© 2019 by Achilleas and Camilo

Δευτέρα

«Είναι μια γάτα στην ταράτσα. Εσείς την πή­ρατε χαμπάρι;» Ο ψίθυρός της γρήγορος, συνω­μοτικός. Τα μάτια της γουρλώνουν από το άγχος. Έτσι κι αλλιώς, η κυρά Κική αγχώνεται για τα πάντα. Βγήκε στο μπαλκόνι για να απλώσει ρούχα, άκουσε δίπλα τη Σοφία και της έπιασε την κουβέντα. Όπως γίνεται δηλαδή τις πε­ρισσότερες φορές. Η Σοφία ακούει στωικά τις ανησυχίες της γειτόνισσας με τη χαρακτηριστική ευγένειά της. Εγώ βλέπω και ακούω τα πάντα καθαρά, αλλά η κυρά Κική δεν με βλέπει. Μπορώ πλέον να κρύβομαι τόσο καλά, που ακόμη και στο φως της μέρας κανείς δεν μπορεί να με κα­ταλάβει, αν δεν το θέλω.

Η κυρά Κική συνεχίζει ακάθεκτη. «Πλήρωσα έναν αλ­λοδαπό για να διώξει τη γάτα από την ταράτσα και ησύ­χασα». Σπεύδει να απαντήσει στην απορία της Σοφίας, πριν καν την ξεστομίσει. «Να σου πω κόρη μου», πλησιάζει ακόμη περισσότερο, γέρνοντας πάνω στο διαχωριστι­κό των μπαλκονιών. Τα μάτια της γουρλώνουν ακόμη περισσότερο, δείχνουν κωμικά, τεράστια πίσω από τα χο­ντρά γυαλιά μυωπίας. Νομίζεις ότι θα πέσουν από το πρό­σωπό της. Χαμηλώνει κι άλλο τη φωνή. Κοιτάζει νευρικά, δεξιά, αριστερά και πίσω για να σιγουρευτεί ότι δεν την ακούει κανείς «είναι γρουσούζικο αυτό το πλάσμα. Το φο­βάμαι. Όχι, όχι, όχι, καλύτερα έτσι. Και το καλό που σου θέλω: έτσι και πάρεις χαμπάρι τη γάτα, πάρε τους όλους και φύγε μακριά!»

Χαμογελάει, προσπαθεί να αλλάξει θέμα και να ελαφρύ­νει την ατμόσφαιρα. Κοιτάζει τα φρεσκοπλυμένα ρούχα στα χέρια της Σοφίας.

«Το μωράκι μας τι κάνει; Τι κάνει ο μπεμπούλης μας;»

Έτσι είναι η κυρά Κική. Μπορεί να κάνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών στη διάθεσή της σε χρόνο μηδέν.

«Καλά είναι, ανθίζει. Τώρα είναι επτάμισι μηνών».

«Μα, τι ήσυχο παιδί είναι αυτό; Πρώτη φορά, σου κάνω τον σταυρό μου, πετυχαίνω παιδί να μην κλαίει καθόλου! Αλήθεια σου λέω, ποτέ δεν τον έχουμε ακούσει, ούτε μια φορά!»

«Εντάξει, είναι ησυχούλης. Πολύ λίγες φορές μας έχει κλάψει».

«Μπράβο, μπράβο το μωράκι μας! Μα είναι και που τον μεγαλώνετε μόνοι σας. Χωρίς άλλους στο σπίτι, χωρίς κα­νέναν να μπλέκεται στα πόδια σας. Μόνο με τη μαμά του και με τον μπαμπά του. Έτσι είναι το σωστό! Τι κάνει ο Γιώρ­γος; Κατάφερε τίποτα με τη δουλειά;»

«Όχι κυρία Κική. Ήταν απλήρωτος τόσους μήνες, μετά τους έδιωξαν, τώρα ψάχνει ξανά, αλλά, μεταξύ μας, χλω­μό το βλέπω. Με τέτοια κρίση εκεί έξω, τις επιχειρήσεις να κλείνουνε η μια μετά την άλλη, πού να βρεις δουλειά, είναι δύσκολα τα πράγματα».

Επόμενη ακαριαία συναισθηματική αλλαγή. Την περιμέ­νω, δεν με εκπλήσσει πια. Η κυρά Κική κοκκινίζει, σφίγγε­ται, οι φλέβες πρήζονται στον αδύνατο λαιμό της.

«Ναι, κόρη μου! Που να μη σώσουν οι κερατάδες, έτσι που μας κατάντησαν!»

Παύση. Σε λίγο ίσως αρχίσει να κοιτάει περίεργα, όπως την άλλη φορά. Είναι επικίνδυνες οι σιωπές όταν είσαι με άλλους ανθρώπους. Μπορεί η προσοχή τους να χωθεί εκεί που δεν τη σπέρνεις. Ο καλύτερος τρόπος να κρύψεις την αλήθεια είναι να εστιάσεις στη λεπτομέρεια, να μη δώ­σεις την ευκαιρία στον άλλο να δει τη ευρύτερη εικόνα των πραγμάτων. Αποπροσανατολισμός, πρόσω ολοταχώς. Χρειάζεται μια πρόφαση για να κλείσει η κουβέντα, με ευ­γενικό και διακριτικό τρόπο. Έτσι κι αλλιώς η κυρά Κική, όπως όλες οι νοικοκυρές, κόβει το μάτι της, προσέχει τα πάντα. Σχεδόν τα πάντα. Μια ανύποπτη κίνηση της Σοφί­ας προς το εσωτερικό του σπιτιού, και το έπιασε το μήνυμα. Όπως το περίμενα.

«Άντε, κόρη μου, να σε αφήσω να συνεχίσεις. Έβγαλε και κρύο».

«Γεια σας, κυρία Κική».

«Πολλά φιλάκια στον μπεμπούλη μας και χαιρετίσματα στον Γιώργο! Να έρθετε δίπλα να πιούμε ένα καφέ, να γνω­ρίσω τον άντρα σου επιτέλους. Τόσο καιρό το λέμε».

«Θα το κανονίσουμε, κυρία Κική, ξέρετε τώρα, με το μωρό έχουμε τρεχάματα».

«Ναι, κόρη μου, καταλαβαίνω. Κι εγώ τα ίδια πέρασα με τα δικά μου τα παιδιά όταν ήταν μικρά, έτρεχα και δεν έφτανα. Άντε, φιλάκια!»

Κλείνω την μπαλκονόπορτα πίσω μου. Επιτέλους. Οκτώ όροφοι πάνω από τη γη. Λες και δεν μας έφτανε η ασκήμια της γειτονιάς, πρέπει να υποστούμε και την πανοραμική της θέα. Μοιραζόμαστε τον όροφο με την κυρά Κική. Από πάνω μας, η ταράτσα. Η μόνωση έχει χαλάσει και το σπίτι γέμισε μούχλα που στολίζει με μολυσματικά αραβουργήματα τους τοίχους και τα ταβάνια. Τους χειμερινούς μήνες η τεχνοτρο­πία της φθοράς εξαπλώνεται. Η υγρασία τρυπάει το κόκα­λο. Από πρόπερσι είμαστε χωρίς θέρμανση, κυκλοφορούμε στους διαδρόμους τυλιγμένοι με κουβέρτες, σαν φαντάσμα­τα.

Κακό περιβάλλον για το παιδί, αλλά όλα θα αλλάξουν, όταν έρθει η ώρα. Όταν θα βάλω τα πράγματα σε μια σειρά. Αλλιώς, ποιο το νόημα να κάνεις οικογένεια και παιδί αν δεν μπορείς να τους προσφέρεις τα βασικά, ένα στεγνό σπίτι που να μη μυρίζει και λίγη ζεστασιά το χειμώνα; Θα φύγουμε από δω, αρκεί να πάνε όλα καλά, θα τους πάρω αγκαλιά, θα φύ­γουμε και δεν θα ξαναγυρίσουμε ποτέ.

Τριγυρίζω στα σκο­τεινά δωμάτια ανήσυχος, με τρώνε τα πόδια μου, δεν μπορώ να κάτσω σε μια καρέκλα να σκεφτώ. Είπαμε ένα ψέμα πριν. Μάλλον την άκουσα τη γάτα. Μέρες τώρα ακούω θορύβους στο σκοτάδι. Κρότους και μουγκρητά. Με ξυπνούν τη νύχτα και με νανουρίζουν μέχρι τις πρώτες ώρες της αυγής. Ανά­μεσά τους, άραγε, να βρίσκονται και οι ήχοι μιας γάτας που κρύβεται στις σκιές; Τώρα που το σκέφτομαι, είναι πολύ πι­θανό. Έχω ανήσυχο ύπνο αυτό τον καιρό, στριφογυρίζω όλο το βράδυ σαν να έχω πυρετό. Δεν τρώω καλά, κάτι μου φταί­ει. Όπως και να έχει, μάλλον την ακούω τη γάτα. Ή, για να εί­μαι πιο ακριβής, αισθάνομαι τη διακριτική παρουσία της στον χώρο, χωρίς να την έχω δει μέχρι στιγμής.

 

Μετά τα μεσάνυχτα

Ξυπνώ ξανά μέσα στον ιδρώτα. Από τις γρίλιες των πα­ραθύρων φιλτράρεται χλωμό φασματικό φεγγαρόφωτο, κό­βει σε μουντές φέτες το σκοτεινό δωμάτιο. Μέσα τους επι­πλέουν σωματίδια σκόνης. Ο εφιάλτης ξεχνιέται σταδιακά, νιώθω τα κομμάτια του να ξεκολλάνε από τη μνήμη και να κατρακυλάνε στην άβυσσο της λησμονιάς. Ακόμα περισσό­τερη παρέα για τα τέρατα και τις σκιές που κοιμούνται εκεί. Το νυχτικό της είναι πεταμένο δίπλα μου, αλλά η θέση της στο κρεβάτι είναι άδεια και τα σκεπάσματα είναι σηκωμένα από τη μεριά της. Η υγρασία και το κρύο τρυπώνουν από το άνοιγμα. Σκεπάζομαι ολόκληρος και αλλάζω πλευρό. Μάλ­λον πήγε στο δίπλα δωμάτιο για να ταΐσει το μωρό.

Κρό­τοι ξανά, σαν κάποιος να μετακινεί έπιπλα μέσα στη νύχτα. Και ένα σύρσιμο στις κουρτίνες. Η γάτα γλιστράει μέσα στο σκοτάδι, στέκεται μπροστά στο κρεβάτι, τυλίγει την ουρά γύρω από τα πόδια της. Εποπτεύει το δωμάτιο, τον κοιμισμέ­νο άντρα που δεν σηκώθηκε να τη δει. Δεν την αγνοώ, απλά ξέρω ότι είναι εκεί, όπως ξέρει και η ίδια για μένα και αυτή η αίσθηση έχει μια ανακουφιστική φυσικότητα. Δυο διαφο­ρετικές φύσεις μοιράζονται μια κοινή γλώσσα επικοινωνί­ας. Το σκοτάδι. Με ηρεμεί και με διαβεβαιώνει ότι όλα θα πάνε καλά. Μετά από λίγη ώρα, το πλάσμα χάνεται ξανά στις σκιές από όπου βγήκε. Σε εκείνη την πρώτη συνάντη­σή μας έμελλε να μην κοιταχτούμε ποτέ.

Κάπως έτσι αποφάσισα να κλέψω λίγο χρόνο από όσα με απασχολούν και να κρατήσω λίγες σημειώσεις για μια γάτα που δεν είμαι ακόμη σίγουρος ότι υπάρχει.

 

Τρίτη

Η φτωχογειτονιά απλώνεται σαν καρκίνος στο γέρικο σώμα της πόλης. Μεταστάνει αδυσώπητα, μολύνει τα λίγα υγιή κομ­μάτια που τις απομένουν. Υστερικές βιτρίνες και ξεδιάντροπα φώτα προσπαθούν να ξορκίσουν το κακό και να ξεγελάσουν το μάτι του επισκέπτη. Όμως η μετάσταση είναι αμείλικτη και η πρόγνωση ζοφερή, μαρτυρική και μακροχρόνια. Η πόλη πε­θαίνει, μεθυσμένη και μαστουρωμένη, γελώντας απρόσφο­ρα, στολισμένη με γυαλιστερά σκουπίδια και φωσφορίζουσες μπογιές. Στο γκρίζο γκέτο οι πολυκατοικίες ορμούν στον ου­ρανό, λυσσομανούν να τον κρύψουν, ξερνούν τέφρα, σκουριά και κομμάτια σοβά στους νοτισμένους δρόμους. Ο κόσμος κυ­κλοφορεί με το κεφάλι σκυφτό και βήμα ταχύ.

Στα σπίτια μέσα, ασυλοποίηση και χρόνια νοσηλεία για αυτούς που δεν έχουν τα μέσα να δραπετεύσουν. Τα μπαλ­κόνια και οι ταράτσες προκαλούν για βήματα απονενοημέ­να και λυτρωτικές βουτιές στο κενό. Όμως φόβος και ενοχές μπλέκονται μαζί με τα καλώδια και τις κεραίες των τηλεορά­σεων γύρω από το θύμα και το συνετίζουν, του επιβάλλουν να υπακούσει στις υποχρεώσεις και να γυρίσει πίσω με μάτια αδειανά και δάκρυα ξεραμένα. Σύρματα και ταβανόπροκες διατάζουν την επιστροφή σε αποθήκες ψυχών, στοιβαγμένες και τακτοποιημένες ανάμεσα σε σπειροειδείς σκάλες, βρώ­μικες αποθήκες, ασανσέρ που τρίζουν και σκοτεινά υπόγεια.

Όταν δεν αντέχεις άλλο πια, βαρέθηκες, κουράστηκες και μπούχτισες και θέλεις να φύγεις, να φύγεις, η καθημερι­νότητα γίνεται το τέρας. Κόλαση γίνονται οι άλλοι. Και η γειτονιά φαντάζει με εφιαλτική αυλή των θαυμάτων.

 

Τετάρτη

Πρέπει να ψωνίσω. Ελάχιστα πράγματα, τα απαραίτητα. Το ασανσέρ είναι χαλασμένο πάλι. Ο διαχειριστής, ένας θε­όρατος όγκος υπέργηρου λίπους, άπλυτος και πρόστυχος. Ανεβαίνει τις σκάλες με μια τσάντα εργαλεία. Γυρίζει και κοιτά, η ανάσα του βρωμάει, οι σκέψεις του ζέχνουν ακό­μα περισσότερο. Ξερογλείφεται και φτιάχνει τις λιγδωμένες τρίχες που του απόμειναν.

«Ωωω, καλημέρα σας!»

Η Σοφία χαμογελάει ευγενικά. Ελπίζω να τον αποφύ­γουμε αυτή τη φορά χωρίς πολλά πολλά.

«Χάλασε πάλι το ρημάδι, αλλά μην ανησυχείς. Θα στο φτιάξω εγώ στο πι και φι. Τι, μπρίκια κολλάμε εδώ πέρα;»

Γλοιώδης, απαίσιος άνθρωπος. Ο πληθυντικός μεγαλο­πρέπειας και τα γούστα τον μάραναν. Είναι παχύσαρκος, έχει ζάχαρο, πίεση, κήλη στη μέση και ρευματικά. Αλλά έχει δυνατή καρδιά, περηφανεύεται παντού για αυτήν τη δυνα­τή καρδιά που τον κρατάει δραστήριο και ντούρο. Με έμ­φαση στο ντούρο. Η Σοφία προσπερνά. Προσπαθεί να κρα­τήσει το χαμόγελο λίγο ακόμη, για στοιχειώδεις λόγους ευ­γένειας. Κατηφορίζει τις σκάλες νευρικά.

«Τις καλημέρες μου στον σύζυγο!» Γελάει βραχνιασμένα και πνίγεται στα σάλια και στον τσιγαρόβηχα. Χουφτώνει τον καβάλο του και τρίβεται. Εννοείται πως, για άλλη μια φορά, δεν με κατάλαβε. Ακόμα και αν δεν είχε πάει όλο του το αίμα στο κάτω κεφάλι, πάλι δεν θα με καταλάβαινε. Δεν μπορεί πια. Κανένας δεν μπορεί.

Ξέρω ελάχιστους από τους ένοικους τις πολυκατοικίας και ακόμη και εκείνες οι λίγες γνωριμίες περισσότερο βγαί­νουν σε μπελά, παρά σε καλό. Οι περισσότερες πόρτες των διαμερισμάτων δεν ανοίγουν ποτέ. Από τύχη ακούς χνάρια απρόσμενης ζωής. Κι άλλοι τρόφιμοι, ζωντανοί νεκροί. Δεν είναι αστείο το πόσο πολύ μοιάζουν οι πόρτες των διαμε­ρισμάτων με καπάκια από φέρετρα; Μάλιστα κάποιες από αυτές, οι πιο καινούριες και ακριβές, με τις διπλές και τρί­διπλες κλειδαριές ασφαλείας, τους σύρτες και τις τρίαινες, είναι σκούρο λακαρισμένο ξύλο με μπρούτζινα χερούλια. Η ειρωνεία σε όλο της το μεγαλείο. Δεν τρέφω αυταπάτες. Ξέρω ότι οι περισσότεροι στην πολυκατοικία με βλέπουν με μισό μάτι. Με θεωρούν μακάβριο, αποτυχημένο και κουνι­στό. Ο διαχειριστής. Η κυρά Κική, αν και ποτέ της φυσικά δεν θα παραδεχόταν κάτι τέτοιο. Το κορίτσι στο υπόγειο, με το λευκό σαν βενετσιάνικη μάσκα πρόσωπο.

Η γυριστή σκάλα ξεδιπλώνεται στο ημίφως. Εξαρτήμα­τα που περισσεύουν στο φρεάτιο του χαλασμένου ασαν­σέρ ζωγραφίζουν παράξενες σκιές. Κροταλίσματα και συρ­σίματα αντηχούν στους στενούς διαδρόμους των ορόφων. Ήχοι περιστασιακοί, μουντοί πίσω από τις κλειστές πόρτες. Η γάτα κατηφορίζει και αυτή, ισορροπεί πάνω στα κάγκε­λα, παραμονεύει στους λερωμένους φεγγίτες, κρύβεται πίσω από θαμπά τζάμια. Η είσοδος της πολυκατοικίας λούζεται από γκρίζο φως. Ακόμα πιο κάτω, το υπόγειο. Οι πιο φτωχοί και παραμελημένοι της γειτονιάς ζουν εκεί σαν τα ζώα, σέρ­νονται και σκουντουφλάνε στα σκοτάδια. Το κορίτσι με το λευκό σαν βενετσιάνικη μάσκα πρόσωπο είναι ξένη, πάμ­φτωχη και εξαθλιωμένη. Όμως έχει έναν αέρα αξιοπρέπειας και καρτερίας μοναδικό ανάμεσα στο εκφυλισμένο ανθρω­πομάνι. Ένας θλιμμένος εύθραυστος άγγελος που μαραίνε­ται στις σκουριασμένες λάσπες του υπογείου. Είναι τυφλή, ακούει αλλά δεν βλέπει τα τρωκτικά που ροκανίζουν το κρεβάτι και τη ματωμένη σερβιέτα ανάμεσα στα πόδια της.

Αγόρασα ψωμί, πατάτες και γάλα σκόνη για το μωρό. Πάνω από το ταμείο, ένα κουτί με σοκολάτες. Από εκείνες που αρέσουν της Σοφίας. Απλώνω το χέρι και παίρνω μια παρορμητικά κι ας ξέρω ότι θα το μετανιώσω μετά. Με τα ίδια λεφτά θα μπορούσα να πάρω κάτι πιο χρήσιμο, ένα πα­κέτο μακαρόνια φέρ’ ειπείν. Αλλά τέτοιες μικρές εκπλήξεις χρειάζονται καμιά φορά, δίνουν ελπίδα στην καθημερινό­τητα και λίγο χρώμα στην αγάπη. Ξέρω ότι και εκείνη θα τη χαρεί κατά βάθος κι ας με μαλώσει για τη σπατάλη. Δεν πει­ράζει. Επέστρεψα στην αετοφωλιά μας με χαμόγελο.

Στη βάση της σκάλας, ένα σύρσιμο. Ο πάτος του φρεα­τίου είναι μια μαύρη τρύπα, περιστοιχισμένη από το γκρί­ζο κλουβί. Τα μάτια της γάτας τρυπάνε το σκοτάδι, κοιτούν από χαμηλά. Το σώμα του διαχειριστή είναι τσακισμένο στο ανώμαλο δάπεδο, χυμένο ανάμεσα σε σιδεριές που προεξέ­χουν. Το κεφάλι του σπασμένο, το πίσω μέρος του κρανίου δυσοίωνα τοποθετημένο σε σχέση με το μπροστινό. Μου θυμίζει σοκολατένιο αυγό που ένα ανυπόμονο παιδί έκοψε στη μέση για να πάρει το παιχνίδι από μέσα και μετά έβα­λε τα δυο μισά ξανά μαζί βιαστικά και άτακτα, το ένα λίγο πιο πάνω και στο πλάι του άλλου. Το πρόσωπο ανέκφρα­στο, κοιτάει στο κενό. Πάνω στο στήθος μια τρύπα χάσκει. Η γάτα την περιεργάζεται με τη χαρακτηριστική αδιαφορία των αιλουροειδών. Μια μικροσκοπική γλώσσα από ροζ γυα­λόχαρτο τρίβεται στα χείλη της πληγής. Με κοιτά και ένα αι­νιγματικό μειδίαμα ζωγραφίζεται στο παράξενο ζωντανό. Το χαμόγελο της Τζοκόντας σε μια γάτα. Μα δεν είναι δυνατό, οι γάτες δεν έχουν έκφραση, δεν χαμογελούν. Κι όμως, εί­ναι ένα αναμφισβήτητο χαμόγελο. Ένα διακριτικό και υπο­σχόμενο χαμόγελο.

Το σκοτάδι της σκάλας με καθησυχάζει. Όλα θα πάνε καλά, σκέφτομαι. Λαχανιάζω μέχρι να φτάσω στον όγδοο όροφο. Ξεκλειδώνω και κλείνω την πόρτα πίσω μου. Κλει­δώνω και βάζω σύρτη. Το σπίτι είναι σκοτεινό. Ξάπλωσα να κοιμηθώ. Ονειρεύτηκα κατσαβίδια, σφυριά, πριόνια και γαλλικά κλειδιά.

 

Πέμπτη

Ξύπνησα κουρασμένος και καταπονημένος. Δεν είμαι καλά, νομίζω έχω ημικρανίες. Πρέπει να φταίει η κακή δια­τροφή. Η μέρα ξημέρωσε μουντή και ξεθωριασμένη. Η κα­κοφωνία της πόλης φτάνει στον όγδοο όροφο σαν συνεχές βουητό. Χτυπούσαν την πόρτα πιο πριν, αλλά δεν άνοιξα. Μπήκα στον πειρασμό να κοιτάξω από το μάτι, αλλά σκέ­φτηκα ότι ίσως να με καταλάβαιναν, και έτσι έκανα πίσω. Άνοιξα με επιφύλαξη την τηλεόραση. Κάποτε, ήταν μια πα­ρηγοριά, τώρα είναι ενόχληση. Όλου του κόσμου η ανοη­σία, η φτήνια και η προστυχιά εισβάλλουν στο διαμέρισμα, με ηχητική υπόκρουση τσιφτετέλια και κακαρίσματα από κακοβαμμένες παρουσιάστριες και βιζιτούδες. Το μωρό εί­ναι καθισμένο στο καρεκλάκι του, κοιτάει σαν υπνωτισμέ­νο. Όλα κι όλα, μπέμπη, τηλεόραση δεν θα δεις. Ο μπαμπάς θα σου βάλει συνδρομητική και θα βλέπεις μόνο ποιοτικές παιδικές εκπομπές. Αρκεί να μας πάνε όλα κατ’ ευχή, αγορά­κι μου. Η Σοφία είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, κουκουλω­μένη κάτω από τα σκεπάσματα, κατάκοπη από το χτεσινό ξενύχτι. Στη σκέψη και μόνο του πόσο ταλαιπωρείται, πο­νάω. Δεν θα την ξυπνήσω, θα αφήσω το κορίτσι μου να ξε­κουραστεί. Πάλι την ξεθέωσες, βρε ζουζούνι; Εγώ από την άλλη, όλη νύχτα δεν κατάλαβα τίποτα.

Ξύσιμο στα παραθυρόφυλλα και στα κατεβασμένα στό­ρια. Η γάτα τριγυρίζει έξω, εποπτεύει τον χώρο, δηλώνει την παρουσία της λιτά, διακριτικά. Με κάνει να αισθάνο­μαι κάπως καλύτερα. Το σκοτάδι είναι μοναχική συντροφιά. Η γάτα του προσθέτει μια ζωντάνια και έναν χαρακτήρα. Εξάλλου, για αυτό τα λένε και ζώα παρέας, σωστά;

 

Αργότερα.

Η Σοφία τηγάνισε πατάτες και έπλυνε τα πιάτα. Θή­λασε το μωρό και σφουγγάρισε. Έχω μια ανησυχία, πάλι με τρώνε τα πόδια μου, δεν μπορώ να κάτσω ακίνητος σε ένα σημείο. Θέλω να της κάνω την έκπληξη με τη σοκολάτα, την έχω ακόμα κρυμμένη στην τσέπη του παλτού μου. Περνάω την ώρα τακτοποιώντας πράγματα και σχεδιάζο­ντας. Τώρα που το πράγμα τροχοδρομήθηκε, δεν γίνεται να κάνω πίσω. Θέλει γρήγορα και αποφασιστικά βήματα, γιατί ο χρόνος πιέζει, μετράει αντίστροφα. Στοιχεία. Στοιχεία και πράγματα γύρω μου. Αυτά τα λίγα, τα ελάχιστα αντικείμε­να ομορφιάς που απέμειναν στον κόσμο και που πραγματι­κά αξίζουν. Και εγώ παρατηρώ, ασήμαντος, διάφανος, αό­ρατος, και καταγράφω, παρατηρώ και παραμονεύω και μετά τρέχω να μαζέψω, σαν ρακοσυλλέκτης που ψάχνει στα σκου­πίδια να βρει διαμάντια. Ορμώ, κυνηγάω χίμαιρες, τραγικός, σαν άλλος Δον Κιχώτης, σπαθίζω τον άνεμο, η γάτα, σαν πι­στός Σάντσα, μπλέκεται στα πόδια μου, μπουρδουκλώνομαι, πέφτω, ξανασηκώνομαι, αλλά κάπως τελικά βρίσκουμε τον δρόμο μας. Ξαναχτύπησαν την πόρτα. Δεν τους άνοιξα.

 

Βράδυ.

Αϋπνία, πάλι. Στο κρεβάτι ξαπλωμένος, βλέπω σκιές να χορεύουν στο ταβάνι. Το σκοτάδι οξύνει τις αισθήσεις με απρόσμενους τρόπους. Πώς αλλιώς θα μπορούσα να ξέρω ότι δυο άντρες μου χτυπούσαν πριν την πόρτα; Τι άλλο θα μπορούσε να συνδέει τις δικές μου αισθήσεις με εκείνες του παράξενου αιλουροειδούς; Η γάτα αλαφροπάτητη κατηφο­ρίζει τις σκοτεινές σκάλες. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να τη δει ή να την ακούσει στις σκιές. Χάνεται και επανεμφανί­ζεται από μέσα τους. Η πόρτα του υπογείου ανοίγει εύκολα. Το κορίτσι με το λευκό σαν βενετσιάνικη μάσκα πρόσωπο είναι ξαπλωμένο στο παλιό κρεβάτι. Από τον φεγγίτη που βλέπει στον ακάλυπτο, μπαίνει λερωμένο το φως των αστε­ριών. Η γάτα σκαρφαλώνει στο στήθος της, κοιτάζει την κοι­μισμένη μορφή, εποπτεύει τον χώρο με τη γνωστή αδιάφορη έκφραση που έχουν οι γάτες. Ήσυχα, διακριτικά, όλο χάρη, ρουφά τον αέρα του κοριτσιού, του κλέβει την ανάσα και του επιστρέφει κενό. Το κορίτσι ξεψυχά χωρίς να πάρει είδηση κανείς. Στο λευκό λαιμό της, μελανιές. Τίποτα που να μη δι­ορθώνεται. Το λεπτό κορμί της αποχωρεί από το δωμάτιο. Μέσα στο φτηνό ημιδιάφανο νυχτικό, μοιάζει με φάντασμα που στοιχειώνει την κοιμισμένη γειτονιά. Η γάτα επιστρέ­φει στον όγδοο όροφο, ανεβαίνει στην ταράτσα, δίνει σάλτο και προσγειώνεται στα άγνωστα και μαγικά μέρη που μόνο οι γάτες μπορούν να φτάσουν. Το γέλιο της αντηχεί, μια ηχώ που σβήνει στον νυχτερινό ουρανό. Παράξενη, δαιμονική ευφορία. Απορώ αν θα ακούσω ποτέ γάτα να γελάει ξανά. Η θλίψη αυτής της σκέψης με αποκοιμίζει.

 

Παρασκευή

Ξυπνάω από το χτύπημα στην πόρτα. Μέσα από το μάτι, η παραμορφωμένη εικόνα της κυρά Κικής τρέμει από το άγχος. Τα μάτια της, γαλάζια, ανέλπιστα ζωντανά και νεανικά, φω­σφορίζουν στο ημίφως του διαδρόμου. Επιστρέφει στο διαμέ­ρισμα και κλείνει την πόρτα πίσω της. Νομίζει πως έτσι είναι ασφαλής. Η γάτα δίπλα μου γελάει, κρυμμένη μέσα στις σκιές. Κάνει αθόρυβα μεταβολή και βάζει πλώρη για την μπαλκονό­πορτα. Αυτή που ενώνει τα διαμερίσματα.

Το σκοτάδι μιλούσε όλη τη νύχτα στο όνειρό μου και ξύ­πνησα εξουθενωμένος. Όμως πλέον όλα μπήκαν στη θέση τους. Στοιχεία. Στοιχεία και πράγματα γύρω μου. Μπαίνουμε στην τελική και πιο κρίσιμη φάση. Πρέπει να κινηθώ γρήγο­ρα πριν αυτοί που χτυπάνε την πόρτα προβούν σε πιο δρα­στικά μέσα. Όλα θα πάνε καλά. Ποτέ μέχρι τώρα δεν μου είπε ψέματα, πάντοτε υπήρχε ειλικρίνεια και συμπόνια στο σκο­τάδι, για την κάθε πονεμένη ψυχή. Δεν μπορεί να είναι κά­ποιος αμετάκλητα καταδικασμένος επειδή ζει στην αθλιότη­τα. Δεν είναι σωστό να μην μπορείς να ανοίξεις τα φτερά σου επειδή γεννήθηκες στον βούρκο, επειδή κάποιοι θέλουν να ανήκεις σώνει και καλά εκεί.

Μερικές φορές θυμάμαι ότι η Σοφία και το μωρό δεν υπάρχουν, ότι δεν υπήρξαν ποτέ. Εκείνες οι στιγμές διαύγει­ας είναι οι πιο δύσκολες, οι πιο σκληρές. Όμως αρνήθηκα να καταθέσω τα όπλα, πάλεψα με όλη μου την ψυχή και αυτό τράβηξε το σκοτάδι, τη γάτα, κοντά. Επειδή είστε ό,τι αγάπη­σα περισσότερο και δεν μπορώ να σας επιτρέψω να μην υπάρ­χετε, δεν είναι αποδεκτή η απουσία σας. Όμως τώρα όλα θα πάνε καλά. Όλα όσα χρειάζομαι βρίσκονται στη σωστή θέση. Στο σκοτεινό σαλόνι, η Σοφία κάθεται στον καναπέ και περι­μένει. Ξεβάφομαι, βγάζω από πάνω μου τα ρούχα της και τα φορώ στο σώμα του κοριτσιού με το λευκό σαν βενετσιάνι­κη μάσκα πρόσωπο. Στο τασάκι σβησμένα τσιγάρα, μαντήλια του ντεμακιγιάζ και τα τυφλά της μάτια. Στη θέση τους έβα­λα καινούρια μάτια γαλάζια, ανέλπιστα ζωντανά και νεανικά, τόσο που σχεδόν φωσφορίζουν στο σκοτάδι.

Η τηλεόραση είναι κλειστή, το μωρό δεν κάνει να βλέ­πει ακατάλληλες εκπομπές. Το σηκώνω με λατρεία και ανοίγω το καπάκι στην πλατούλα του. Βγάζω τις μπατα­ρίες και τις αντικαθιστώ με τη γερή καρδιά ενός κακού ανθρώπου. Ασφαλίζω το παιδί στην αγκαλιά της. Γλυ­κιά, βρεφοκρατούσα, αγαπημένη. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή, νομίζω θα με πιάσει δύσπνοια. Ακόμα κρυμμέ­νη πάνω μου έχω τη σοκολάτα που της αγόρασα, θα της τη δώσω όταν ξυπνήσει. Ζαλίζομαι, αλλά θα τα καταφέ­ρω. Το σκοτάδι αγαλλιάζει μέσα μου, λέει ότι όλα τέλειω­σαν, ένα πράμα μένει για να ολοκληρώσει την ευτυχία: να ανοίξω το φως. Το σκοτάδι θα φύγει και το φως θα με βρει στον καναπέ, ανάμεσα στη γυναίκα και το παιδί μου. Οι­κογένεια, επιτέλους. Αρκεί να πατήσω τον διακόπτη.

Η πόρτα χτυπάει πιο δυνατά από ποτέ. Άντρες έξω πολ­λοί, μαζεύτηκαν σαν τα όρνια, φωνάζουν και δίνουν ο ένας στον άλλο εντολές. Ύστερα από λίγο ακούγονται μεταλ­λικοί ήχοι στην πόρτα, κάποιος παραβιάζει την κλειδαριά. Η μπαλκονόπορτα σπάει, περισσότεροι άντρες μπαίνουν από το διπλανό διαμέρισμα. Ας κάνουν ό,τι θέλουν. Εγώ θα ανοίξω το φως και θα με βρουν ανάμεσα στην οικογένειά μου και δεν θα μπορεί κανείς να με κατηγορήσει για τίποτα γιατί ήμουν όλες αυτές τις μέρες εδώ και δεν πήγα πουθενά, γιατί δεν μπορώ να πάω πουθενά χωρίς εσάς. Γιατί είμαι ένα τίποτα χωρίς εσάς. Βήματα μέσα στο σπίτι, βαριά και βιαστι­κά. Πλησιάζουν το σαλόνι. Ανοίγω το διακόπτη. Ηλεκτρικό φως λούζει το δωμάτιο. Κρυμμένη στην πιο σκοτεινή γωνιά του, η γάτα γελά. Ξεκαρδίζεται στα γέλια. ­

Το  γέλιο της γάτας

του Γιώργου Λαγκώνα