© 2019 by Achilleas and Camilo

 Ο Νίκος άνοιξε την πόρτα. Δεν είπαν ούτε γεια. Ήταν και οι δυο ψυχραμένοι.

-Είχα τρεξίματα με την άλλη πάλι.

Ήθελε να δικαιολογηθεί, αλλά δεν ήξερε πως να ξεκινήσει. Ένιωθε τύψεις που δεν εμφανίστηκε χθες στο πάρτυ του Νίκου. Εδώ και 11 χρόνια δεν είχε λείψει ούτε μια φορά. Ακόμα και τη χρονιά που ήταν τσακωμένοι, ο Αλέξανδρος είχε σκάσει από το πουθενά με μια τράπουλα δώρο κρυμμένη στο τζάκετ του. Δεν χρειάστηκε να συζητήσουν πολύ για να τα ξαναβρούνε. Οι αφορμές του τσακωμού ήταν  σχεδόν πάντα ασήμαντες. Αλλά και οι δυο τους ήταν  ξεροκέφαλοι κι εγωιστές. Αλλά και κολλητοί. Από την πρώτη μέρα που γνωρίστηκαν στη σχολή του Μωραϊτη, κάθησαν στο ίδιο θρανίο, δέσανε, και από τότε δεν ξεκόλλησαν.

Η χθεσινή βραδιά ήταν όπως όλες οι γιορτές του Νίκου. Ραντεβού κοντά στα εξάρχεια για μπύρες και πολιτική συζήτηση. Βαθιά πολιτικοποιημένοι και οι δυο τους, μπορεί να περπατάγανε σε στενά του κέντρου, και να συζητάγανε με τις ώρες για τις δράσεις του αναρχικού χώρου, τα λάθη των αντιεξουσιαστών, το φασισμό και την καταστολή του κρατικού μηχανισμού και των εκάστοτε κυβερνήσεων. Αν και συμφωνούσαν, πάντα θα βρίσκανε μια μικρή λεπτομέρεια για να ανάψουν τα αίματα, και να έρθουν σε αντιπαράθεση. Αυτές οι συζητήσεις και οι δράσεις τους όμως τα τελευταία χρόνια όλο και μειωνόντουσαν. Η καθημερινότητα, οι υποχρεώσεις, οι  δουλειές, οι ρουτίνες και οι σχέσεις τους, απορροφούσαν πολύ χρόνο. Σε λίγο καιρό θα τα θυμόντουσαν σαν αστοί σε κάποια μπουάτ του κέντρου, και θα τις χαρακτήριζαν ως νεανικές ανησυχίες. Και αυτή η σκέψη τους τρόμαζε. Ειδικά τον Νίκο που ήταν και πιο νευρικός και ανήσυχος.

-Γάμησε μας ρε Αλέξη. Άμα είναι να μη βρισκόμαστε και καθόλου. Τρέχουν τόσες δράσεις, τόσα σχέδια. Έχω να σε δω δυο βδομάδες και δεν έρχεσαι ούτε στη γαμωγιορτή μου.

-Αλέξανδρος , του τόνισε. Το ήξερε το κόλπο του Νίκου, αλλά πάντα στράβωνε. Όταν ήθελε να το κουρδίσει τον αποκαλούσε Αλέξη, Αλέκο και άλλα υποκοριστικά.

-Ναι ,αυτό σε πείραξε , είπε ο Νίκος καθώς έστριβε το τσιγάρο του.

-Και αυτό με πείραξε, και πολλά με πειράζουν, μη βλέπεις που κάνω το μαλάκα. Αλλά σου είπα, είχα τραβήγματα με την άλλη. Σου στειλα και μήνυμα. Γι αυτό ήρθα και σήμερα στο μπουρδέλο σου, και ας έχω χίλιες δυο δουλειές.

-Ευχαριστούμε πολύ, πρίγκηπα,  που μας έκανες την τιμή. Άντε γαμήσου ρε μαλάκα.

Ο Αλέξανδρος γέλασε, και το γέλιο του ήταν μεταδοτικό. Και για τις σοβαρότερες αφορμές να πλακωνόντουσαν, πάντα τα ξαναβρίσκανε σε ένα δευτερόλεπτο. Δεν μπορούσε να κρατήσει κακία ο ένας από τον άλλον.

-Καμιά μπύρα έχεις στο ψυγείο ή αρχίδια.

-Σήκω πάρε, και φέρε μου κι εμένα. Και έλα πες μου τι έγινε με την άλλη. Έχουμε και σοβαρότερα ζητήματα να συζητησουμε μετά. Δεν θα μου φας όλη την ώρα με τη μαλακισμένη.

Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε για την κουζίνα, αλλά ο Νίκος συνέχισε.

-Είδες το άρθρο που ανέβασε ο Παναγιώτης στο Indymedia; Όλο λόγια ρε φίλε. Έχουμε σαπίσει τελείως. Κι εγώ με λόγια μπορώ να το παίξω Ζαπάτα. Τι κάνουμε ρε μαλάκα; Καθόμαστε και μας γαμάνε; Και μαζευόμαστε δυο φορές το χρόνο να ρίξουμε καμιά μολότοφ σαν χάπενινγκ και χαιρόμαστε;

Ο Αλέξανδρος γύρισε με δυο μπύρες. Τα τελευταία λόγια του Νίκου δεν τα είχε ακούσει. Είχε στο μυαλό του εκείνη. Αναρχία, αντάρτικο πόλεων, αντιεξουσιαστικές κινήσεις και μολότωφ είχανε μπει στην άκρη τους τελευταίους μήνες. Ξεκίνησε να του μιλάει. Το φέρσιμο της, τα μηνύματα στις τρεις η ώρα το πρωί από κάποια φίλη της, και τα ψέμματα της. Ο Νίκος έκανε ότι άκουγε. Τα πόδια του έτρεμαν από νευρικότητα, ενώ κάπνιζε, και μέσα από τους καπνούς δεν έβλεπε τον ερωτοχτηπημένο φίλο του, αλλά δράσεις, μπάτσους, ξύλο, μολώτοφ, γκαζάκια και ματαίωση.

-Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα;

Του έκοψε την εξιστόρηση στη μέση. Ο Αλέξανδρος ήξερε τι θα επακολουθούσε. Αυτός ο πρόλογος είχε γίνει άπειρες φορές μετά από το συμβάν. Τι θα γινόταν εάν. Εάν. Εάν δεν τον είχε σπρώξει καταλάθος τελευταία στιγμή ο Νίκος, και η σφαίρα είχε καρφωθεί στο στήθος του. Χιλιάδες συζητήσεις για αυτή τη γαμημένη τη σφαίρα. ‘’Μπάτσος σκοτώνει 15χρονο στα Εξάρχεια΄΄. Ο Νίκος ένιωθε ότι σε μια άλλη ζωή αυτό είχε συμβεί. Και αυτό που ζούσαν τώρα ήταν ένα βαρετό όνειρο. Για λίγα χιλιοστά ο φίλος του είχε σκοτωθεί από έναν φασίστα μπατσο. Αλλά όχι. Ο Αλέξανδρος ήταν εδώ. Και του μιλούσε για τα γκομενικά και άλλες ασήμαντες μαλακίες μέσα από καπνούς και  μπύρες σε ένα δυάρι πάνω από τι Σόλωνος.

 -Για λίγα χιλιοστά ρε μαλάκα ζεις. Και εσύ κάθεσαι και μου μιλάς για τη μαλακισμένη. Και εγώ κάθομαι και σε ακούω. Τι κάνουμε ρε μαλάκα; Πώς θα αλλάξουμε τα πράγματα; Μια ζωή στη φάπα θα μας έχουνε;

-Τι θες ρε μαλάκα Νίκο; Να πάρουμε τα καλάσνικοφ και να μπουκάρουμε στη βουλή; Δεν γίνονται έτσι οι επαναστάσεις ρε μαλάκα. Τί είναι η αναρχία; Συνταγή μαγειρικής; Βράσιμο, σοτάρισμα σερβίρισμα και καλή όρεξη; Μπορεί να περιμένει για μια μέρα. Δεν μπορώ να συζητήσω για άλλα προβλήματα τη δεδομένη  στιγμή;

-Όχι ρε μαλάκα Αλέξη δεν μπορείς. Συνέχεια σκέφτομαι αυτό το βράδυ. Αυτός ο γαμημένος ο μπάτσος μπορούσε να σε είχε σκοτώσει. Και εμείς δεν κάναμε τίποτα.

-Δεν κάναμε τίποτα; Του είπε ο Αλέξανδρος εμφανώς νευριασμένος.

-Εντάξει ,κάτι κάναμε. Αλλά αυτό δεν μου φτάνει. Δεν μπορώ να κάθομαι και να μιλάω για γκόμενες, με τόση  καταστολή γύρω μου.

-Έχεις νευριάσει τόσο πολύ που δεν ήρθα χθες, και το βγάζεις υποσυνείδητα τώρα αλλού. Α γαμήσου, δεν έχω όρεξη να συζητάω σήμερα για ουτοπίες. Πάω να φύγω.

- Ουτοπίες ε; Φύγε. Φύγε ρε μαλάκα. Εδώ ο κόσμος καίγεται, και εσύ έχεις το μυαλό σου στη χαμούρα.

Ο Αλέξανδρος δεν περίμενε να ακούσει άλλα. Αν καθόταν λίγο ακόμα , θα πιανόντουσαν στα χέρια. Ήταν και οι δυο πολύ ευέξαπτοι.

Πήρε το μαύρο τζάκετ του και έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Έξω είχε κρύο. Ανέβασε το φερμουάρ του γιακά. Τα στενά στα Εξάρχεια ήταν άδεια. Ούτε ψυχή. Ένιωθε ότι ήταν ο μόνος άνθρωπος στη πόλη. Τα μόνα που υπήρχαν ήταν τα γκράφιτι στους τοίχους της περιοχής που ήταν σαν να θέλαν να του μιλήσουν. Κάτι έβλεπαν, κάτι αισθάνονταν που εκείνος δεν καταλάβαινε.  Ούρλιαζαν σιωπηλά μέσα από τους τοίχους και τα χρώματα.

Ο Νίκος έμεινε μόνος του να πίνει μπύρες και να καπνίζει. Μετά από κάποιες ώρες ένιωσε τύψεις για το πώς είχε μιλήσει. Έπιασε το κινητό του, και του έστειλε στο μέσεντζερ.

-Σόρρυ ρε μαλάκα. Δεν μίλησα ωραία. Καταλαβαίνω ότι περνάς τη φάση σου, αλλά και εγώ δεν είμαι στα καλά μου τελευταία.

Ο Αλέξανδρος δεν κοιμόταν. Ένιωθε την καρδιά του βαριά. Σκεφτόταν την στιχομυθία με το Νίκο, εκείνο το βράδυ του Δεκέμβρη, και αυτά που είχαν ακολουθήσει. Όταν είδε το μήνυμα χαμογέλασε. Δεν μπορούσε να του κρατήσει κακία.

-Κι εγώ μαλακίστηκα. Σόρρυ που δεν ήρθα στη γιορτή σου.

 

Σε ένα παράλληλο σύμπαν, ο Αλέξανδρος δεν θα ξαναεμφανιζόταν στις γιορτές του Νίκου.

Sorry που δεν ήρθα στη γιορτή σου

του Αλέξανδρου Πετρόχειλου