο σου ποτό. Βότκα.

Εκείνη χαμογέλασε. Την είχε στα σίγουρα παρακολουθήσει. Πήγε να την αγκαλιάσει. Η Στέλλα τραβήχτηκε ασυναίσθητα. Κάτι σαν φόβος. Η ανάγκη της, που ούτε η ίδια δεν ήξερε από πού πήγαζε, νίκησε τον φόβο δευτερόλεπτα μετά. Ναι, χρειαζόταν μια αγκαλιά. Αργότερα όμως. Ένιωθε πως ο χρόνος κυλούσε αργά.

Βγήκαν στο μπαλκόνι κρατώντας τα ποτά τους. Έβαλε το χέρι του στον ώμο της. Ακουμπώντας στα σίδερα του μπαλκονιού κοίταξαν πέρα μακριά προς τη λεωφόρο. Τα αυτοκίνητα με τα αναμμένα φώτα τούς έδιναν το σινιάλο για τον ερχομό της νύχτας.

Το βίτσιο

του Άγγελου Χαριάτη

© 2019 by Achilleas and Camilo