Ιστορία με στέρεα δεμένη

Την πλοκή της

 

Ο τελευταίος σταθμός πριν τον τομέα είναι και ο δυσκολότερος. Οι στρατιώτες ελέγχουν σχολαστικά τα χαρτιά σου. Κοιτούν μια εσένα, μια την φωτογραφία, βεβαιώνουν πως ξέρεις για πού τραβάς και έπειτα σου δείχνουν πως μπορείς να συνεχίσεις. Τίποτε άλλο για τον τελευταίο σταθμό, τίποτε άλλο δεν γνωρίζω. Σας ικετεύω σβήστε αυτό το φως.

Απόψε από το χάραμα έχει σχηματιστεί μια ατέλειωτη σειρά ανθρώπων. Στα φυλάκια έχουν ανάψει όλους τους προβολείς, οι πολίτες περιμένουν υπομονετικά στην θέση τους. Κάποιοι δεν αντέχουν και σωριάζονται στο έδαφος. Τότε οι άλλοι κάνουν ένα βήμα εμπρός σαν να λιγόστεψαν τα εμπόδια, δίχως να συλλογίζονται εκείνον που έπεσε. Οι αξιωματικοί διατάσσουν τους στρατιώτες, εκείνοι γνέφουν στους τρωγλοδύτες που πάντα περιμένουν να τελειώσουν την δουλειά, το κουφάρι σέρνεται παραπέρα. Πείτε μου, τι γυρεύουν στις τσέπες του νεκρού παιδιού από την Δρέσδη, τι ζητούν από την μεγάλη και ανίκητη σιωπή του. Κανείς όμως δεν ξέρει και έτσι τα λόγια λιγότερα σοφά βγαίνουν από τα χείλη. Ξέρω, πως στον καιρό μας προχωρεί καλύτερα εκείνος που δεν συλλογίζεται πολύ τα πώς και τα γιατί. Ξέρω, θα πείτε, η ζωή θέλει σθένος, ύψος, την ανάγκη να εξαρθεί κανείς, να φτάσει ως την πιο τέλεια ιστορία. Πως το άστρο κάποτε φεύγει για άλλες χώρες.

Ωστόσο, οι εναπομείναντες λιγοστεύουν και οι τρωγλοδύτες φτύνουν τα χέρια τους με ικανοποίηση πάνω από το κουφάρι του νεαρού. Μα δεν σας είπα τι γυρεύουν εκεί, μες στο παγωμένο χάραμα. Λοιπόν, η ανώτατη διοίκηση αποφάσισε να τιμήσει τους εορτασμούς για την παγκόσμια ημέρα ποιήσεως. Θέλετε οι εξεγέρσεις και το αίμα των πνιγμένων, θέλετε κάποιες φωνές μες στο κόμμα που ζητούν επιτακτικά μια στροφή στην στρατηγική, η απόφαση ελήφθη. Εμπρός από την Αφροδίτη με το περιδέραιο του εικοστού αιώνος, η διοίκηση θα ανακηρύξει τον κρατικό ποιητή. Ο τίτλος είναι κάπως αδόκιμος, όμως οι περισσότερο μυημένοι κατανοείτε τι θέλουν αυτές οι λέξεις να πουν. Μερικοί προβάρουν τους στίχους τους, μοιάζουν με κίνδυνο φωταγωγημένο, στραμμένο στον εαυτό τους.

Πιο δυνατά κύριοι, αν ξεχωρίσουμε εμείς κάποιον, τότε πάει, τέλειωσε. Το άγημα θα διαλυθεί ατάκτως και ο επίλεκτος θα προωθηθεί μες στα γραφεία όπου και θα παραδεχτεί ενυπόγραφα πως από τώρα και στο εξής, οι λέξεις του θα περιγράφουν την δόξα της πολιτείας μας. Ας πούμε, την δόξα μιας ιδέας.

Και οι νεαροί ολοένα και προσπαθούν, γυρεύοντας τον ρυθμό στο χτύπημα του τακουνιού τους που είναι περισσότερο μια πράξη απελπισίας από την παγωνιά που χτυπά και σπάει τον βερολινέζικο ουρανό. Στην θέση εκατόν τριάντα τρία ο νεαρός στέκει ακίνητος. Τα χαρτιά του κυλούν στις λάσπες, εκείνος δεν σαλεύει, το παιχνίδι μοιάζει χαμένο οριστικά. Μα εκείνος δεκάδες θέσεις πιο πίσω, εκείνος εμπρός από τον πεθαμένο που δεν έχει τίποτε στις τσέπες του για να κλέψει κανείς, φαντάζει εξαίσιος. Φίνο παρουσιαστικό, παράστημα, διαλυμένο βλέμμα, ω, ναι αυτός σίγουρα θα κάνει την διαφορά. Φορά κασμιρένιο κοστούμι σε χρώμα bo rouge, τίποτε ελιτίστικο. Η γραβάτα του μισολυμένη, η καρδιά του ετοιμόρροπη, ο χειμώνας κρατιέται από τα δόντια του, κουρέλια η καρδιά του. Αυτός σίγουρα είναι ο αυριανός, κρατικός ποιητής. Αυτός μόνο μπορεί να γράψει εκείνες τις λέξεις που χρειάζεται η πατρίδα για να λάμψει στο στερέωμα, όσα χρειάζονται για να διαμορφωθεί μια συνείδηση συλλογική, δεμένη στο άρμα του χρόνου και στο άρμα της ιστορίας. Ο κρατικός ποιητής διαθέτει μερικές μεγάλες ιδέες και κάθε τόσο θα εκτοπίζει την λαϊκή απελπισία, διαρρέοντας αποσπάσματα από το έπος των αιώνων. Έπειτα οι γυναίκες των υπουργών θα συνωστίζονται γύρω του, κατεβάζοντας τις καλτσοδέτες τους με τρόπο, μόνο για εκείνον, μόνο για εκείνον. Θα του μιλούν αγγίζοντας φιλήδονα τα χείλη του ποτηριού τους, καθώς η νύχτα προπαγανδίζει έξω εναντίον κάθε τάξης ξεχωριστά. Εκείνος ο νέος, ανάμεσα στους Κύκλωπες των τελευταίων σταθμών ελέγχου, διαθέτει όσα χρειάζονται για να γίνει ένα σύμβολο ατόφιας ομορφιάς. Αρκεί να συνετιστεί, μια και όσοι τον ξέρουν γνωρίζουν πως την κρισιμότατη ώρα ο νους του ταξιδεύει και οι στίχοι του ανακτούν την ομορφιά του θανάτου, πληγώνοντας όλες τις νομοθετικές διατάξεις, φέρνοντας ένα ολέθριο πλήγμα στις ζωές μας που ξοδεύονται ηρωικές. Ένας στρατός από τρελά αγόρια και κορίτσια που μιλούν ψιθυριστά και κουνούν νευρικά σημαιούλες ώσπου να μεταμορφωθούν σε ξαπλωμένα κεφάλια και τίποτε, ακούν τους χτύπους και κατεβαίνουν με αυριανούς χρησμούς στα χέρια τους. Και αυτό είναι επικίνδυνο, πολύ. Αρκεί να συνετιστεί διότι η διοίκηση θα ενοχληθεί και τότε όλοι του οι ισχυρισμοί πως τάχα δεν υπήρξε ποτέ ποιητής και πως αυτά τα πράγματα πάνω στα φύλλα, οι χαραγμένες λέξεις, τα πεταμένα σύνεργα στην εσχατιά του πηγαδιού δεν του ανήκουν, δεν του ανήκουν, θα θεωρηθούν πρόστυχα ψέματα. Τότε η διοίκηση θα αποφανθεί πως μοιάζει κάπως ταραγμένος επειδή πέρασε την ζωή του σε ρημαγμένες εκκλησιές, σε αδιέξοδα στενά με άλλα παράξενα παιδιά. Θα του δώσει μια ευκαιρία, όμως δεν θα γίνει ποτέ κρατικός ποιητής. Το πολύ που θα κερδίσει θα είναι το μπούστο του στο βάθος της πλατείας, γεμάτο συνθήματα και υποκοριστικά κοριτσιών από σπρέυ που αγαπήθηκαν τόσο πολύ. Και μια ωραία, εύπορη αγροικία στην απομακρυσμένη πλευρά του εθνικού πάρκου. Στοπ.

Ο στρατιώτης στάθηκε στο μέσον της πλατείας και απευθύνθηκε. Η διοίκηση αποφάσισε τελεσιδίκως πως το ζήτημα του κρατικού ποιητή δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει. Και ως εκ τούτου σας ζητά να αποχωρήσετε από τα σημεία ελέγχου, δηλώνοντας θερμές και ειλικρινείς ευχαριστίες για την συνεπή σας ανταπόκριση στο κάλεσμα του κράτους. Τα ονόματά σας βρίσκονται σημειωμένα στα βιβλία του κόμματος και στο εξής, όλες οι πιθανότητες βρίσκονται με το μέρος σας. Αυτή είναι η ανταμοιβή σας. Και τώρα, διαλύστε το.

Και εκείνοι που ως τότε παρέμεναν σιωπηλοί και κατηφείς, έσκισαν τις σημειώσεις τους. Και παρά την παγωνιά που σκότωνε τις σοδειές εκεί έξω, σκόρπισαν τα ρούχα τους στον άνεμο, σαν φοιτητές που ανοίγουν τα φτερά τους. Ή σαν άγγελοι που επιτέλους αποκαλύπτονται, άγγελοι με άσπιλα, ασθενικά μάγουλα. Όλοι τους αγκαλιάζονται και φιλιούνται σαν να γράφτηκε ένα οριστικό τέλος στο τρομερό τους μαρτύριο. Και οι στρατιώτες οπλίζουν, σύμφωνα με τις διαταγές του αξιωματικού υπηρεσίας. Λοχαγός Χανς, της τρίτης ταξιαρχίας, γνήσιο παιδί του έθνους, ολόκληρος φτιαγμένος από συρματοπλέγματα. Μπράβο Χανς, σου αξίζει μια παγωμένη μπύρα ή μάλλον καλύτερα, μια θέση ελεγκτή στις δομές του τομέα σου.

Και ο Χανς με την τρεμάμενη φωνή του, επιστρέφοντας σε εφηβείες και τραγούδια και στίχους, σφίγγει τα δόντια, όμως η φωνή του τρέμει περισσότερο. Οι στρατιώτες παρακολουθούν ανήσυχοι, επειδή νομίζουν πως το κράτος έχασε την μιλιά του. Κρέμονται από τον αξιωματικό τους, όπως ένας τραυματίας εγκαταλείπει την ζωή του στα μακριά φορέματα των νοσηλευτριών του τάγματος που περνούν ως σκιές ανάμεσα στις κλίνες, σφραγίζοντας μάτια, ανακουφίζοντας τους πυρετούς που καίνε.

 Μα ο Χανς όλο διστάζει, οι άλλοι του φωνάζουν εμπρός, οι ποιητές καταλαβαίνουν και σκορπίζουν τριγύρω. Μόνον το νούμερο εκείνο στέκει στην θέση του, καπνίζοντας υπομονετικά το τσιγάρο του. Οι άλλοι νιώθουν τον κίνδυνο και χάνονται. Καλή τύχη, φωνάζουν ο ένας στον άλλον και τραβούν για το δάσος. Αν το θέλει ο Θεός ίσαμε το άλλο πρωί θα έχουν φτάσει στο ποτάμι και από εκεί πια, ο δρόμος είναι ελεύθερος. Όμως το νούμερο στέκει ακίνητο, κοιτάζοντας αρπαχτικά τους στρατιώτες. Βρίσκει την φωνή του και απαγγέλει τους στίχους του. Οι κρατικοί ποιητές που αναπαύονται σε όλα τα αίθρια του κόσμου, γκρεμίζονται όπως μια μαρμάρινη σημασία που είναι σκόνη πια, σκόνη. Και ο Χανς βρίσκει πια το κουράγιο που έλειπε, πετάει το όπλο του και τρέχει προς τα οδοφράγματα, η καρδιά του χτυπά δυνατά, οι στρατιώτες τον σημαδεύουν που ξεμακραίνει και εκτελούν το καθήκον τους κόντρα σε όλες τις υποσχέσεις που έδωσαν μεθυσμένοι μες στα χαλάσματα εκείνου του καλοκαιριού.

Ο αξιωματικός Χανς έπεσε νεκρός περί την ενάτη πρωινή. Στο χιτώνιό του είχε κρυμμένα ποιήματα. Η ιστορία του κρατικού ποιητή του προκαλούσε φρίκη. Και έτσι, όταν είδε ολόμοναχο, με την τέχνη του άλυτη τον αιώνιο έφηβο, πήρε την απόφασή του. Ονειρεύτηκε πως δεν είχε πατρίδα, όχι εκείνος, όχι. Και πέρασε στην άλλη πλευρά της ταπετσαρίας, καταγεγραμμένος πια στις τάξεις των πιο παράξενων επαγγελμάτων που χρόνια τώρα εξαφανίστηκαν. Ο Χανς είναι το χνούδι που σαλεύει εκεί έξω. Να, αυτό είναι ο Χανς.

Τι είναι ο Χανς

του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo