Στην μαγευτική, παραθαλάσσια, βελγική πόλη Οστάνδη τίποτα δεν φαίνεται να προμηνύει το ολοκαύτωμα που θα κατακλύσει την Ευρώπη, όπως και είκοσι χρόνια νωρίτερα, το 1914, όταν ο Τσβάιχ  στα προεόρτια του Μεγάλου Κακού έβλεπε τους  Βέλγους απρόθυμους να πάρουν μέρος σε αυτό το παιχνίδι καθησυχάζοντας τους φίλους του και προκαλώντας τους, χαριτολογώντας, «να τον κρεμάσουν από αυτό το φανάρι αν μπει στη χώρα ο Γερμανικός στρατός».

Με την «Κοινωνία των Εθνών» θεατή στην προσάρτηση της Αβυσινίας από τους Ιταλούς φασίστες και την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία ανεξέλεγκτη, ο ειρηνιστής συγγραφέας δεν τρέφει πλέον καμία αυταπάτη. Όπως και σύσσωμη η ομάδα των αυτοεξόριστων διανοούμενων που συναντιούνται στο καφέ Φλόρ, κουβεντιάζοντας για τα πολιτικά, την επικαιρότητα και την ευρωπαϊκή διανόηση αφήνοντας τις ίντριγκες και τις έριδες να εισχωρήσουν στις σχέσεις τους διαβρώνοντας και δυναμώνοντας τες ταυτόχρονα.

Η οξυδερκής και εμπεριστατωμένη ματιά του συγγραφέα στην παρέα του Τσβάιχ, του Ροτ, του Έγκον Κις, του Έρνστ Τόλλερ, της «άριας» αλλά ανεπιθύμητης από το Γερμανικό καθεστώς Ίρμγκαρ Κόουν  ακτινογραφεί το πάθος, τη φιλία, τον φθόνο, τους παθιασμένους έρωτες που αναπτύσσονται στο ειδυλλιακό, παραθαλάσσιο θέρετρο και την προσμονή όλων να επιστρέψουν στον γενέθλιο τόπο τους, τη μάταιη ελπίδα να τελειώσει ο ναζιστικός εφιάλτης που πλανάται πάνω από την Ευρώπη λίγο πριν τη ζώσουν οι φλόγες. «Κάθε μέρα που περνάει, ο γυρισμός απομακρύνεται, γίνεται όλο και λιγότερο πιθανός. Όλοι το ξέρουν. Άλλα δεν το κουβεντιάζουν. Η αισιοδοξία είναι υποχρέωση και καθήκον. Το σκοινί το έχουν όλοι στη βαλίτσα, αλλά δεν μιλούν γι’ αυτό»

Αναφέρει σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας και τα λόγια του ακούγονται σαν χρησμός. Ο Τσβάιχ θα δώσει τέλος στη ζωή του λίγα χρόνια αργότερα νικημένος από την αδυναμία του να επηρεάσει τις εξελίξεις, αρνούμενος να παραμείνει απλώς θεατής απέναντι στον εφιάλτη αλλά και ανήμπορος να τον ανακόψει. Αυτή η κοινή μοίρα συνδέει όλους τους πρωταγωνιστές σαν παραποτάμους που εκβάλουν στον ωκεανό της απελπισίας καθώς ο καλοκαιρινός ήλιος, τα βοερά βουλεβάρτα και οι ανέμελοι ρυθμοί τους προσφέρουν μια στιγμιαία αυταπάτη ευδαιμονίας.

Το βιβλίο του Weidermann  δεν αποτελεί μονάχα ένα εφιαλτικό χρονικό για την αυτοκτονία της Ευρώπης, αλλά και έναν ύμνο πάνω στην ανθρώπινη αισιοδοξία που αντιμάχεται το προδιαγεγραμμένο και παλεύει για την ζωή, την δημιουργία και την ευτυχία ακόμα και όταν όλα έχουν χαθεί…

Volker Weirdmann

«Οστάνδη 1936 Στέφαν Τσβάιχ και Γιόζεφ Ροτ

Το καλοκαίρι πριν από το σκότος».

Εκδόσεις Άγρα

Κριτική του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo