«Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δύο κοπέλες βρίσκονται δολοφονημένες μέσα σε διάστημα δέκα ημερών, και στις δύο περιπτώσεις ο τελευταίος που τις είδε ζωντανές είναι ο ύποπτος που κρατάμε, αρνείται να ομολογήσει την ενοχή του και ορκίζεται πως είναι αθώος. Εσύ τον πιστεύεις;» «Για κάποιο λόγο ναι»

 

Αποφαίνεται ο Ηλιάδης πίνοντας μια γουλιά απ’ τον αχνιστό καφέ του.

 

«Θα ήθελα να διαφωνήσω μαζί σου αλλά και’ γω για ένα περίεργο λόγο διατηρώ την ίδια άποψη. Ακόμα και αν όλα τα στοιχεία συνηγορούν την ενοχή του ένα αναθεματισμένο ένστικτο μου λέει ότι τα πάντα είναι μια αλυσίδα τρομακτικών συμπτώσεων» Αφήνω το γραφείο μας και κατευθύνομαι με το άδειο κυπελλάκι προς τον παμπάλαιο υδροψύκτη του διαδρόμου για να το γεμίσω με το περιεχόμενο του. Ένας υπαστυνόμος με χαιρετάει κλείνοντας μόρτικα και με νόημα το μάτι του. Κοντοστέκομαι και στηρίζω την πλάτη μου στον τοίχο ξαναπιάνοντας το νήμα της υπόθεσης από την άκρη του.

 

Στις 23 Σεπτεμβρίου η φοιτήτρια Χαρά Λιάκου βρίσκεται νεκρή περίπου διακόσια μέτρα από την οικεία της, πέντε μέρες αργότερα μια τριαντάχρονη υπήκοος Ουκρανίας, η Οκσάνα Καράσοβα, εντοπίζεται επίσης νεκρή σε ένα χωράφι κοντά στο Πικέρμι, κοινός παρανομαστής και στις δύο υποθέσεις ο Χάρης Στάμου, τριανταοχτώ χρονών, άεργος, κάτοικος Παγκρατίου. Είναι ο άνθρωπος που τις είδε για τελευταία φορά λίγες ώρες πριν από την εξαφάνιση τους, συγκεκριμένα το βράδυ τις 17ης Σεπτεμβρίου αποχώρησε με την Λιάκου από το καζίνο της Πάρνηθας έχοντας κερδίσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στη ρουλέτα, δύο μέρες μετά έφυγε με την Καράσοβα από κωλόμπαρο στη Μιχαλακοπούλου και επισκέφτηκαν ως πελάτες παραπλήσιο κωλόμπαρο στο οποίο διασκέδασαν μέχρι πρωίας. Σημειώνεται ότι ο καθένας πλήρωσε τα ποτά του ξεχωριστά γεγονός που προξένησε μεγάλη εντύπωση στους πελάτες και το προσωπικό.

 

Ποιος είναι όμως ο Χάρης Στάμου;

 

Πρόκειται μάλλον για έναν γοητευτικό νέο που αποφάσισε συνειδητά να αφιερώσει τη ζωή του στα πάθη του, έναν αυτοκαταστροφικό μποέμη, έναν-κατά πολλούς- γραφικό χαζοδάνδη . Προσωπικά ωστόσο μου εκπέμπει μια διεστραμμένη φωτεινότητα, γνωρίζω ότι γίνομαι γλαφυρός, μπορεί και κουραστικός, αλλά στη δουλειά μου έχω μάθει ότι η αλήθεια κρύβεται στις λεπτομέρειες. Ο Στάμου επίσης διαθέτει ένα χάρισμα, γράφει. Γράφει αρκετά καλά ώστε να κινείται στην αφάνεια και να διατηρεί έναν μικρό πυρήνα θαυμαστών. Διηγήματα του έχουν δημοσιευτεί σε αρκετά λογοτεχνικά περιοδικά ενώ έχει εκδόσει ιδίοις αναλώμασι και δύο μυθιστορήματα.

 

Είναι όμως ο Χάρης Στάμου ο δολοφόνος των δύο γυναικών. Η διαίσθηση μου λέει κατηγορηματικά όχι. Χρειάζομαι ωστόσο πιο απτές αποδείξεις…

 

***

 

«Είναι καλό, είναι πολύ καλό»

 

Ακούω τη φωνή του Ηλιάδη από την άλλη άκρη της γραμμής τη στιγμή που ο λεπτοδείκτης συντονίζεται με τον ωροδείκτη σημαίνοντας μεσάνυχτα.

 

Δεν συνηθίζει να με παίρνει ποτέ τέτοια ώρα, ούτε εγώ συνηθίζω να κάθομαι με ένα ποτήρι γεμάτο ουίσκι απέναντι από μια κλειστή τηλεόραση σπαζοκεφαλιάζοντας.

