Δύσκολα τα πράγματα, κομματάκι ζόρικα. Η Άννα Δήμου δεν τα περίμενε έτσι. Από μικρή έγραφε, και όλοι έλεγαν ότι το έχει. Στην έκθεση, μάλιστα, έπαιρνε σχετικά καλούς βαθμούς. Δεν έγραφε δοκιμιακά, όπως κάτι ξενέρωτοι συμμαθητές, είχε όμως άνεση, χιούμορ και κυρίως θράσος. Στο κάτω κάτω ποιος έδινε σημασία στους σπασίκλες; Αυτοί πήγαιναν για επιστήμονες, εκείνη ήταν για άλλα κόλπα, πιο χοντρά και πιο μεγάλα. 

Είχε βάλει σκοπό να βρει σύζυγο ωραίο και φυσικά φραγκάτο. Είχε εμφάνιση, τσαχπινιά, έδειχνε αθώα, και φερόταν βρώμικα. Τι άλλο να ζητούσε κανείς; Ήταν λίγο petite βέβαια, αλλά και αυτό είχε τη χάρη του, πολλοί γκόμενοι γούσταραν, έδειχνε πιο νέα. 

Τα χρόνια περνούσαν. Γνωριμίες έκανε, γκόμενους γνώριζε, αεροπλανικά κόλπα πραγματοποιούσε (καμιά φορά την έπιανε η πλάτη της, αλλά έχε χάρη…), και γενικώς όλα καλά. Ωστόσο, αυτό ήταν και το πρόβλημα. Μόνο καλά, τίποτα άλλο. Κανένας συνομήλικος δεν έδειχνε να τη θέλει για κάτι σοβαρό, σκληρός ο ανταγωνισμός, κυκλοφορούσαν γκομενάρες με πιο πλούσια κάλλη, αλλά και κάτι άλλες, που για κάποιον ανεξήγητο λόγο έβγαζαν ρομαντισμό στα αρσενικά. Εκείνη δεν το είχε και έτσι κατέληγε από αγκαλιά σε αγκαλιά, από κρεβάτι σε κρεβάτι, από το “ωραία, περάσαμε, πάμε για άλλα” στο “έλα, μωρέ, θα βρεις καλύτερο”. 

Καλύτερο δεν βρήκε, και αφού είδε και απόειδε, το έριξε στη γραφή. Έγραφε το ένα ρομάντζο μετά το άλλο, πάντα με λίγο πήδημα μέσα, άλλοτε πιο ανάλαφρο, άλλοτε πιο τολμηρό, ποτέ όμως καυλωτικό. Για κάποιον ακατανόητο λόγο η Άννα με το πλούσιο βιογραφικό δεν έφτανε ποτέ στην αληθινή κορύφωση, ούτε η ίδια ούτε οι αναγνώστριές της. 

Εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι η Άννα μας ανέβαζε τα έργα της στο Wattpad, και αποσπούσε πλήθος κολακευτικών σχολίων, όχι όμως όπως η ανταγωνίστριά της, που της έγραφαν: “Απίθανο”, “Μας γάμησες, θέλω κι άλλο!”, “Τι πουτανιά είναι αυτή, λατρεύω την ηρωίδα σου”, “Ο Ζέραλντ είναι ο υπεργαμάτος γκόμενος!” κτλ κτλ. Και η Άννα ήθελε τέτοια σχόλια, προσπαθούσε σκληρά, αλλά δεν τα κατάφερνε. Το αποτελείωμα ήρθε όταν η αντίζηλός της εξέδωσε το εκπληκτικό έργο της σ΄ έναν μικρό εκδοτικό. Ένιωσε να φουντώνει, η ζήλια έσκαβε τα σωθικά της, όμως έπρεπε να φερθεί έξυπνα. 

Αμέσως έστειλε ένα γλυκό μήνυμα συγχαρητηρίων στη “φιλενάδα” της πασαλειμμένο με μπόλικες καρδούλες και κατάρες (τις τελευταίες από μέσα της). Φυσικά, το συνόδεψε και από τη συναδελφική ερώτηση: “Μα πώς βρήκες, βρε κορίτσι, εκδοτικό; Αφού τα σνομπάρουν αυτά που γράφουμε;” 

Και ξαφνικά ήρθε η αποκάλυψη, η απάντηση της λεγάμενης: “Κοριτσάκι μου γλυκό, πολύ σε ευχαριστώ! Θα πας στον εκδότη μου, είναι τέλειος! Θα σε στηρίξει. Θα δώσεις κάτι, αλλά αξίζει! Κάνε οικονομίες και θα δεις! Στείλ’ του μέιλ!!! Πολλά φιλάκια!!! Εύχομαι να δω και το δικό σου τυπωμένο, το αξίζει!!!”

