Στην πρώτη προσπάθεια να ανοίξουν  τα μάτια του συνάντησε σθεναρή αντίσταση  και αφέθηκε πάλι σε αυτόν τον  άγνωστο  επισκέπτη που τον ταξίδευε αέναα.

Ούτε που  κατάλαβε πόσες ώρες είχαν περάσει όταν δοκίμασε για δεύτερη φορά.

Ένιωσε σαν να, μετακινεί  δύο  τεράστιους βράχους  που του έκρυβαν εντελώς τον ορίζοντα.,

Είδε αμυδρά τον επισκέπτη να ξεμακραίνει μέχρι που χάθηκε..

Το δωμάτιο  του πια, ήταν  ο τελικός  προορισμός .

Τα χέρια του δεν περίμεναν να υπακούσουν σε καμία εντολή .

Μέσα στο σκοτάδι έψαξαν με μανία τα τσιγάρα του και βρήκαν το τελευταίο.

Το άναψε. Με δυσκολία ρούφηξε με όση δύναμη είχε και το  κράτησε στα χείλη του μέχρι να καεί  ενώ ο ίδιος έψαχνε το γαμημένο ουίσκι  .

Τα λίγα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν  μέχρι να βρει το μπουκάλι οι ερινύες πρόλαβαν να κάνουν την εμφάνιση τους και να του ψιθυρίσουν το ίδιο ανελέητο τραγούδι κάθε χρόνο αυτή την ημέρα.

 

Ντύθηκε βιαστικά.  Έπρεπε να εφοδιαστεί με τσιγάρα  και  αλκοόλ, δεν ήθελε   να τον βρουν ξανά απροετοίμαστο.

Ένιωσε  δυο μάτια να τον κοιτάζουν επίμονα την ώρα που πλήρωνε

Γύρισε εντελώς ασυναίσθητα ,μάλλον αδιάφορα.

Πίσω του στεκόταν εκείνη ακίνητη,  και τον κοιτούσε μέσα σε ένα ροζ δαντελένιο αέρινο φόρεμα .

Ισχνό φως  ξεπηδούσε μέσα από τις σκούρες κόρες των ματιών της και δυο  μεγάλα βραχιόλια  καλύπταν τους    καρπούς της ,βραχιόλια δερματόστικτα , αλλόκοτα.

Η όλη φιγούρα της έμοιαζε απόκοσμη  αλλά και μεθυστικά ελκυστική .

Δεν χρειάστηκε   παρά μόνο ένα γεια και  οι  επόμενες στιγμές  βρήκαν δυο  κορμιά να παλεύουν σε   ένα ερωτικό αγώνα επιβίωσης και επιβολής της σαρκικής ορμής του ενός  πάνω στον άλλον

Ο χρόνος είχε χάσει  κάθε σημασία

Ένα ζεστό σκοτάδι τους είχε αγκαλιάσει.

 

Δίπλα του η  μελαχρινή άγνωστη έδειχνε να κοιμάται.

Ακούμπησε το ποτήρι με το ουίσκι στα χείλη του  .Μέσα στο σκοτάδι κάτι γυάλιζε στον απέναντι τοίχο.

Προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι, μα ένιωθε να μην  έχει δυνάμεις

Προσπάθησε να πιει  μια δεύτερη  γουλιά.  Ένιωσε να πνιγείτε ,σαν  αόρατα χέρια  να του έφραζαν  κάθε αναπνευστική οδό .

Δοκίμασε να ψελλίσει μια λέξη μα του έλειπε ο απαραίτητος αέρας από τα  σωθικά  .

Ένιωθε να φεύγει  να βγαίνει από το κορμί του  και δίπλα του εκείνη ,μαζί του,  σαν να τον κρατούσε σε αυτήν την αιώρηση που όλο και μεγάλωνε την απόσταση από το κρεβάτι και τα  κουλουριασμένα σώματα .

Και ξάφνου η μορφή άλλαξε και μετατράπηκε σε χθόνια θεότητα, με κεφάλι μέδουσας ,φρικιαστική    που τον έπαιρνε μαζί της στα έγκατα του Άδη .

Και το σημάδι που γυάλιζε στον τοίχο τόσο καθαρό πια.

Αυτή η ημερομηνία.

Η ίδια κάθε χρόνο.

Δύο ερωτευμένοι κάποιο βράδυ.

 Η ταχύτητα του έρωτα τους .

 Ένας κρότος  ,και ένα παγωμένο χέρι δίπλα  του.

Ένα σ'αγαπώ  που δεν είπε ποτέ.

Γαλήνιος πια , πολύ μακριά από την υλική του υπόσταση κοίταξε την Ερινύα που του κρατούσε συντροφιά στο  μακρινό του ταξίδι .

Η αποκρουστική μορφή της είχε εξαφανισθεί και την θέση της είχε πάρει μια μορφή τόσο οικεία και τόσο όμορφη .

Ήταν εκείνη .

Τον χάιδεψε με το παγωμένο χέρι της και του είπε σ' αγαπώ.

Το κορίτσι με το παγωμένο χέρι

Του Γρηγόρη Φιλιππάτου

© 2019 by Achilleas and Camilo