© 2019 by Achilleas and Camilo

Το πίσω μπαλκόνι έβλεπε μόνο πολυκατοικίες. Τα βράδια του τα περνούσε πίνοντας μπύρες και στρίβοντας κανα τσιγάρο. Οι σκέψεις του ξεφεύγανε, κουτουλάγανε στους ακάλυπτους, και μετά χάνονταν στον ουρανό, αφήνοντας τον μόνο του να κοιτάει τις γκρίζες διαφάνειες.

Η μονοτονία έσπασε όταν ένα πρακτορείο μοντέλων, αποφάσισε να στεγάσει κοπέλες αγνώστου προελεύσεως και σκοπιμότητας στο απέναντι διαμέρισμα. Κάθε βράδυ έβλεπε δίμετρες καλλονές σε προσωπικές καθημερινές τους στιγμές. Η μια να περιποιείται τον εαυτό της στον καθρέφτη , η άλλη να μαγειρεύει, και μια άλλη να χάνει τις ώρες της στην οθόνη του λάπτοπ.

 Ένα μεσημέρι έτυχε να απλώνει τα ρούχα του, την ίδια ώρα με μια κοπέλα το πολύ 25 χρονών από την ανατολική Ευρώπη. Το σώμα της ήταν ψηλό και γυμνασμένο, κάπως αγορίστικο, και το πρόσωπο της παιδικό και γεμάτο αφέλεια. Της έπιασε την κουβέντα. Με σπαστά αγγλικά συνεννοήθηκαν. Την λέγανε Βικτόρια, ήταν 23 χρονών και είχε έρθει από την  Ουκρανία. Έκανε φωτογραφίσεις. Έτσι του είπε, αλλά δεν την πίστεψε. Εκείνη το κατάλαβε. Έτρεξε στο σαλόνι  και ξαναβγήκε έξω με ένα μεγάλο φάκελο. Πορτοφόλιο, του φώναξε με περηφάνεια και του γύρισε τις σελίδες με κάτι που φαινόταν ότι ήταν φωτογραφίες της που πόζαρε. Εκείνος χαμογέλασε. Της είπε ότι χάρηκε για την γνωριμία, και μπήκε στη κουζίνα να φτιάξει έναν ελληνικό. Σιγά σιγά, δεν έπρεπε να το τρέξει.

Το μυαλό του βέβαια κάλπαζε. . Στο σενάριο του η Βικτώρια σίγουρα ήταν πουτάνα, και εκείνος ένας σκοτεινός ήρωας με διφορούμενα κίνητρα. Είχε φτάσει σε ηρωική αρπαγή της από κάποιο καταγώγιο της Λεωνιδίου, ταξίδι μακριά από τη βρώμικη πόλη, με μια τσάντα ρούχα και τα όνειρα τους, μακριά από νταβατζήδες και κυκλώματα, σε πράσινα βουνά και σε γαλάζιες θάλασσες Τα μαλλιά της θα ανέμιζαν και θα έλαμπαν στον ήλιο, και εκείνη θα έβγαζε το χέρι της έξω απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου και θα έπαιζε με τον αέρα, ενώ  από το ραδιόφωνο θα ακουγόταν κάποιο τραγούδι των James. Κάπου προς το τέλος της ιστορίας θα υπήρχε η κορύφωση της δράσης, όπου τα αφεντικά της Βικτώριας θα τους βρίσκανε, και τότε εκείνος θα συνειδητοποιούσε ότι δεν ήταν μονάχα σαρκικός πόθος αυτό που ένιωθε για εκείνη, αλλά πραγματική και ανιδιοτελής αγάπη, και θα την έσωζε με αντίτιμο τη ζωή του, ενώ εκείνη συντετριμμένη, αλλά ελεύθερη πλέον θα ακολουθούσε το όνειρο της που ήταν να γίνει δασκάλα. Ηλιοβασίλεμα, λυπημένη μουσική, και γράμματα να κατρακυλούν στην μεγάλη οθόνη.

Στη μικρή βαρετή οθόνη των δυο ματιών του, ο καφές θα φούσκωνε και θα καιγόταν, εκείνος θα έβλεπε μια τσόντα στον υπολογιστή του, και μετά  θα ξάπλωνε σκεπτόμενος παραλλαγές της ταινίας του μέχρι να τον πάρει ο ύπνος .Η Βικτώρια την επόμενη βδομάδα θα γύρναγε στη χώρα της. Δεν θα γινόταν ποτέ δασκάλα, αλλά ούτε και μοντέλο.

Το απέναντι διαμέρισμα

του Αλέξανδρου Πετρόχειλου