Σίγουρα αυτό ήταν το πιό παράδοξο πράγμα που είχε ζήσει ποτέ στην ζωή της. Ήταν απ’τ Άγραφα, που λένε. Νά χει βρεθεί μέσ’τα κατακάθια του καφέ, ανάμεσα σε σχέδια δαιδαλώδη, σ’ενα αχανές γαλαξιακό φλυντάνι, με εκατομμύρια ανθρώπους παρέα. Το σκηνικό θα μπορούσε να μοιάζει με εφιάλτη, αλλά δεν ήταν. Το ζούσε κυριολεκτικά στο πετσί της.

 

Ένας χώρος απέραντος, υγρός και χλιαρός, γεμάτος ομίχλη. Ανάμεσα στους περίπλοκους δρόμους του ντελβέ, κυκλοφορούσαν άνθρωποι και οχήματα διάφορα, απο τρένα, λεωφορεία, καμιόνια, νταλίκες, αυτοκίνητα, αεροπλάνα, ακόμα και πλοία, όλα τόσο στριμωχτά και κολλημένα τό να δίπλα στο άλλο, που δεν άφηναν ούτε ένα χιλιοστό κενού. Όλα και όλοι πήγαιναν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, λες και κανείς δεν είχε προορισμό.

 

Βάδιζε ξυστά ανάμεσα σε άλλα σώματα, ρουφόντας την κοιλιά της κι ανταλλάσοντας υγρά, μα διόλου δεν την ένοιαζε. Παρ’όλη την βιασύνη, δεν υπήρχε πανικός, δεν υπήρχε δυσαρέσκεια ή αναστάτωση, βασικά δεν υπήρχε κανένα συναίσθημα. Μιά απέραντη ηρεμία μέσα σ’έναν απέραντο αλαλούμ. Ένιωθε το κάθε τί με όλες τις της αισθήσεις, χωρίς να την ενοχλεί τίποτα. Τα μουσκεμένα απο τον ιδρώτα κορμιά που τριβόντουσαν το ένα με το άλλο, τα λαχανιάσματα, τα πόδια που βούλιαζαν στο λασπερό χώμα, οι εκωφαντικοί ήχοι των κινητήρων που βογγούσαν από τις μεγάλες ταχύτητες, τα πυκνά καυσαέρια που σε τύφλωναν κι έχανες την πορεία σου. Μιά κατάσταση αφασίας επικρατούσε παντού. Και όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους, σαν να είχαν γεννηθεί από το ίδιο κύτταρο. Χωρίς φύλο, χωρίς γεννητικά όργανα, χωρίς διαφορές. Ήταν αμέτρητοι και ήταν όλοι ένα.

 

Από τα παράθυρα των λεωφορείων και τις καρότσες των φορτηγών, ώς τις σκεπές των τρένων, αυτοί οι άνθρωποι κρεμασμένοι σαν τσαμπία από σταφύλι, ατένιζαν έναν αμφίβολο ορίζοντα σε έναν κόσμο που έτρεχε με χίλια. Εκατοντάδες ράγες διέσχιζαν ένα τοπίο μαλακό, γεμάτο φυτά αλλόκοτα, σμήνοι αεροπλάνων έσχιζαν ξυστά στα κεφάλια τους στον ουρανό, αφήνοντας πυκνούς χρωματιστούς καπνούς. Στόλοι από πλοία έπλεαν σε άβαθα πηχτά ποτάμια και λίμνες. Εκατομμύρια καλώδια ακολουθούσαν τα μονοπάτια του λαβύρινθου, αφήνοντας λάμψεις, που τσιτσίριζαν σαν ηλεκτρικές κενώσεις και φώτιζαν το στερέωμα.

 

Εκεί μέσα στο στριμωξίδι, τους είδε ξαφνικά και απόρησε. Καθόντουσαν σ’ενα τραπεζάκι κι έπιναν καφέ. Ας προσπεράσω σκέφτηκε, αλλά μετάνιωσε. Ο Φρόυντ με τον Νίτσε να πίνουν καφέ μέσα σ’ενα φλυτζάνι καφέ? Τί να γυρεύουν εδω πέρα?

 

- Ολη η επιστήμη μου Φρήντριχ, ήταν ένα τεράστιο λάθος. Αφιέρωσα τα πάντα σ’αυτήν την γαμημένη την σεξουαλικότητα, που τελικά αποδεικνύεται ψέμα. Ορίστε, κοίτα γύρω σου. Δεν υπάρχει φύλο! Δεν υπάρχει αρσενικό ούτε θυληκο. Ήταν μια πλάνη που τρύπωσε στο μυαλό μου. Μόνο ο άνθρωπος υπάρχει. Ο ένας άνθρωπος, που είναι μάζα απο ανθρώπους. Κι αυτή η μάζα έχει μόνο ένστικτο. Δεν χρειάζεται καμία ανάλυση.

 

-Ζίγκι, δεν με γνώρισες νωρίτερα. Τι να σου κάνω; Εγώ τά λεγα. Έπρεπε να γκρεμίσεις τα είδωλα για να το ανακαλύψεις. Ευτυχώς που βρεθήκαμε παρέα εδώ για να συμφωνήσουμε.

 

- Δε μου λες ρε φίλε, ο τύπος με το μπουζούκι ποιός είναι; Εσύ τον κάλεσες;

 

 - Αυτή τον έφερε. Είναι ο μεγάλος μαέστρος που δίνει τον ρυθμό, ο Ζαμπέτας. Εχει γράψει το αντιρατσιστικό μανιφέστο. «Γουστάρει τον αράπη» Άκου... Ταμ ταμ ταμ ταμ ταμ ταμ... Λες και η ίδια, δεν το είχε συνειδητοποιήσει μέχρι εκείνη την στιγμή.

 

Μα ναί! Υπήρχε ρυθμός, παλμός, δόνηση που τα σκέπαζε όλα, τα έντυνε, τα συντόνιζε. Ναι, τώρα το άκουγε καθαρά να αντηχεί υπόκωφα, σαν μουσική ταπετσαρία, σαν τους παλμούς μιας καρδιάς στις φλέβες. Κάθε βήμα, κάθε πιστόνι μηχανής, κάθε έμβολο, κάθε ρόδα ακολουθούσαν αυτόν τον παλμό. Ταμ ταμ ταμ ταμ ταμ ταμ...

 

Πού πήγαινε όλο αυτό το περίεργο καραβάνι από ανθρώπους και μηχανές; Τί έψαχναν ακούραστα και πεισματικά; Είπε να βάλει το μυαλό της σε σκέψη. Να το αναλύσει. Μα το μετάνιωσε. Η ίδια δεν ήταν που είχε κουβαλήσει εκει τον Φρόυντ για να τα γκρεμίσει όλα. Η μάζα χωρίς ασυνείδητο, το ένστικτο, η αρχέγονη επιθυμία. Αυτό ζούσε τώρα. Κι έτσι αφέθηκε στην αέναη κίνηση της μάζας που την γέμιζε ασφάλεια. Ήταν ασφάλεια ή μήπως ένα αίσθημα νίκης στην αναζήτηση του ιδεώδους προορισμού;

 

 -Εύρηκα, η σκέψη είναι άχρηστη, ξεφώνισε αφήνοντας μια γαλάζια αστραπή να ξεπηδήσει απ’το κεφάλι της και συνάμα απ΄το κεφάλι όλων των συνοδοιπορούντων. Ξαφνικά εκεί μπροστά της, κάτι σουβλερό μεταλλικό σαν ξίφος, έσχισε το στερέωμα. Οι δονήσεις δυνάμωσαν. Τα ταμ ταμ πολλαπλασιάστηκαν, λες και άγριοι της ζούγκλας έφταναν σε παροξυσμό. Τα αυτοκίνητα κόρναραν όλα μαζί μανιασμένα, τα φουγάρα των πλοίων σφύριζαν, τα σμήνη των μαχητικών στον ουρανό έριχναν βόμβες. Στιβάζονταν οι άνθρωποι, ποδοπατούσαν ο ένας τον άλλο. Αστραπές ρεύματος φώτιζαν την ατμόσφαιρα. Όλοι έτρεχαν πιο γρήγορα, να φτάσουν αυτό το μυτερό ξίφος που έσταζε ένα υγρό κρύο κι αστραφτερό, σε αντίθεση απ’όλα τα υγρά του τόπου εκείνου που ήταν ζεστά και θολά. Μηχανές κι άνθρωποι κατάπιναν το υγρό με μανία πρωτόγνωρη, όχι για να ξεδιψάσουν, μα για να το καταστρέψουν.

 

Ρούφηξε κι αυτή μια γερή δόση. Κι εκεί ακριβώς, συντονισμένοι όλοι στον ρυθμό του ταμ ταμ ταμ, έσπρωξαν με πείσμα κι αποφασιστικότητα, το μυτερό σουβλί. Αυτό οπισθοχωρώντας, άφησε πίσω του μιά τρύπα στο στερέωμα. Μιά σήραγγα στενή, που άφηνε φώς, να περνάει μέσα στον ομιχλώδη εκείνο τόπο. Όλοι και όλα, αυτή η δεμένη μάζα μηχανών κι ανθρώπων, ακολούθησαν το φώς. Το αλλόκοτο καραβάνι διέσχιζε το τούνελ. Έμοιαζε σαν κάποιος να’χε βάλει τις Συμπληγάδες στην κορυφή του γαλαξιακού φλυτζανιού με τα κατακάθια του καφέ κι έπρεπε να τις διαβούν. Ίσως εκεί τέλειωνε αυτή η παλαβή πορεία. Στο φώς. Στα άστρα. Ήταν το τέρμα ή μήπως η αφετηρία;

 

Ίσα που πρόλαβε να δεί έναν τεράστιο χιμπατζή να λιάζεται σε μιά ξαπλώστρα παρέα με τον Ζίγκι και τον Φρήντριχ... και ξαφνικά μιά χλιαρή σαπουνάδα ήρθε και ξέπλυνε το φλυτζάνι. Η πορσελάνη έμεινε κατάλευκη, γυαλιστερή και άγραφη, έτοιμη για τον επόμενο ντελβέ. Κι αυτή μόλις είχε κάνει το εμβόλιο.

Concrete
merlin_149392395_9214d1fb-d910-4bb6-ae20

Tabula Rasa

της Όλγας Δημοπούλου