Ώστε έτσι, σκέφτηκε η Αννούλα. Πλήρωσε το τσουλί, ε βέβαια, τι άλλο θα έκανε. Ευθύς αμέσως έστειλε και εκείνη μήνυμα στον εκδότη, και στο τέλος έβαλε και το φέισμπουκ της, έτσι για να δει δημόσιες φώτο να πάθει. Άλλαξε και φωτογραφία προφίλ, έβγαλε μια καινούργια με μπόλικο κόκκινο κραγιόν, μισάνοιχτα χείλη, και πολλή πουτανιά, έτσι για να ξέρει με ποια έχει να κάνει.

Τα ραντεβού κανονίστηκαν, η συμφωνία έγινε, οι κουβέντες συνεχίστηκαν, όλα ωραία και καλά, όμως η Άννα λυπόταν να σκάσει τα λεφτουδάκια της. Κάποια στιγμή εκμυστηρεύτηκε στον εκδότη της ότι είχε οικονομικό θέμα και πρόσεξε ότι η στάση του άλλαξε, σαν να ψύχρανε. Δεν της είπε ότι δεν θα βγει, αλλά όλο το καθυστερούσε, έβρισκε δικαιολογίες και τελευταία έπλεκε το εγκώμιο σε κάποιες άλλες συγγραφείς, πιο σοβαρές. Δεν είμαστε καλά, σκέφτηκε η Άννα. Καιρός να βάλω τα μεγάλα μέσα. 

Τον είχε κόψει εξάλλου. Αρσενικό μέτριας εμφάνισης, όχι απωθητικός όμως, σε ηλικία επικίνδυνη για τον ανδρισμό του, φαφλατάς και λίγο βλάκας με τις γυναίκες. Είχε δει που την περιεργαζόταν, αλλά δεν είχε κάνει καμιά κίνηση, μόνο μια φορά είχαν πάει για καφέ για να συζητήσουν για το βιβλίο. Χμ, σκέφτηκε. Ξέρω τι θα κάνω. Του έστειλε μέιλ να βρεθούν λίγο πριν φύγει από το γραφείο: “Θέλω να μιλήσουμε, σε έχω ανάγκη! Σου στέλνω κάτι που έγραψα, διάβασέ το προσεκτικά….”
Φυσικά, της απάντησε άμεσα.

Είχε λίγο κρύο εκείνο το απογευματάκι, σκοτείνιαζε νωρίς. Η Άννα μπούκαρε στο γραφείο  ντυμένη με ένα σωρό ρούχα, μπορεί λόγω κρύου, ίσως για να νιώθει καλυμμένη. Εκείνος της πρόσφερε κρασί και έκατσε στην πολυθρόνα του άνετα. Μίλησαν ώρα, φλέρταραν, ξαφνικά είχε ζέστη, το κλιματιστικό στο φουλ. Η Άννα άρχισε να τα πετάει, εκείνος την παρακολουθούσε μιλώντας, η κουβέντα είχε γυρίσει στις σχέσεις και το σεξ. Η Άννα τού είχε στείλει μια σκηνή που έγραφε με μια κοπέλα στο γραφείο του εργοδότη της, όπου ξαφνικά άρχισε να πετάει τα ρούχα της. 


“Ωραία η σκηνή που μου έστειλες” της είπε αργόσυρτα. “Είναι κάτι που το φαντάστηκες ή το έχεις βιώσει;”
“Είναι κάτι που θέλω να ζήσω” είπε εκείνη καθώς έβγαζε το ένα ρούχο μετά το άλλο.
“Μωρό μου, καλά το είχα καταλάβει ότι είχαμε χημεία εμείς οι δύο”.


Η Άννα συνέχισε τη δουλειά της, μέχρι που έμεινε με το σουτιέν ένα διαφανές καλσόν. Τον είχε κόψει για old school τύπο, οι μικρότεροι τα βαριόντουσαν αυτά. Αυτός ήταν εύκολος πελάτης. Πλησίασε στην πολυθρόνα του, εκείνος ξεροκατάπιε με αυτό που (δεν) αντίκρισε.


“Θα μου το βγάλεις;” ρώτησε προκλητικά η Αννούλα.
“Ναι, μωρό μου, και αυτό και ό,τι άλλο θέλεις…”
“Και το βιβλίο;” ρώτησε ψιθυριστά.
“Και αυτό...” 

Η Άννα χαμογέλασε και μετά από λίγη ώρα σκεφτόταν την πρώτη της παρουσίαση, καθώς έφτανε στην πρώτη της αληθινή κορύφωση…

* * * 

Άλλα στιγμιότυπα, ίσως όχι τόσο θερμά, από τον χώρο των γραμμάτων:

1) https://www.cartel-mag.com/akoumpiste-ton

2) https://www.cartel-https://www.cartel-mag.com/ta-papoutsia mag.com/ta-papoutsia

3) https://www.cartel-mag.com/parousias-suggrafeos

Θα μου το βγάλεις;

της Σταματίνας Σταύρου

© 2019 by Achilleas and Camilo