«Δοκιμάστε τον αστακό, πρόκειται περί εκλεκτής ποικιλίας που καλλιεργείται από ντόπιους ψαράδες στις κοραλλιογενείς ακτές του Βανουάτου»

Η Νούρια αγνοώντας τους κανόνες του σαβουάρ βίβρ σπάει το κέλυφος μαζεύοντας με τα δάχτυλα τη ζουμερή ψίχα από μέσα. Ο Λιθρινάκης την επιβραβεύει με ένα αχνό μειδίαμα. Η τηλεόραση παίζει πλάνα από τη δίκη του Λάκη και του επιτελείου του, βλέποντας τον Ανανιάδη στο ειδώλιο νιώθω μια υποψία οίκτου που το εξαιρετικό Chardonnay εξαφανίζει άμεσα. Ο Λιθρινάκης σηκώνεται για να προβεί σε ένα ακόμη από τα γνωστά πομπώδη κηρύγματα, υποθέτω ωστόσο ότι για λόγους αφηγηματικής συνοχής και οικονομίας- στοιχεία τα οποία οι περισσότεροι εγχώριοι συγγραφείς αγνοούν- θα πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο λίγες βδομάδες πίσω.

Μετά την απελευθέρωση των προσφύγων και το χάος που ακολούθησε ο Λιθρινάκης ήταν έτοιμος να περάσει στην τελευταία πράξη του πραξικοπήματος. Έτσι λοιπόν εξηγούνταν η χρηματοδότηση του παράνομου στρατοπέδου, ασφαλώς δεν το έκανε από ανθρωπιστικά ελατήρια, ούτε χρειάστηκε να εντρυφήσει βαθιά στην ιστορία της παγκόσμιας ατιμίας προκειμένου να προβλέψει το μέλλον. Ο Βασιλοχαλκιάς το είχε θέσει όσο πιο απλά μπορούσε «Αν δεν μπορείς να εργαλειοποιήσεις την ανθρώπινη απόγνωση, δεν πας πουθενά», οι αποδιοπομπαίοι τράγοι ήταν έτοιμοι να χρησιμοποιηθούν σαν πολιορκητικοί κριοί προκειμένου το οχυρό να πέσει. Χιλιάδες ξυπόλυτοι και αναξιοπαθούντες συνάνθρωποι μας γέμισαν τους δρόμους των μεγάλων πόλεων, τα κρούσματα αυξήθηκαν γεωμετρικά, το ανάθεμα έπεσε πάνω τους αλλά μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου της Agrohealth η κυβέρνηση είχε ελάχιστα περιθώρια ελιγμών.

Βίαιες διαδηλώσεις ξέσπασαν στην Αθήνα, το Βόλο, τη Θεσσαλονίκη και το Ηράκλειο. Ο Λάκης φυγαδεύτηκε με ελικόπτερο ενώ στο Γουδί εξαγριωμένο πλήθος είχε ήδη αρχίσει να στήνει εικονικά ικριώματα. Ένα από εκείνα τα απογεύματα ο Λιθρινάκης με κάλεσε στο γραφείο του.

«Ποιος ήταν εκείνος που έκανε κιμά τα μούτρα του φίλου σου;»

Του έδωσα το όνομα χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς. Σε αυτό το θέατρο του παραλόγου το μόνο που επιζητούσα ήταν η δικαίωση του Πετρολούκα με κάθε κόστος.

«Αν με βοηθήσεις θα τον στείλω στη Γυάρο μέχρι τα βαθιά γεράματα. Εσύ και η δικιά σου θα έχετε προνομιακή μεταχείριση, βασιλικούς μισθούς και ο,τι άλλο θελήσετε»

Θυμήθηκα εκείνο το ταξίδι που είχαμε κάνει με τη Νούρια στη Lanzarote, ένα δειλινό βρεθήκαμε σε κάποιο χωριουδάκι χτισμένο πάνω σε έναν απόκρημνο όρμο και φάγαμε την καλύτερη Παέγια.

«Θα έδινα τα πάντα για να αγοράζαμε ένα σπίτι εδώ»

Μου είχε εκμυστηρευτεί. Πλέον δεν είχα καμία ηθική αναστολή, όλα αυτά τα χρόνια ζούσα σε μια διαλυμένη χώρα, πολεμούσα κυβερνήσεις σαν παροπλισμένος Δον Κιχώτης και έψαχνα το δίκαιο στα σκουπίδια. Αρκούσε μόνο μια πανδημία για να κάνει σμπαράλια το όραμα του εκδημοκρατισμού και την καραμέλα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο τύπος που είχε φάει δεκαεφτά μηνύσεις από το Κεντρικό Ισραηλίτικο Συμβούλιο κατείχε κυβερνητικό αξίωμα, έκανε παράνομες μπίζνες με λεφτά του Έλληνα φορολογούμενου και είχε σαπακιάσει το φιλαράκι μου, ο άλλος που είχε καταφέρει να έχει δύο στις δεκαπέντε βολές σε επίσημο αγώνα μπάσκετ όριζε τις τύχες της υγείας μας, όσο για τον Λάκη δεν ήταν παρά ένας διανοητικά κρετίνος που είχε λάβει το χρίσμα λόγω κληρονομικής προδιάθεσης. Ένα τσούρμο κατσαπλιάδων, κλεφτοκοτάδων και αμόρφωτων είχε ενδυθεί το μανδύα του κράτους δικαίου, πόσο χειρότερα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα;

Η απάντηση του Λιθρινάκη ήταν αφοπλιστική.

«Όσο κάνω θα κουμάντο εγώ. Καθόλου!»

Concrete

Stand-up Tragedy

(Προδημοσίευση)

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo