Ο διευθυντής του 3ου Δημοτικού σχολείου μίλησε από το τηλέφωνο στους δικούς μου, ευγενικά και με πολύ προσοχή στην αρχή, σαν να ζητούσε συγνώμη αλλά στην συνέχεια ήταν κατηγορηματικός, η συμπεριφορά μου στο σχολείο, έμαθα ότι είπε, ήταν ανεπίτρεπτη. «Δεν μπορεί να παρακολουθήσει και δεν επιτρέπει και στα υπόλοιπα παιδιά να παρακολουθήσουν το μάθημα». Στο σχολείο όμως το μεγαλύτερο μάθημα και το πιο σπουδαίο είναι το διάλλειμα. Εκεί δεν είχα κανένα παράπονο εγώ. Μικρότεροι και μεγαλύτεροι συμμαθητές δέχονταν να με ακολουθήσουν στα μεγαλεπήβολα σχέδια μου. Να σκάψουμε ένα ποτάμι έως την τάφρο που είναι κάτω από το σχολείο, ήταν το τελευταίο. Σκάβαμε με τα χέρια, με τα πόδια μέσα στην λάσπη. Οι περισσότεροι είχαμε βγάλει τα μπλουζάκια μας και τα είχαμε κρεμάσει στο δέντρο της αυλής, τα κορίτσια της πέμπτης και της έκτης τάξης στέκονταν κάτω από τα ρούχα που ανέμιζαν και έπαιρναν χάζι. Το διάλλειμα όμως είναι μικρό και στην τάξη που μας οδήγησαν τα λασπωμένα μας παπούτσια ήμασταν παρουσιάσιμοι μόνο από την μέση και πάνω κι αυτό μετά από ξέπλυμα των χεριών στις βρύσες.

Από το απέναντι θρανίο η Κλαίρη και η Χρύσα χασκογέλαγαν κι έγνεφαν… Πήρα το ραβασάκι χέρι χέρι, από το πίσω θρανίο… «βγάλε και το παντελονάκι, στο επόμενο διάλλειμα θα βάλω μπουγάδα να στο πλύνω», καρδούλες, αστεράκια, χείλια….

Χτύπησε το κουδούνι κι έμαθα ότι το ίδιο μήνυμα είχαμε πάρει όλοι όσοι σκάβαμε. Θορυβημένοι στην αρχή, γρήγορα αποφασίσαμε ότι ήταν το καλύτερο που είχαμε να κάνουμε και ξεκινήσαμε το σκάψιμο με το εσώρουχο και τα παπούτσια… τα παντελόνια και τα σόρτς μαζί με μπλουζάκια και ένα δύο πουκάμισα έγιναν λάβαρα στο δέντρο και το κοριτσίστικο κοινό μας αποθέωνε με επιφωνήματα κι αναστεναγμούς. «Τι προτιμάτε κορίτσια, καγκουρό σώβρακα ή μποξεράκια;» φώναξε κάποιος από τους σκαφτιάδες κι ακολούθησε πανζουρλισμός από γέλια, ομαδική τιμωρία και κούρεμα με την ψιλή….

Κατέβηκε από το γραφείο του ο διευθυντής με τον επιστάτη να τον ακολουθεί και μας έβαλε σε μια σειρά πιάνοντας μας από τα μπράτσα χωρίς να νοιαστεί ούτε για την τάξη που πήγαινε ο καθένας μας ούτε για το ύψος του. Πόσο μάλλον για το τι εσώρουχο φορούσε. Ήμασταν δεκατρείς και δεκατρείς φορές τράβηξε τις άγγουρες ασχημάτιστες φαβορίτες, το τριχωτό μπροστά από τα αυτιά, στους κροτάφους, μέχρι τα παπουτσωμένα πόδια μας να αιωρούνται πάνω από το χώμα για αρκετά δευτερόλεπτα. Ακούγονταν τα ουρλιαχτά αυτών που προηγούνταν στην σειρά και οι υπόλοιποι κλαίγαμε και τρέμαμε από το φόβο μας.

 

Μηχανικός Περιβάλλοντος σήμερα είχα απανωτές τηλεδιασκέψεις από τα γραφεία της εταιρείας με χημικούς μηχανικούς, με τοπογράφους κι εργολάβους. Την αναγνώρισα αμέσως στην οθόνη του υπολογιστή, εντυπωσιακή στα τριάντα της, με τέλειο μακιγιάζ, η Κλαίρη της πέμπτης δημοτικού. Μετά το σάλο που είχε ξεσπάσει οι γονείς της την είχαν απομακρύνει από το 3ο, είχε βγάλει την τάξη στο σχολείο της πάνω γειτονιάς, είχαν μετακομίσει κιόλας και την είχα χάσει. Έσκαβαν την μεγάλη τάφρο ενός χώρου υγειονομικής διάθεσης οικιακών αποβλήτων και η δουλειά μου ήταν του συντονιστή. Εκείνη τοπογράφος θα διεύθυνε με ευαίσθητες συσκευές και GPS τους εκσκαφείς και τις μπουλντόζες καθώς και τα φορτηγά που θα απομάκρυναν τα μπάζα. Σοβαρός υπολόγιζα τις συντεταγμένες που μου είχε στείλει για να τρέξει το λογισμικό με τις πραγματικές διαστάσεις του έργου και παρουσιαζόταν πρόβλημα στην μετατροπή. «Λες να μείνουμε με τα εσώρουχα, να αισθανθούμε πιο άνετα;» μου πρότεινε χαμογελαστή από την οθόνη.  

Σώβρακα ή μποξεράκια;

του Νικόλα Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo