Ήταν τρεις.  Αυτή συνήθως την ώρα  γυρνούσε η Βάντα από την δουλειά. Χωρίς πολλά πέταξε την τσάντα της κάπου σε μια πολυθρόνα γδύθηκε με γρήγορες κινήσεις και έπεσε κατευθείαν στο  κρεβάτι. Ο ύπνος την πήρε αμέσως...  

Η Βάντα ξεκίνησε όπως όλες. Συγγρού μετά Καβάλας και κάποτε σε σπίτι στη Φυλής-υπόγειο με πούστη στην υποδοχή. Τα τελευταία χρόνια οι μετοχές της είχαν ανέβει. Είχαν κάνει καλή δουλειά οι πλαστικές, και δούλευε σε καλό στούντιο της οδού Βριλησσού. Η Βάντα πρώτα λεγόταν Στάθης. Ως Στάθης δεν τα πήγαινε καλά. Το κουσούρι του το κατάλαβε νωρίς αλλά προσπαθούσε να το κρύψει. Tα παιδιά όμως στην παρέα του το είχαν μυριστεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά- ο Στάθης ποτέ δεν είχε κάνει σχέση κάποιο κορίτσι. Ωστόσο ήξερε να καλύπτεται. Είχε εμφάνιση χεβιμεταλά και όσο να ναι δύσκολα σου περνάει από το μυαλό ότι ένας τύπος που ντύνεται με δερμάτινα και καρφιά,μπορεί να είναι ομοφυλόφιλος.Κάποτε ο Στάθης δεν άντεξε και φανερώθηκε.

 

Ένα μεσημέρι σπίτι και πάνω στο φαγητό ανακοίνωσε στους γέρους του ότι αισθάνεται γυναίκα και ότι θέλει να αλλάξει φύλο. Οι γονείς του σοκαρίστικαν. Τα μαχαίρια και τα πιρούνια έπεσαν από τα χέρια των γέρων ανθρώπων. Ο πατέρας του,συνταξιούχος τραπεζικός κάπου εβδομήντα ετών και η μάνα του στα εξήντα συνταξιούχος και αυτή εκπαιδευτικός. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη. Αργότερα ο πατέρας του τον κάλεσε να μιλήσουν.

-Το εννοούσες αυτό που είπες; τον ρώτησε

-Ναι, απάντησε ο Στάθης.

- Τότε η πόρτα αυτού του σπιτιού κλείνει για σένα. Εκτός αν αλλάξεις γνώμη και αφήσεις αυτές τις παλαβομάρες. 

- Δεν είναι καθόλου παλαβομάρες μπαμπά, είπε ο Σταύρος. Χρόνια αισθάνομαι έτσι.
- Καλά έχεις τρελαθεί; Κοιτάξου στον καθρέφτη. 


Ο Στάθης δεν ήθελε να κοιταχτεί. Πράγματι αν μπορούσε να δει την αντικειμενική αλήθεια θα καταλάβαινε ότι δεν είχε κανένα μέλλον ως ''γυναίκα''. Είχε όμως τυφλωθεί. Η διαταραχή του, γιατί πρόκειται σαφώς γι αυτό που λένε διαταραχή φύλου, τον έκανε να βλέπει στον καθρέφτη  την  αέρινη πριγκίπισσα ενός παραμυθιού. Γιατί ο Στάθης- και εδώ είναι το μυστήριο- πέρα του ότι ήταν λεπτός και όχι μυώδης αδερφίστικη εμφάνιση δεν είχε.

- Είσαι τρελός, του είπε ο πατέρας του. Να τα μαζέψεις και να φύγεις.

Και έφυγε. Όμως δεν είχε που να πάει. Ούτε δουλειά είχε ούτε λεφτά. Οι γονείς του τον συντηρούσαν τόσα χρόνια, αυτός δεν είχε κάνει τίποτα Δεν είχε τελειώσει καμιά σχολή. Ακόμα και το Λύκειο με το ζόρι το είχε βγάλει. Γρήγορα κατάλαβε ότι η μόνη διέξοδος για να ζήσει ήταν η πορνεία. Άρχισε λοιπόν να εκδίδεται. Δεν ήταν και δύσκολο άλλωστε. Η Αθήνα μια πόλη εκατομμυρίων κατοίκων διέθετε πελάτες για όλα τα γούστα. Ο Στάθης ντυμένος γυναίκα  και με το όνομα Βάντα εμφανίστηκε ένα βράδυ στα στέκια των τραβεστί.Αρχικά έβγαινε μόνο στην Συγγρού . Καμιά φορά και στην Καβάλας. Δέκα ευρώ μόνο στην αρχή. Όλοι οι ξένοι της Αθήνας πέρασαν από τον κορμί του Στάθη που τώρα είχε γίνει Βάντα. Αρκετοί τον έδερναν κι όλας. Αυτό δεν  ήταν κάτι εύκολο αλλά τόσο ο Στάθης ήθελε να μπει στην ψυχολογία της γυναίκας ώστε καθόταν και τις έτρωγε. Επειδή όμως είχε γίνει ένα απροσδιόριστο πράγμα. που δεν περνούσε για γυναίκα αλλά ούτε και άντρας, άρχισε να πειραματίζεται με ορμόνες.

 

Ξεκίνησε να παίρνει τόνους από οιστρογόνα. Όλα τα λεφτά του τα έδινε εκεί. Αλλά και σε ναρκωτικά. Δεν παλεύεται αλλιώς η νύχτα. Πολλά βράδια ο Στάθης τα πέρναγε στο αστυνομικό τμήμα Ομονοίας. Άλλος εξευτελισμός εκεί. Κοροϊδία και ξύλο από τους μπάτσους. Κάνα δυο φορές τον είχαν βρει αναίσθητο από το ξύλο και την πρέζα. Αλλά ο Στάθης- Βάντα συνέχιζε. Είχε διαλέξει ζωή. Ο δρόμος που είχε πάρει δεν θα είχε καλό τέλος και το ήξερε μα δεν υπήρχε επιστροφή. Με  τους γονείς του δεν μιλούσε, Ο πατέρας του δεν ήθελε μήτε να ακούσει γι αυτόν. Μόνο η καημένη η μάνα του είχε προσπαθήσει να τον βρει αλλά και αυτή μια μέρα που τον είδε τα έχασε.

 

Ο Στάθης της  ζούσε σε μια  φτωχική κάμαρα κάπου στο Μεταξουργείο που  βρωμούσε ιδρώτα και φτηνό άρωμα. Τα σημάδια της δουλειάς που έκανε ο Στάθης ήταν παντού φανερά. Πόσα να αντέξει μια μάνα; Αυτό δεν ήταν το παιδί της, ήταν κάτι άλλο. Έφυγε κλαίγοντας και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Έτσι απόμεινε μόνος ο Στάθης πού στο μεταξύ  είχε φτιάξει και βυζιά. Οι ορμόνες είχαν πιάσει. Η τριχοφυΐα ελαττωνόταν και  καμπύλες είχαν σχηματιστεί. Έκρινε πως είχε έρθει η ώρα να προχωρήσει  στο επόμενο βήμα. Μερικά ''κορίτσια'' στην πιάτσα  διαφήμιζαν πόσο υπέροχα θα αισθάνεται μόλις κάνει την εγχείρηση. Μόνο μια από τις φιλενάδες του η Λόλα τον προειδοποιούσε να μην το κάνει. Αν το έκανε θα έχανε και την μοναδική πηγή ηδονής που του είχε απομείνει. Σύντομα θα τρελαινόταν από τους πόνους και την ευνουχισμένη ηδονή.Η κομμένη φύση θα τον τιμωρούσε, έλεγε η Λόλα, αλλά ο Στάθης δεν άκουγε τίποτα.Μην τις ακούς τις άλλες,επέμενε η Λόλα.Είναι τρελές. Αρκετές έχουν κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Και εγώ το ίδιο. Δεν είναι απλό πράγμα να κόψεις το πουλί σου.Αλλά ο Στάθης δεν ήθελε να ακούσει. Ήθελε μόνο να ολοκληρωθεί ως Βάντα. Ήθελε να βυθιστεί και άλλο στον μαγικό κόσμο της ψευδαίσθησης. Δεν του είχε άλλωστε απομείνει τίποτε άλλο. Και συνέχισε.

 

Συνέχισε ακόμα και όταν έμαθε πως  η Λόλα αυτοκτόνησε. Την βρήκαν ένα βράδυ κάτι άλλες που πήγαν να την πάρουν για δουλειά. Είχε κόψει τις φλέβες της. Την έκλαψε. Φοβήθηκε κι όλας μην καταλήξει και κείνος έτσι αλλά είχε πάρει την απόφαση του. Όπως είπα, δεν του είχε μείνει τίποτε άλλο. Ο Στάθης είχε βάλει στην άκρη κάποια χρήματα. Ήταν τώρα κάπου πέντε χρόνια στην πορνεία. Είχε δουλέψει και στον δρόμο και σε στούντιο. Είχε ανέβει επίπεδο. Τώρα πελάτες του ήταν και άνθρωποι ευυπόληπτοι,άνθρωποι με δουλειά κανονική, παντρεμένοι. Ακόμα και κάποιοι γνωστοί,πρόσωπα της τηλεόρασης και της πολιτικής έρχονταν για την Βάντα.

 

Ναι ήταν καλή στην δουλειά της η Βάντα...Ενας από τους πελάτες  την γούσταρε. Το μυαλό της Βάντας δούλευε. Κάποτε σκεφτόταν σαν άντρας και κάποτε σαν γυναίκα. Σκέφτηκε λοιπόν να του πουλήσει έρωτα να του τα μασήσει. Και το έκανε. Ο άλλος πλήρωνε... και η ανωμαλία πληρώνεται ακριβά στις πιάτσες της πορνείας στην Αθήνα. Η Βάντα υπομονετικά  πουλώντας έρωτα στον πλούσιο πελάτη μάζευε λεφτά για την εγχείρηση. Μια μέρα καβάλησε  το αεροπλάνο και έφυγε. Γύρισε από το Μαρόκο τελείως αλλιώτικη. Τώρα ήταν πια γυναίκα. Μπορούσε να ζήσει το όνειρο της. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Κράτησε και τον πλούσιο θαυμαστή για καβάτζα. Δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται...Στην αρχή όλα ήταν καλά. Αν εξαιρέσεις ότι πονούσε- αφόρητα καμιά φορά- και αν εξαιρέσεις ότι έπρεπε να βάζει κρέμες και δονητές για να κρατάει τον τεχνητό κόλπο ανοιχτό,όλα ήταν καλά. Το όνειρο είχε γίνει πραγματικότητα. Έπρεπε να μείνει ένα διάστημα έξω από την δουλειά.  Όταν όμως πέρασε αυτό το χρονικό διάστημα ρίχτηκε με τα μούτρα. Νέα πελατεία την περίμενε. Τώρα είχε περισσότερη επιτυχία.

 

Λίγο η φωνή την πρόδιδε μόνο. Είχε κάνει πολλές προσπάθειες όμως. Δίαιτες, γυμναστικές, αισθητικοί, στούντιο, είχαν αποδώσει. Ωστόσο δεν άργησε να καταλάβει ότι η Λόλα είχε δίκιο.  Δεν αισθανόταν καμία ηδονή. Η κομμένη φύση έπαιρνε την εκδίκηση της. Το έριξε στα ναρκωτικά. Πιο πολλά ναρκωτικά από πριν.Και στο ποτό. Πολύ πότο.Και πάλι όμως δεν αισθανόταν κάτι. Καμιά ηδονή δεν έπαιρνε από την καινούργια της ζωή. Το ψεύτικο μουνί της Βάντας  δεν μπορούσε να λειτουργήσει σα το κομμένο πουλί του Στάθη. Η Βάντα ήταν σε αδιέξοδο και το ήξερε. Αλλά ο δρόμος που είχε πάρει δεν είχε γυρισμό. Έψαξε τη λύτρωση. Περισσότερα ναρκωτικά, περισσότερο σέξ( έστω και χωρίς οργασμό), περισσότερες ορμόνες( αυτές έπρεπε να τις παίρνει σε όλη της τη ζωή για συντήρηση της ψεύτικης θηλυκότητας), αλλά αντί να λυτρωθεί βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στο τέλμα της ζωής της. Από τις φίλες της η Λόλα είχε πεθάνει. Από τους παλιούς της φίλους, αυτούς που είχε ως  Στάθης κανένας δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Σιγά σιγά συνειδητοποιούσε  ότι δεν θα έχει καλό τέλος.  Ήταν γραφτό να ζήσει το όνειρο της αλλά στο τέλος αυτό να την κάψει. 

 

Ο Αλέξης ήταν γνήσιο αρσενικό. Ψηλός και γεροδεμένος με τετράγωνο σαγόνι. Δούλευε μπράβος σε νυχτερινά μαγαζιά. Για τις γυναίκες δεν έδινε δεκάρα. Υπήρχαν στην ζωή του μόνο ως αναλώσιμα. Μόνιμη σχέση δεν είχε. Δεν ήθελε μπελάδες, οι γυναίκες έπρεπε να τον ικανοποιούν σεξουαλικά και να τ αδειάζουν ύστερα τη γωνιά.

 

Εκείνο το βράδυ είχε τελειώσει από την δουλειά σε κάποιο νυχτερινό κέντρο της παραλίας και πήρε τον δρόμο για το βουνό. Βουνό στα στέκια της πορνείας έλεγαν την οδό βριλησσού. Εκεί υπήρχαν διάφορα στούντιο με κοπέλες άλφα διαλογής. Ο Αλέξης πολύ σίγουρος για τον εαυτό του διέσχισε την Αθήνα ξεκινώντας από την παραλιακή και παρκάρισε έξω από ένα στούντιο της Βριλησσού. Κούμπωσε το σακάκι για να μην φαίνεται το όπλο- είχε πάντοτε πάνω του ένα ζάσταβα αυτόματο που είχε αγοράσει παράνομα από Ρωσοπόντιους μόλις 500 ευρώ- και προχώρησε. Χτύπησε το κουδούνι και βγήκε μια χοντρή Ρωσίδα. Μετά τις καλησπέρες και τα σχετικά τυπικά ο Αλέξης αποφάσισε να περάσει στο δωμάτιο. Βάρδια εκείνη την βραδιά ήταν η Βάντα.Ο Αλέξης μπήκε στο κλιματιζόμενο δωμάτιο και άνοιξε το βίντεο. Έπαιζε μια τσόντα. Μια μιγάδα λατίνα που την πήδαγαν  τρεις  ξανθοί. Έκανε ντουζάκι και περίμενε. Η Βάντα δεν άργησε να έρθει στο δωμάτιο. Φορούσε πρόστυχα μαύρα εσώρουχα και  είχε ελεύθερα τα μακριά μαλλιά της. Τώρα και ειδικά στο σκοτάδι άνετα περνούσε για γυναίκα, οι πλαστικές και οι ορμόνες είχαν κάνει δουλειά. Η φωνή όμως την πρόδιδε πάντα.   Ο Αλέξης δεν κατάλαβε τίποτα. Η Βάντα όμως τον κατάλαβε και προσπάθησε να μη μιλήσει καθόλου. Έπιασε αμέσως έργο. Ήξερε άλλωστε καλά τη δουλειά της. Σε λίγο ο Αλέξης δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Ακόμα και αν κάτι του φαινόταν περίεργο δεν μπορούσε πια να σκεφτεί. Βυθίστηκε στην ηδονή και πήδηξε την Βάντα με κάθε πιθανό τρόπο.Ύστερα ξάπλωσαν και οι δυο στο κρεβάτι και άναψαν τσιγάρο. Τότε η Βάντα μίλησε:

-Σ άρεσε μωρό μου, είπε.

Με το που μίλησε ο Αλέξης κατάλαβε ότι κάτι δεν ήταν εντάξει.

- Είσαι άντρας, είπε.

-Ήμουν. Τώρα είμαι τρανσέξουαλ, πόρνη πολυτελείας Αλέξη.

Η Βάντα είχε μιλήσει με σκοπό να τον πικάρει όσο γίνεται. Ήθελε να τον ερεθίσει, να τον θυμώσει, να του πληγώσει τον ανδρισμό. Ήθελε να τον βγάλει εκτός εαυτού.

Ο Αλέξης τα έχασε. Με μια απότομη κίνηση σηκώθηκε από το κρεβάτι και φόρεσε το μποξεράκι του.

-Που ξέρεις το όνομα μου, είπε.

-Το ξέρω μωρό μου γιατί πριν πολλά χρόνια ήμασταν φίλοι.

Ο Αλέξης κατάλαβε. Είχε μπροστά του τον Στάθη που έγινε Βάντα. Αρα όσα ψηθιρίζονταν στην παλιά παρέα για την ζωή τιου Στάθη, έβγαιναν αληθινά. Ο κόσμος μέσα του γύρισε ανάποδα. Το μυαλό του θόλωσε. Ήθελε να σκοτώσει στο ξύλο τον Στάθη - Βάντα για την ατιμία που του έκανε.

- Τι έπαθες μωρό μου; είπε η Βάντα με ηθελημένα προκλητικό τρόπο. Δεν έχεις ξαναπάει με τράνς;

- Σκάσε παλιοπούστη. Χάσου από μπροστά μου.

- Γιατί μωράκι μου, είπε η Βάντα. Άσε με να σου κάνω μια πίπα δώρο. Δεν θα πληρώσεις τίποτα γι αυτό είπε η Βάντα και έκανε την κίνηση να γονατίσει μπροστά του .

Η κλωτσιά πέτυχε την Βάντα στην κοιλιά. Πόνεσε και τσίριξε.

-Παλιομαλάκα τώρα δεν σ αρέσει που γάμησες τραβέλι ε; Όταν έχυνες όμως σ άρεσε έτσι;

Ο Αλέξης έβγαλε το όπλο από το σακάκι του.Τράβηξε την ασφάλεια. Ο χαρακτηριστικός ήχος του οπλίσματος ακούστηκε ανατριχιαστικά. Η Βάντα δεν φοβήθηκε. Ήθελε να τον προκαλέσει κι άλλο, να τον φτάσει στα όρια του,να ξεφτιλίσει τον υποκριτικό του ανδρισμό. Στο βάθος ίσως και να ήθελε ο Αλέξης να την σκοτώσει.

-Σκάσε βρωμόπουστα για τι θα σε κάνω να σκάσεις για πάντα, ούρλιαξε. Ο παλιός μου φίλος δεν υπάρχει πλέον. 


Μέσα του χόρευαν οι δαίμονες του πληγωμένου του ανδρισμού. Δεν μπορούσε να χωνέψει πως αυτός ο 100% άνδρας είχε γαμήσει έναν  άλλον άνδρα. Μάλιστα δεν μπορούσε να ανεχτεί το ότι το είχε ευχαριστηθεί. Ήθελε να σκοτώσει την Βάντα και μαζί να σκοτώσει και τις αμφιβολίες του για τον ανδρισμό του.

Η Βάντα συνέχισε πιο δυνατά και τον έλουσε με όλες τις βρισιές που είχε μάθει στο πεζοδρόμιο.

-Σας ξέρω πια όλοι το ίδιο είσαστε. Κάνετε πως δεν σας αρέσει αλλά στο βάθος όλοι κρύβετε μέσα σας μια αδελφή.  Ναι σας ξέρω εσάς που το παίζετε άνδρες. Στο βάθος θέλετε να γαμήσετε μια αδερφή, στο βάθος είστε και σεις αδερφές.  Χρόνια τώρα έρχονται και με πηδάνε πολιτικοί,δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες,ευυπόληπτοι πολίτες και μετά κάνουν ότι δεν με ξέρουν.Σας σιχαίνομαι όλους. Σε σιχαίνομαι και σένα παλιομάλακα. Τώρα είσαι και συ πούστης.

Σκόπιμα  ούρλιαξε αυτό το τελευταίο. Ο θάνατος από το χέρι ενός εραστή της, ενός παλιού φίλου ,ήταν προτιμότερος από την αυτοκτονία.Και έγινε. Ο Αλέξης σήκωσε το όπλο και σχεδόν εξ επαφής πυροβόλησε στο στήθος  την Βάντα. Και πυροβόλησε μέχρι που άδειασε πάνω στο κορμί της τον γεμιστήρα του Ζάσταβα.Η Βάντα είχε γίνει μια μάζα από σάρκες και κόκαλα.Το στήθος και η κοιλιά της είχαν γίνει κρέας. Το αίμα είχε πλημμυρίσει το πολυτελές δωμάτιο του στούντιο. Η Ρωσίδα τσατσά και οι υπόλοιπες πουτάνες μαζεύτηκαν αμέσως στο δωμάτιο ουρλιάζοντας υστερικά. Ο Αλέξης ήταν πεσμένος πάνω από το σώμα της Βάντας και έκλαιγε με αναφιλητά. Σ αυτή την κατάσταση τον βρήκαν οι αστυνομικοί όταν του πέρασαν τις χειροπέδες.

 

H Βάντα ξύπνησε λουσμένη στον ιδρώτα. Ο ήχος του όπλου την έκανε να πεταχτεί σχεδόν μέσα στον ύπνο της. Το όνειρο ήταν πολύ ζωντανό,αλλά δυστυχώς ήταν όνειρο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είχε αρχίσει να γερνάει. Τώρα ήταν κάπου 45 ετών. Εικοσιπέντε χρόνια στην πορνεία. Της φάνηκε πως έβλεπε τον Στάθη μέσα από τον καθρέφτη. Το ήξερε άλλωστε, οι παλιές της φίλες  την είχαν προειδοποιήσει πως όταν περνάνε τα χρόνια χρειάζονται περισσότερες ορμόνες για να κρατηθεί το αποτέλεσμα,αλλιώς θα ξανάβγει  στην επιφάνεια το αγόρι. Τώρα το έβλεπε καθαρά. Είχαν δίκιο. Η Βάντα είχε αρχίσει να ξεφτίζει. Το όνειρο τελείωνε. Τίποτα δεν κρατάει για πάντα είπε μέσα της  και βγήκε στο μπαλκόνι. Έκανε πολύ ζέστη. Είχε ιδρώσει. Αισθάνθηκε κουρασμένη από όλα. Από τα ξύδια, από την πρέζα, από την ζωή της. Ήταν όλα ένα ψέμα και έπρεπε να τελειώσει κάποτε. Κάπου μέσα της βαθιά το ήξερε ότι κάπως έτσι θα τελείωναν όλα....

Ο γδούπος του κορμιού που πέφτει στην καυτή άσφαλτο,ο ανατριχιαστικός θόρυβος που κάνει το ανθρώπινο κρανίο όταν συντρίβεται,ξύπνησε όλη την γειτονιά. Όταν έφτασε το ασθενοφόρο ο περισσότερος κόσμος είχε ήδη φύγει.Οι τραυματιοφορείς κατέβαλαν προσπάθεια για να μαζέψουν ότι είχε απομείνει από την Βάντα που κάποτε ήταν Στάθης.

Το τέλος της Βάντας

του Γιώργου Σταφυλά

© 2019 by Achilleas and Camilo