Το έβαψε δεκάδες φορές. Πιο πρόσφατα προχθές το μεσημέρι. Ήταν Τρίτη και έπρεπε να πάει στο γραφείο. Τηλεφώνησε πως ήταν αδιαθετος και έτρεξε στο χρωματοπωλείο να αγοράσει νέα χρώματα. Τα έλεγε "φάρμακα" και "αλοιφές" γιατί οι αγαπημένοι τοίχοι της πατρικής του οικίας ήταν... άρρωστοι. Έβγαζαν συνεχεια αυτές τις φλύκταινες που άκουσε πως τα έλεγαν "γκράφιτι". Αυτός τις ένοιωθε σαν ουλές, σαν χαρακιές, σαν σπυριά, σαν όγκους και μιάσματα στο κορμί του πατρικού του.

 

Το βράδυ της Τρίτης είχε καθαρίσει πάλι τους τοίχους και ξάπλωσε ξέπνοος να κοιμηθεί. Όμως, το πρωί της Τετάρτης το μολυσματικό γκράφιτι είχε φθάσει πάλι ως δηλητηριώδης κισσός στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Μπορεί να έχανε ακόμη μια μέρα δουλειάς αλλά δεν είχε πλέον σημασία.

Σφούγγισε με επιμέλεια τον ταλαιπωρημένο τοίχο του και ανέβηκε στην ταράτσα του κτιρίου. Αυτή τη φορά θα τον καθάριζαν άλλοι ή θα έμενε αιώνια στοιχειωμένος με το μεγαλειώδες δικό του γκράφιτι. Ακούμπησε το κεφάλι του στο γείσο και με το ξυράφι έκοψε την καρωτίδα του. Το αίμα τινάχθηκε σε πάμπολλα ρυάκια και σαν ζωγραφιά που δείχνει τις ρίζες κάποιου δένδρου άρχισε την πορεία του προς τη θάλασσα του κράσπεδου κάτω χαμηλά. Αυτή τη φορά κάποιος άλλος θα θελήσει να σβύσει το μακάβριο γκράφιτι ή θα το αφήσει παντοτινά έτσι. Όπως και να έχει αυτός απαλλάχθηκε από τον ψυχαναγκασμό του και χαμογέλασε με νόημα στους εμβρόντητους νεαρούς που με τις μάσκες και τα σπρέι στο χερι κοίταζαν το δικό του έργο στον τοίχο-καμβά τους.

Κάποιος να το καθαρίσει.

Το δικό του Γκράφιτι

του Ιωάννη Μπάχα

© 2019 by Achilleas and Camilo