Η Λεά περνά τον καιρό της καρφωμένη στην πολυθρόνα. Δεν νοιάζεται για τίποτε, τίποτε ακούς; Η καρδιά της χάθηκε μαζί με το ύστατο, θλιβερό γράμμα της στρατιωτικής ακαδημίας.

Αγαπητή κυρία Λεά, ο Ν. υπήρξε υπόδειγμα στρατιώτη και την κρίσιμη εκείνη ώρα, την στιγμή που καθένας αναμετράται με το θάρρος και τον εαυτό του, όχι μόνο δεν δείλιασε, μα χίμηξε πίσω από τις εχθρικές γραμμές κρατώντας ακλόνητη την ξεσκισμένη σημαία της μεραρχίας. Η απώλειά του βυθίζει στο πένθος όλους τους συμπολεμιστές του. Με τούτην την επίσκεψη η πολιτεία σας ευχαριστεί από ψυχής για τις υπηρεσίες του Ν. υπέρ πατρίδος. Αναλογιστείτε τις ύστατες στιγμές του που τον κατοχυρώνουν ήδη στις τάξεις των άστρων.

Η Λεά έσκισε εκείνο το απόγευμα το γράμμα. Οι στρατονόμοι, εικοσάρικα παιδιά δίχως συνείδηση και δίχως λύπη, έστρεψαν τα νώτα τους και χάθηκαν μες στο κουρνιαχτό της πόλης. Η Λεά έκτοτε κατοικεί την μοναξιά της. Διαθέτει στυλ και περηφάνια και δεν μιλά για το παρελθόν. Μερικά μετάλλια στολίζουν τον τοίχο πάνω από το τζάκι. Μια φωτογραφία του και το κασκέτο του, με μια αχνή γραμμή από αίμα στο γείσο στέκουν στο περβάζι του παραθύρου. Η Λεά καμιά φορά λησμονεί την θέα από το μικρό της διαμέρισμα και όλες της οι λέξεις στοχεύουν σε εκείνα τα άψυχα πράγματα στον μικρό της ορίζοντα.

Λεά, τον αγαπάς ακόμη; Τον θυμάσαι;

Μα είναι η αγάπη μου, δίχως στολίδια, δίχως τίποτε, παραμένει για πάντα ολοδική του η παλιά εκείνη αγάπη.

Τα χρόνια προσπέρασαν την Λεά.  Φαντάζει σαν μια από εκείνες τις λάμπες φθορίου που χάνουν λίγο λίγο την έντασή τους. Μοναδική της παρηγοριά οι φωνές των παιδιών του δρόμου. Το βλέμμα της αδυνάτισε, η καρδιά της ράγισε και υποσχέθηκε πως όση ζωή της αναλογεί θα την ξοδέψει ανάμεσα στους τοίχους του μικρού της διαμερίσματος. Διαθέτει ένα πιάνο, ένα έπιπλο εποχής με στοιχεία μπαρόκ, αρκετούς κηροστάτες και δυο τρεις πίνακες του συρμού. Τα παράθυρά της παραμένουν για πάντα κλειστά. Στο πάτωμα εμπρός στα πόδια της κρατά πάντα μια θέση για τον Ν. που του αρέσει το διάβασμα και που ποτέ δεν έγινε κομμάτια σε κάποιο μέτωπο. Ακόμη, κρατά μια θέση για το λαξευμένο φεγγάρι που γδέρνει το πάτωμα, αφήνοντας σημάδια πάνω στο ωραίο έπιπλο της εποχής με τα υπερβολικά μπαρόκ σχέδια και τα ανοιχτά στόματα των μικρών δράκων.

Λεά τον αγαπάς ακόμη; Θα έδινες την ζωή σου για εκείνον; Αν ερχόταν Λεά πόσα πράγματα θα του διηγιόσουν. Για τις κατεστραμμένες γειτονιές, για τα κορίτσια που γερνούν γαντζωμένα πάνω στα έρκερ. Και αρκεί ένα ολομόναχο πρωινό και εσείς ήχοι από τον πάταγο μιας θύελλας για να σβήσει το βασανισμένο σου χρώμα Λεά.

Τίποτε δεν είπε εκείνο το απόγευμα. Οι άλλοι που σάστισαν σαν την είδαν, ψιθύρισαν λίγα λόγια για το φριχτό της πεπρωμένο. Μα δεν την εμπόδισαν, όταν με ξέπλεκα μαλλιά κατηφόρισε προς την προκυμαία. Φορούσε ένα παλιό φουστάνι με άνθη στην ύφανση και η πόλη έφεγγε, τόπος υπέροχος με γυναίκες, κουρτίνες, λουλούδια και φρούτα που χάνεται στο βάθος του δρόμου.

Για που το ΄βαλε; Από εκεί υπάρχει μόνον η θάλασσα. Ίσως να πεθύμησε τον ωκεανό, έλεγαν οι κυρίες της λέσχης των σιδηρουργών, φέρνοντας στο νου τους την απέραντη ομορφιά της Λεά, τον φριχτό της έρωτα. Κανείς δεν την είδε να επιστρέφει. Μονάχα σε μια στιγμή γίνηκαν όλα κομμάτια, με έναν θόρυβο παλιών κρυστάλλων. Τότε όσοι γνώριζαν είπαν πως η Λεά χάθηκε. Και πως για εκείνη απομένουν τώρα μονάχα τα φανταστικά βιβλία που ξέρουν και περιγράφουν τα βάρη της καρδιάς.  Η Λεά ποτέ δεν επέστρεψε. Τα παιδιά τις νύχτες την ζωγραφίζουν με τα χρώματα του Γκωγκέν. Μα είναι τόσος ο καιρός και η Λεά κατοικεί τώρα σπίτια στολισμένα με τον πλούτο του βυθού. Το πρόσωπό της σαν να σβήστηκε.

Τα άλλα καράβια της Λεά

Δακρύβρεχτη ιστορία

Με στοιχεία

Πλανόδιας

φαντασίας

του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo