© 2019 by Achilleas and Camilo

Τι όμορφο το γιορτινό χρώμα… Η ζεστασιά, οι ευχές, η αγάπη, οι θετικές σκέψεις… Όλα αυτά που χαρακτηρίζουν τα Χριστούγεννα, τον καθένα από εμάς, και κάποιους λίγο παραπάνω. Όπως τον εκδότη μας, έναν ιππότη των γραμμάτων, μια φιγούρα που παλεύει κόντρα στις αντιξοότητες και στην πεζή πραγματικότητα, έναν άνθρωπο που ενδιαφέρεται πρωτίστως για το καλό βιβλίο.

 

Να τος… Κλεισμένος μέσα στο γραφείο του, λίγο πριν από την αλλαγή του χρόνου, να κάνει τον ετήσιο απολογισμό. Βυθισμένος μέσα στη δερμάτινη πολυθρόνα του, εκεί που υποδέχτηκε την Αννούλα, εκείνη τη γνωστή φιγούρα που κέρδισε με το μ… της, το σπαθί της δηλαδή, μια φωτεινή θέση στο λογοτεχνικό στερέωμα.

 

Μπροστά του βρίσκεται ένα μεγάλο λευκό χαρτί γεμάτο μουτζούρες και υποσημειώσεις, καθότι τσαπατσούλης. Ανάμεσα στα ορνιθοσκαλίσματά του δεσπόζει μια λίστα, μία λίστα με τα σημαντικά της χρονιάς που πέρασε. Ο εκδότης μας τσεκάρει με ενδελέχεια όσα κατάφερε, όσα πρόσφερε στον πολύπαθο χώρο τού βιβλίου.

 

“Έχουμε και λέμε...”, μουρμούρισε.

 

1. Βιβλία πληρωμένα: 20

2. Κριτικές πληρωμένες: 26 (μερικούς τίτλους τούς προώθησε περισσότερο).

3. Εκκαθαρίσεις προς συγγραφείς: ΜΗΔΕΝ (εδώ χαμογέλασε σαρδόνια).

4. Γκομενάκια που πήδηξε: ενάμιση (το μισό ήταν απλώς μπαλαμούτιασμα).

5. Συγγραφείς που έβρισε: 2 κατά πρόσωπο, 18 πισώπλατα.

6. Συγγραφείς που απείλησε: 2 (τσογλάνια, θα σας σκίσω).

7. Αντίτυπα άφαντα… Άπειρα.

8. Γκομενάκια πηδήξιμα: 10 πάνω κάτω (θα τις φάω, πού θα μου πάνε).

 

Ωραία, δεν τα πήγε άσχημα. Όλα μια χαρά. Αν και θα ήθελε περισσότερα φράγκα. Και κάποια μαλακιστήρια που πήγαν να του χαλάσουν το όνομα, τα κανόνισε. Τους έτριξε τα δόντια. Διέδωσε τόσες βρώμες που όλο και κάτι θα μείνει. Οι συγγραφείς που του έμειναν να ‘ναι καλά, τα κουτορνίθια που τους τα έτρωγε και τον έγλειφαν. Κάποιοι τον φοβούνταν κιόλας, πού να ήξεραν ότι χάρη σε αυτούς έκανε μεγάλη ζωή. Τουλάχιστον, οι άλλοι που έφυγαν ήταν πιο έξυπνοι… Για λίγο κάγχασε… Τι γελοίοι…

 

“Άουτς!”

Ξαφνικά ένιωσε κάτι στο κεφάλι του. Κοίταξε το πάτωμα. Ένα μικρό καφέ μποτάκι τον είχε βαρέσει στο κούτελο. Τι είναι αυτό; αναρωτήθηκε. Σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε ένα μικρό πράσινο πλασματάκι να τον περιεργάζεται με σαρδόνιο χαμόγελο. Πάει, μάλλον θα τρελάθηκε. Ίσως έπρεπε να κόψει το ποτό, τελευταία τα χέρια του έτρεμαν, ίσως τα είχε παίξει.

 

“Μην απορείς, είμαι το πνεύμα των Χριστουγέννων, ήρθα για σένα” είπε ο μικρός καλικάντζαρος.

“Τα Χριστούγεννα πέρασαν, ηλίθιο πλάσμα. Και προφανώς το παράκανα με το ποτό...” μουρμούρισε ξινισμένος.

“Πνεύμα είμαι, κάνω ό,τι μου γουστάρει. Ήρθα με λίγη καθυστέρηση, γιατί γλεντούσα τον… Τέλος πάντων, δεν είναι της ώρας. Τώρα είμαστε οι δυο μας”.

“Αχ, τι ρομαντικό” απάντησε ο εκδότης σαρκαστικά.

“Καλά, δεν είμαι σαν την Αννούλα σου με το καλσονάκι της” του αντιγύρισε ο καλικάντζαρος.

Ο εκδότης έχασε τη μιλιά του.

“Άκου, μάγκα. Επειδή το έχεις παρακάνει, και ήσουν κακό παιδί φέτος, και πέρυσι και γενικά, είπα να σε βάλω στη θέση σου”.

“Τι εννοείς;”

“Ε, να, αρκετή σαβούρα έχεις βγάλει, και αρκετούς έχεις κοροϊδέψει...”

“Πας καλά; Ποιους κορόιδεψα; Εσύ τι νομίζεις; Ότι έχουμε σοβαρή λογοτεχνία;”

“Ναι, αλλά με κάποιους σαν και εσένα πάνε τα πράγματα κατά διαόλου”.

“Τρίχες… Τα ίδια κάνουν όλοι, μεγάλοι και μικροί. Στο κάτω κάτω βοηθάω τόσο κόσμο να πραγματοποιήσει το όνειρό του”.

“Σοβαρά;”

“Βεβαίως… Έχουμε και καλά βιβλία”.

“Α, μάλιστα. Έβγαλες και δυο- τρία τής προκοπής για βιτρίνα. Κοίτα, επειδή έχω μαγικές δυνάμεις, θα κάνουμε ένα κόλπο”.

“Δηλαδή;” ρώτησε ο εκδότης με ενδιαφέρον.

“Πρόσεξε, θα σηκώσω τα βιβλία σας στον αέρα”. Στο σημείο αυτό έκανε μια παύση. Το μάτι του γυάλιζε κάπως, πρόσεξε ο εκδότης. “Θα έρθουν πάνω από το κεφάλι σου”.

Όντως τα βιβλία με μια κίνηση του καλικάντζαρου, σηκώθηκαν στον αέρα και άρχισαν να αιωρούνται πάνω από το κεφάλι του. Ο εκδότης άρχισε να χλωμιάζει.

“Μόλις πω: Λογοτεχνία του κώλου, όσα ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία, θα πέσουν πάνω στο κεφάλι σου. Λοιπόν, τι λες; Κορυφαίο παιχνίδι, ε;”

“Εχμμ, ας το αφήσουμε καλύτερα” είπε, καθώς σηκώθηκε έντρομος για να αλλάξει θέση.

“Πού πας, εκδοτάκο μου; Δεν πιστεύεις ότι έχεις καλά βιβλία;”

Τα βιβλία ακολουθούσαν τον δύστυχο εκδότη, όπου και να πήγαινε, ενώ ο καλικάντζαρος κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια.

“Πες τους να σταματήσουν! Το παραδέχομαι ότι έβγαλα μερικές σαβούρες...”

“Χμ” είπε ο καλικάντζαρος. “Καλώς. Για μια στιγμή. Να πέσουν τα βιβλία των συγγραφών που έβρισες, επειδή σου ζήτησαν τα λεφτά τους”.

Ξαφνικά δύο παχουλά βιβλία προσγειώθηκαν στο κεφάλι τού εκδότη.

“Ωχ, μάνα μου….”

“Ωχ, ωχ, ωχ...” έκανε ο καλικάντζαρος. “Και να για ολοκληρώσουμε, το 2020 θα κυκλοφορείς με μια ουρά γαϊδάρου στον πισινό σου για να σου υπενθυμίζει τι άλλο μπορείς να πάθεις αν συνεχίσεις τα ίδια...”

“Δεν μιλάς σοβαρά! Αποκλείεται! Αααα, κάτι νιώθω εκεί πίσω” φώναξε ο εκδότης τρίβοντας το παντελόνι του.

“Λοιπόν, σε αφήνω, έχω να επισκεφτώ και κάποιους άλλους. Τα λέμε του χρόνου. Και μέχρι τότε, κοίτα να κόψεις τις μαλακίες. Αν και δύσκολο...”

Μέσα σε δευτερόλεπτα ο καλικάντζαρος είχε εξαφανιστεί. Ο εκδότης έμεινε εμβρόντητος. Άνοιξε το συρτάρι του και έβγαλε ένα καθρεφτάκι που είχε ξεχάσει η Αννούλα. Κατέβασε το παντελόνι του για να ελέγξει…

 

* * *

“Αλήθεια, σου λέω, Ευλάμπιε” είπε η Κάτια αναστατωμένη. “Με είχε φωνάξει για να μου δώσει κάποια αντίτυπα και όταν έφτασα στην είσοδο της πολυκατοικίας, έτυχε να βγαίνει ένας κύριος και δεν χτύπησα το κουδούνι. Ανέβηκα πάνω και βρήκα την πόρτα ανοιχτή. Και τι να δω; Ο λεγάμενος με κατεβασμένα παντελόνια και ένα καθρεφτάκι στα χέρια να κοιτάζει τον πισινό του”.

“Τι να κάνει ο άνθρωπος, αναζητούσε την πηγή τού λογοτεχνικού του παραδείσου. Και εσύ τι έκανες;”

“Έφυγα τρέχοντας! Δεν ξέρω αν με είδε, φαινόταν απορροφημένος”.

“Ε, ναι, θέλει προσπάθεια να ανασύρεις την ποιότητα. Παράτα τον, Κάτια! Κάτσε να γράψεις το βιβλίο σου και άσε τον κάθε βλαμμένο...”

“Δεν έχεις άδικο… Το σημερινό παραήταν...”

“Πιες το τσαγάκι σου και ξέχασέ τον...” της είπε απαλά, ενώ έβγαζε το σημειωματάριό του.

Η Κάτια έριξε μια βιαστική ματιά.

“Γράφεις κάτι;” τον ρώτησε με περιέργεια.

“Ναι, έχω ξεκινήσει μια ιστορία μ’ έναν καλικάντζαρο και θέλω να προσθέσω κάτι”.

Η Κάτια χαμογέλασε. Γούστο είχε ο Ευλάμπιος.

 

 

Άλλα στιγμιότυπα από τον χώρο των γραμμάτων:

1) (Ευλάμπιος): https://www.cartel-mag.com/akoumpiste-ton

2) (Ευλάμπιος): https://www.cartel-https://www.cartel-mag.com/ta-papoutsia mag.com/ta-papoutsia

3) (Ευλάμπιος- Κάτια): https://www.cartel-mag.com/parousias-suggrafeos

4) (Αννούλα): https://www.cartel-mag.com/tha-mou-to-vgaleis

5) (Ευλάμπιος- Κάτια): https://www.cartel-mag.com/h-agapi-megaliter-apo-mas

Τα Χριστούγεννα του εκδότη

της Σταματίνας Σταύρου