Τα τείχη του κάστρου του περιστοιχίζονται από κούτες. Ένα παραθυράκι στο ύψος του στήθους τον αφήνει να βλέπει έξω. Μια νησίδα με γκρίζα δέντρα που δεν ξέρει το όνομα τους ,πιο πίσω ένα οικόπεδο με σκουριασμένα μέταλλα, και ακόμα παραπίσω η υποψία θάλασσας.

Οι κινήσεις του μετρημένες. Δεν μπορεί να κάνει βήμα μήτε μπρος μήτε πίσω. Ίσα ίσα μπορεί να στριφογυρνάει γύρω από τον εαυτό του. Λες και το κουτί δεν υπήρχε πριν από αυτόν. Πρώτα τον φυτέψανε στο μέρος εκείνο, και στην συνέχεια τον καπακώσανε με ένα κουτί, σαν μυρμήγκι σε ποτήρι . Από τότε που θυμάται τον εαυτό του , είναι κλεισμένος  εκεί.

Κάθε μέρα, στις έξι και είκοσι, λίγο πριν ξημερώσει, εμφανίζεται ένας κύριος μα μαύρο κοστούμι και μυτερά αυτιά, κάθεται δέκα λεπτά κοιτάζοντας το ρολόι του. Ανάβει ένα τσιγάρο, το καπνίζει μέχρι τη γόπα, το σβήνει και στη συνέχεια καθώς φεύγει τον χαιρετάει.

«Καλημέρα».

Ο ήρωας μας κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. Όταν φεύγει ο κύριος, κάθεται και κοιτάει  τα κουτιά γύρω του, που είναι έτοιμα να τον καταπιούν. Ένας φόβος γυρνάει στο μυαλό του. Χιλιάδες κουτιά πιάνουν φωτιά ταυτόχρονα, τον πνίγουν με τον καπνό τους, και τον καίνε. Αυτή η παράλογη σκέψη δεν σταματάει να γυρνάει στο κεφάλι του.

Καμιά φορά βγαίνει έξω να πάρει λίγο αέρα αλλά κατευθείαν σειρήνες αντηχούν, εκνευριστικές διαπεραστικές σειρήνες που κάνουν τα αυτιά του να πονάνε, και τον κάνουν να γυρίσει πίσω στη θέση του τρομοκρατημένος.

Με το μυαλό του αποχαυνωμένο, κάνει μια απότομη κίνηση και ένα κουτί από τα ράφια πέφτει στο πάτωμα. Όπως σκύβει να το πιάσει, βλέπει χαμηλά καταχωνιασμένη μια στρογγυλή σφαίρα. Την πιάνει και την φέρνει κοντά του, μισοκλείνοντας τα μάτια του για να την επεξεργαστεί. Χωράει όλη κ’ όλη στη χούφτα του ενός χεριού του. Είναι μπλε, και ζωγραφισμένα πάνω της είναι μικρά νησάκια.  Είναι μια μικρή υδρόγειος, διαφορετική από άλλες , κάποιου άλλου πλανήτη. Κάτι του θυμίζει. Όταν ήταν μικρός, τότε που δεν υπήρχαν κουτιά, ο πατέρας του την είχε δώσει σε κάποια γιορτή. Ο πατέρας του, με το μεγάλο μουστάκι και τα σκληρά του χέρια σαν πέτρα.  Κάτι για ένα ταξίδι…

Με το βλέμμα του χαμένο , και τις σκέψεις του να προσπαθούν να ενώσουν μια ιστορία, νιώθει το έδαφος να σείετε, το κουτί να τρέμει, και τις κούτες να πέφτουν πάνω στο κεφάλι του. Δεν είναι βαριές, αλλά κανά δυο τον χτυπάνε  με τις γωνίες τους, και του αφήνουν γρατζουνιές στο πρόσωπο. Η σφαίρα πέφτει στο πάτωμα και  πριν προλάβει να αντιδράσει,  τα κουτιά έχουν καλύψει όλο του το σώμα, και σαν να αναπαράγονται , η μια κούτα γεννά άλλες δέκα. Δεκάδες, χιλιάδες  ξεχύνονται, και μερικές βγαίνουν και έξω από το μικρό παραθυράκι, σαν να θέλουν να αποδράσουν. Κουτιά πλημμυρίζουν τους δρόμους, φτάνουν μέχρι κ στη μάντρα, κ μερικά πέφτουν στα βρώμικα νερά της θάλασσας. 

Η κίνηση σταματάει, και αυτοκίνητα αρχίζουν να κορνάρουν στα  κουτιά που τα παρεμποδίζουν. Εκείνος , ακούει τις φωνές, τα κορναρίσματα από μακριά, σαν από τον βυθό κάποιας θάλασσας, σαν να ζει στο όνειρο κάποιου άλλου.

Όταν ο πανικός του καταλαγιάζει,  παίρνει μερικές ανάσες. Ακούει τώρα ένα τετράγωνο ποτάμι από κουτιά να χύνεται ορμητικά, με τις μυτερές επικίνδυνες γωνίες του, και να γεννά άλλα κουτιά χωρίς σταματημό.

 Σκοτάδι γύρω του. Νιώθει έναν ανεπαίσθητο πόνο στα χέρια , και μετά στα πόδια . Κάτι συμβαίνει στο σώμα του. Μεταμορφώνεται. Στην αρχή τα άκρα του χάνουν την ελαστικότητα τους, γίνονται στιβαρά, τετράγωνα , και  μετά χάνουν την ανθρώπινη υφή τους, μεταμορφώνονται σε χαρτονένια. Νιώθει το κορμί του να αλλάζει, να τετραγωνοποιείται. Τα χέρια του ξεκολλάνε και τα πόδια του αφήνουν το κορμό τους. Στη συνέχεια το στήθος του γίνεται μια μεγάλη κούτα, και το κεφάλι του… Το κεφάλι του δεν προλαβαίνει να καταλάβει σε τι μεταμορφώνεται, γιατί οι σκέψεις του χάνονται όταν όλες του οι αισθήσεις πλέον δεν είναι ανθρώπου, αλλά άψυχου κουτιού.

 Η αστυνομία, κατάφερε μετά από μέρες να καθαρίσει το χώρο.  Όταν άνοιξαν το μεγάλο κουτί, ένα μικρό ποταμάκι νερού ξεχύθηκε. Όσο όμως και αν ψάξανε, δεν βρήκανε τίποτα, ούτε τη μικρή στρογγυλή σφαίρα. Μόνο δεκάδες κουτιά μουλιασμένα στο πάτωμα.

Την επόμενη μέρα κάποιος άλλος πήρε τη θέση του στο κουτί.

Το κουτί

του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

© 2019 by Achilleas and Camilo