© 2019 by Achilleas and Camilo

Ο Ευλάμπιος Παρασκευόπουλος, άνθρωπος καλλιεργημένος με ιδιαίτερες ευαισθησίες, αγαπούσε το βιβλίο από μικρός. Η αγάπη του απείχε από τον βεβιασμένο έρωτα, που χαρακτηρίζει μερικούς γραφιάδες. Ξέρετε, εκείνους που ξαφνικά ανακαλύπτουν το απύθμενο ταλέντο τους, μια ανακάλυψη που οδηγεί στην εκλεκτική καταμέτρηση.

 

Ποια καταμέτρηση; Μα τη γνωστή φυσικά. Ξεκινάμε από το δημοτικό με τα δέκα εξωσχολικά, χωρίς να ξεχάσουμε και το Ανθολόγιο. Γυμνάσιο- Λύκειο δεν μετράνε, αφού κυριαρχούσαν άλλα στο κεφάλι τους (ειδικά στο παντελόνι), αν και τα Κείμενα Λογοτεχνίας έσωσαν την κατάσταση. Έχουμε διαβάσει λίγο από όλα. Μετά ακολουθούν τα γνωστά μαθήματα επί τούτου για να βελτιώσουμε τη γραφή και στη συνέχεια μερικά  σημαντικά αναγνώσματα- ίσα για να δείξουμε ότι διαβάζουμε αυτά που πρέπει.

 

Όχι, ο φίλος μας δεν ανήκε στους παραπάνω. Ο Ευλάμπιος είχε μεγαλώσει σε ένα σπίτι με φορτωμένες βιβλιοθήκες. Κλασικά μυθιστορήματα, αστυνομική λογοτεχνία, επιστημονικής φαντασίας, δοκίμια. Όλα τα διάβαζε· για την ακρίβεια τα καταβρόχθιζε με ακόρεστη πείνα.  Τα βιβλία ήταν το λιμάνι του, ο φάρος του, η παρέα του.

 

Κάποτε, δίχως ο ίδιος να το καταλάβει πώς, άρχισε να γράφει μια ιστορία σχετικά με έναν δημόσιο υπάλληλο και τη βασανιστική ρουτίνα που βίωνε καθημερινά. Ήταν ο ίδιος ο ήρωάς του; Όχι, όχι… Αυτό δεν είναι σωστό. Έτσι είχε διαβάσει στο διαδίκτυο σε συμβουλές προς επίδοξους συγγραφείς. Και όμως ο χαρακτήρας του είχε δικά του στοιχεία. Τρύπωναν στην ιστορία θέλοντας και μη, αφού η ρουτίνα είχε εμποτίσει τη ζωή του. Το καθημερινό ωράριο, οι σχέσεις, οι συναλλαγές με το κοινό.

 

Καμιά φορά ανησυχούσε. Η ιστορία του δεν είχε δράση, εγκλήματα, βία, σασπένς, ανατροπές. Ούτε καν έρωτα. Έρωτα; Τι ήξερε από μεγάλα πάθη; Μόνο τα ρολόγια, τα λεπτά, τις στιγμές ήξερε.

Μετά από δυο χρόνια ολοκλήρωσε το κείμενό του. Το είχε διορθώσει με επιμονή, το είχε αφήσει μερικούς μήνες να αναπνεύσει – έτσι είχε διαβάσει- και τώρα ήταν έτοιμο.

 

Και μετά ήρθε η προσγείωση. Σκληρή, άχαρη. Τα “όχι” των εκδοτικών, οι απορρίψεις. “Δυστυχώς, δεν θα μπορέσουμε να συνεργαστούμε”. Ο Ευλάμπιος απογοητεύτηκε. Μετά την απογοήτευση ακολούθησε και η απορία. Μα πώς κυκλοφορούν τόσα βιβλία; Οι εκδοτικοί περνάνε δύσκολες ώρες, ζορίζονται… Όλοι έτσι έλεγαν. Και να πεις ότι όλα τα βιβλία που διάβαζε ήταν καλά; Μερικά δεν διαβάζονταν…

 

Τότε ένας γείτονας τού άνοιξε τα μάτια. Ο πατέρας του είχε εκδώσει. Εκεί είχε καταλήξει παλιότερα μεγάλο μέρος από το εφάπαξ.

“Φυσικά και θα βγει το βιβλίο σου, χρήματα έχεις, στο δημόσιο δουλεύεις, βρε άνθρωπε”.

Ο Ευλάμπιος άκουγε και δεν το πίστευε. Μα γίνονταν τέτοια πράγματα;

“Γίνονται” του είπε. “Όμως είσαι σίγουρος ότι θέλεις να μπλέξεις;”

Έτσι έκλεισε ο γείτονας την κουβέντα. Ο Ευλάμπιος για έναν απροσδιόριστο λόγο απέφυγε να ρωτήσει άλλα. Αν και η φράση έμεινε να αιωρείται...

 

Έψαξε στο διαδίκτυο, βρήκε μερικούς εκδοτικούς και άρχιζε να στέλνει. Η ανταπόκριση ήταν άμεση. Φιλική, προσωποποιημένη.

 

“Θα χαρούμε να σας διαβάσουμε”

 

Και όντως έτσι έγινε. Τον διάβασαν, τον ενέκριναν, του έκλεισαν ραντεβού. Προς στιγμή σκέφτηκε να φορέσει κουστούμι, αλλά σχεδόν αμέσως το μετάνιωσε. Πήρε και το Parker μαζί του, του το είχε δώσει ο πατέρας του για τα σπουδαία.

 

Στο γραφείο όλα καλά. Χειραψίες, χαμόγελα, πορτοκαλάδες, βιβλιοσυζητήσεις. Η αγορά του βιβλίου, οι συγγραφείς, τα βιβλιοπωλεία. Η ώρα πέρασε και ξαφνικά εμφανίστηκε στο τραπέζι ένα συμφωνητικό. Ο Ευλάμπιος δεν έδωσε σημασία, άλλο τον έτρωγε και ήθελε να το μοιραστεί με τον γνώστη τού χώρου. “Ξέρεις, σχετικά με το θέμα της ανατροπής, έχω κάποιους προβληματισμούς. Δεν έχω...”, είπε καθώς έβγαζε το Parker.

“Α, μα η ανατροπή ήταν που μας άρεσε περισσότερο!”

“Η ανατροπή;” ξαφνιάστηκε ο Ευλάμπιος.

“Βέβαια!”

Για λίγο απόρησε. Μετά θυμήθηκε κάποια σχόλια που είχε διαβάσει σχετικά στο διαδίκτυο. Ξεροκατάπιε.

“Χμ, ναι, ε;” είπε, κατεβάζοντας το στιλό. “Και η ...Στέλλα; Πώς σας φάνηκε;” ρώτησε με ανασηκωμένο φρύδι.

“Ενδιαφέρων χαρακτήρας, πολυδιάστατος”.

“Πολυδιάστατος” μουρμούρισε παίζοντας το Parker στα χέρια του.

Ο άντρας απέναντί του έσπρωξε απαλά το συμφωνητικό προς το μέρος του. Ο Ευλάμπιος σκέφτηκε τους δικούς του που περίμεναν τα νέα. Μετά σκέφτηκε ένα μακρινό ταξίδι που ήθελε από πάντα να κάνει.

“Θέλω να μου γλείψετε τα παπούτσια” αναφώνησε.

“Πώς; Τα παπούτσια; Τι εννοείς;” απόρησε ο άντρας. Μια λάμψη ανησυχίας πέρασε από το βλέμμα του.

“Ναι, έτσι λέγεται ένα διήγημα που γράφω. Πώς σας φαίνεται ο τίτλος;”

“Α, είπα και εγώ… Μα, βέβαια, δυνατός τίτλος. Θα ήθελα να το διαβάσω, να μου το στείλεις. Εχμμ...”, είπε με βεβιασμένο χαμόγελο. “Τι ακριβώς είναι; Φετιχιστικό;”

“Κάτι τέτοιο. Με ανατροπές”.

“Ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον. Ναι, οι ανατροπές είναι το φόρτε σου. Ανυπομονώ”.

Ο Ευλάμπιος τράβηξε το συμφωνητικό προς το μέρος του. Ο άντρας σαν να ξεφύσηξε. Ξαφνικά, ο Ευλάμπιος έβγαλε το αριστερό του παπούτσι. Ο άντρας πισωπάτησε.

“Είχε ένα πετραδάκι” είπε ζυγίζοντας τον με το βλέμμα.

“Αχά. Ε, ναι, είναι ενοχλητικά” συμφώνησε ο άντρας.

Ο Ευλάμπιος άφησε το παπούτσι πάνω στο τραπέζι, δίπλα από το συμφωνητικό.  Έβγαλε από την τσέπη του μια στοίβα από 50ευρα. Ο άντρας γούρλωσε τα μάτια του.

“Έτσι, να είσαι πιο άνετα. Μήπως ένα καφεδάκι;” πρότεινε.

“Αργότερα” έκανε ο Ευλάμπιος στριφογυρίζοντας το Parker στα χέρι του. “Τι άλλο σας άρεσε στην ιστορία μου;”

“Ε, μα η καλή γραφή. Η ροή της ιστορίας” έκανε ο άντρας ανακουφισμένος.

“Χαίρομαι” είπε. “Θα μου επιτρέψεις, έτσι;” ρώτησε ενώ έπιασε το συμφωνητικό.

“Βεβαίως, διάβασέ το πάλι, θα δεις ότι όλα είναι εντάξει, προσέχουμε τους συγγραφείς μας...”

“Είμαι βέβαιος” έκανε ο Ευλάμπιος καθώς γυάλιζε το παπούτσι με το συμφωνητικό.

“Εχμ, οι συγγραφείς είναι σίγουρα εκκεντρικές προσωπικότητες” είπε ο άντρας με το βλέμμα του στα 50ευρα.

“Βρίσκεις; Ενώ οι εκδότες;” ρώτησε ο Ευλάμπιος.

“Οι εκδότες… Οι εκδότες περνάνε δύσκολα… Όσο και να τους δώσεις, ποτέ δεν κάνουν απόσβεση. Είναι ριψοκίνδυνος χώρος, από μεράκι δουλεύουμε, μη νομίζεις ότι βγάζουμε τίποτα. Για το βιβλίο το κάνουμε”.

“Αλήθεια;” ρώτησε ο Ευλάμπιος με γουρλωμένα μάτια.

“Ναι, σοβαρά, έτσι είναι” είπε ο άντρας σφουγγίζοντας το μέτωπό του.

“Κατάλαβα” είπε ο Ευλάμπιος και με μια απότομη κίνηση έβαλε τα 50ευρα στην τσέπη του.

“Τι κατάλαβες; Α, όχι έγινε παρανόηση εδώ. Κοίτα, θα δεις όταν βγει το βιβλίο, με την κατάλληλη προώθηση, όλα θα πάνε καλά. Εμείς αυτό περιμένουμε, έναν σοβαρό συγγραφέα...”

“Που να ξέρει να χειρίζεται τις ανατροπές...”

“Φυσικά! Ήρθες στα λόγια μου!”

Ο Ευλάμπιος έβγαλε πάλι τα 50ευρα.

Ο άντρας έμεινε να τον κοιτάζει μπερδεμένος. Μία κοιτούσε τον Ευλάμπιο, μία τα 50ευρα, μία το παπούτσι. Στο τέλος άπλωσε το χέρι του για να το πιάσει. Ωστόσο, ο Ευλάμπιος ήταν πιο γρήγορος. Άρπαξε το παπούτσι, το φόρεσε, μάζεψε τα χρήματα, το Parker και σηκώθηκε.

“Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία, θα επανέλθω” είπε και έφυγε απότομα.

Ο άντρας έμεινε για λίγο αμίλητος και στη συνέχεια πήγε στον υπολογιστή του. Έριξε μια ματιά στα μέιλ του, διάβασε ένα στα γρήγορα και ετοίμασε την απάντηση:

 

“Θα χαρούμε να σας διαβάσουμε”

Τα παπούτσια

της Σταματίνας Σταύρου