 

«Τι εννοείς;»

 

«Το βιβλίο του Στάμου, μόλις ξεκίνησα να το διαβάζω»

 

«Απ’ ο,τι φαίνεται μας έχει συνεπάρει και τους δύο ο μάγκας. Το βρίσκεις άραγε φυσιολογικό»

 

«Το βρίσκω τρομακτικό, η γοητεία του διαθέτει κάτι το ανυπέρβλητα σκοτεινό»Ανάβω ένα τσιγάρο και σπάω τις κλειδώσεις μου. Αυτό που σκέφτομαι να κάνω φαντάζει παράλογο, αλλά από την άλλη νιώθω πως είναι η μόνη επιλογή που διαθέτω.

 

***

 

«Θέλετε να δείτε τον κρατούμενο τέτοια ώρα;»

 

Με ρωτάει ο ίδιος «μάγκας» που μου είχε κλείσει μόρτικα το μάτι το μεσημέρι φράζοντας το δρόμο μου. Γνωρίζω πολύ καλά κάτι τέτοια κουτσαβάκια, βγαίνουν στο κουρμπέτι με την εντύπωση ότι θα πάιξουν στο επόμενο Ράμπο και από τις πολλές επικύψεις εκτονώνουν τα κόμπλεξ τους μόνο εκεί που τους παίρνει. Σε τίποτα ξυπόλυτους και αναξιοπαθούντες πρόσφυγες δηλαδή.

 

«Είναι πολύ σημαντικό»

 

Του απαντώ με αυστηρό και αδιαπραγμάτευτο ύφος που τον κάνει να ζαρώσει τόσο που θαρρείς ότι μπορεί να δραπετεύσει από την κλειδαρότρυπα. Μου ανοίγει την πόρτα του κελιού παραμερίζοντας για να περάσω. Αντικρίζω στο βάθος τον Στάμου να με κοιτάει με βλέμμα ευθύβολο και διερευνητικό.

 

«Πως και απο δώ τέτοια ώρα αστυνόμε;»

 

Η ειρωνεία ισορροπεί στο μέταλλο της φωνής του σαν επιδέξιος ακροβάτης, δεν έχω σκοπό όμως να παίξω το παιχνίδι του. Φροντίζω να του ξακαθαρίσω τις προθέσεις μου από την πρώτη κουβέντα.

 

«Ήρθα για να με βοηθήσεις Χάρη, για κάποιο ανεξήγητο λόγο δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι είσαι ο ένοχος»

 

«Δεν είμαι»

 

Απαντάει καθώς η καχυποψία υποχωρεί από τα μάτια του δίνοντας τη θέση της σε μια αχνή λάμψη ελπίδας. Έχει μάθει σαν τ΄αγρίμι να βλέπει τους ανθρώπους με επιφύλαξη, η σκοτεινότητα του δεν είναι έμφυτη αλλά προιόν μιας χαρισματικής ιδιομορφίας που έχει κατά καιρούς δαρθεί αλύπητα από τον όχλο.

 

«Δεν υπάρχει τίποτα που να στοιχειοθετεί την ενοχή σου εκτός από μια σημαντική λεπτομέρεια, όταν μια σύμπτωση επαναληφθεί παύει να υφίσταται. Αν δεν σκότωσες εσύ τις κοπέλες τότε το έκανε κάποιος που επιθυμούσε να σε ενοχοποιήσει, κάποιος που ακολούθησε τα βήματα σου και μετά φρόντισε να σβήσει τα ίχνη του. Μπορείς να φανταστείς κάποιον»

 

«Δεν έβλαψα ποτέ κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό μου»

 

Αποκρίνεται με χαμηλή αλλά σίγουρη φωνή τοποθετώντας ένα τσιγάρο στα λεπτά χείλι του. Ώρες ώρες νιώθω ότι αυτή η δουλειά με γεμίζει με περισσότερες αμφιβολίες παρά βεβαιότητες. Βγαίνω στην άδεια Αλεξάνδρας ενώ ο ουρανός χαράζει, το στόμα μου είναι στεγνό και το κεφάλι μου άδειο.

 

***

 

«Βγήκαν τα αποτελέσματα από το εργαστήριο»

 

Με ενημερώνει ο Ηλιάδης καθώς μπαίνω στο γραφείο με δύο άδειες σακούλες σκουπιδιών κάτω απ τα μάτια.

 

«Τίποτα συγκλονιστικό;»

 

«Στα ρούχα των θυμάτων βρέθηκαν υπολείμματα κοκαίνης και τρίχες που δεν ταυτοποιούνται με το γενετικό υλικό του Στάμου»

 

«Αυτό είναι ενθαρρυντικό, το δυστύχημα είναι ότι δεν βλέπω φως στο τούνελ σχετικά με τη σύλληψη του πραγματικού ενόχου. Ο Στάμου δεν μπορεί να φανταστεί κάποιον και εμείς δεν διαθέτουμε κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να μας οδηγήσει στα ίχνη του. Μέχρι να συμβεί αυτό, θα παραμένει ο βασικός ύποπτος»

 

«Μην είσαι τόσο απαισιόδοξος, ίσως η απάντηση βρίσκεται εδώ μέσα» Ρίχνει ένα βιβλίο πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού και ακουμπάει το δείκτη του πάνω στον τίτλο. «Χάρης Στάμου: Το πάζλ» διαβάζω χαμηλόφωνα και ύστερα διασταυρώνω το βλέμμα μου με το δικό του.

 

«Είπες ότι το διάβασες, έτσι;»

 

«Ναι, πρόκειται για μια σπονδυλωτή ιστορία οπού σε κάθε κεφάλαιο ο αφηγητής πάιρνει τη σκυτάλη από τον προηγούμενο διηγούμενος τα γεγονότα από τη δικιά του σκοπιά. Το πιο εντυπωσιακό όμως ξέρεις ποιο είναι; Αρχίζει όπως η υπόθεση του Στάμου, ένας νέος αποχωρεί με μια κοπέλα από το μπαρ και λίγες μέρες μετά τη βρίσκουν δολοφονημένη. Οι υποψίες πέφτουν επάνω του αλλά τελικά ο ένοχος είναι άλλος»

 

«Εκείνος που διαβάζοντας το βιβλίο του Στάμου θέλησε να πραγματοποιήσει το σενάριο, το έκανε όμως για να ενοχοποιήσει τον συγγραφέα του ή για να μας θέσει έναν γρίφο προκαλλώντας μας να τον λύσουμε φτάνοντας στα ίχνη του. Ποιος είναι ο αληθινός δολοφόνος στο βιβλίο;»

 

«Ένας μεγαλοδημοσιογράφος που διατηρεί εκπομπή σε πρωινή ζώνη, δεν υπάρχουν και πολλοί»

 

«Μεγαλοδημοσιογράφος, υπολείμματα κόκας στα ρούχα των θυμάτων…διυλίζοντας τα τεκμήρια νομίζω ότι καταλήγουμε σε δύο υποψήφιους»

 

***

 

Φακός 3-2-1

 

πάμε «Κάθε πρωί στις εφτά ακριβώς ακούω την ίδια φράση, σαν ένα ιδιότυπο σήμαντρο που χτυπάει την καμπάνα για να ξεκινήσει η μέρα. Το πρώτο διάλειμμα γίνεται μισή ώρα μετά, προσφασίζομαι την ανάγκη μου και σνιφάρω δύο γραμμές πάνω στην κλειστή λεκάνη του καμπινέ, υπάρχει ένας ιδιαίτερος συμβολισμός σε αυτό. Η ξέθωρη, απατηλή λάμψη του γυαλιού απέχει μόλις είκοσι μέτρα από την αδιαπραγμάτευτα αυθεντική θαλπωρή της κοινόχρηστης χέστρας. Πλένω τα χέρια μου στο νιπτήρα και επιστρέφω στη θέση μου. Η δημόσια εικόνα μου έχει σμιλευτεί στην εντέλεια, επιτυχημένος, αξιοζήλευτος, ελαφρώς αλαζόνας, αμερόληπτος, ψυχρός αλλά και οπωσδήποτε ανθρώπινος πίσω από τα φώτα της σκηνής. Η ζωή μου είναι όμηρος της κοινής γνώμης, η μόνη λύση για να τους ξεφύγω είναι να μπω στη θέση και το ρόλο κάποιου άλλου, αυτό ακριβώς αποφάσισα να κάνω τελειώνοντας το βιβλίο εκείνου του αποτυχημένου. Τους ξεγέλασα. Δραπέτευσα. Το πρόσωπο που αντίκρισαν στην τηλεόραση την επόμενη μέρα ήταν ένα ουδέτερο και άψυχο εκμαγείο. Από πίσω του κρυβόταν ο άνθρωπος που με το πέσιμο της αυλαίας ακολουθούσε τα βήματα ενός ξένου και σκότωνε τις συνοδούς του. Πριν από λίγο χτύπησε το τηλέφωνο, μια άγνωστη φωνή που συστήθηκε ως αστυνόμος Γκότσης, με κάλεσε στο γραφείο του για μια φιλική κουβεντούλα και ορισμένες πληροφορίες που ενδεχομένως θα μπορούσαν να βοηθήσουν το έργο της αστυνομίας. Δεν γνώριζα ότι υπάρχουν τόσο ικανοί και εύστροφοι επιθεωρητές στο σώμα, ακόμα και έτσι όμως είμαι βέβαιος ότι θα τους ξεφύγω. Η επιτυχία είναι το πιο ακράδαντο άλλοθι μου, εκείνος ο ασυμβίβαστος κακομοίρης των εκατό αντιτύπων έχει κάθε λόγο να σκοτώσει άλλωστε. Προσφάτως διάβασα κάπου μια φράση που με σημάδεψε. Όποιος δοκιμάζει σε αυτόν τον τόπο να πετύχει χωρίς μέσα και διασυνδέσεις είναι ένας εν δυνάμει δολοφόνος»…

Το παζλ ( Αστυνομικό αφήγημα δημοσιογραφικής αλητείας )

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo