Στα δειλινά τα πένθιμα και φθινοπωρινά

όταν χτυπάει στα τζάμια τους θρηνητικά η βροχή

κι ενώ στην πόλη εσπερινούς βαρούν αργά οι καμπάνες,

παίρνουνε μια παράδοξην οι Κάμαρες ζωή.

Ο παγερός, που απ' τις κλειστές πόρτες γλιστράει, αέρας

κούφιων βημάτων φέρνει αχούς και ψίθυρους σβησμένους,

που κάνουν όποιον νείρεται ν' αναθυμάται ξάφνου

αγάπες χρόνων παλαιών και φίλους πεθαμένους.

Και τότες μες στο σούρουπο οι Κάμαρες γεμίζουν

φαντάσματα που στους θαμπούς καθρέφτες καθρεφτιούνται

ενώ οι κουρτίνες οι βαριές -κοιτάξτε τις!- κουνιούνται...

(Κ. Ουράνης, «Δειλινά Φθινοπώρου»)

 

1

Ξέρεις πώς είναι...

όταν όλα μοιάζουν σαφή, διάφανα, τηλαυγή... φαιδρές φωνές, ηλιόλουστα πρωινά, ανέφελα και ανιαρά... και αίφνης, ανεπαίσθητα, οι σκιές πέφτουν, τα περιγράμματα θολώνουν... το κάτοπτρο της θέας σου του κόσμου γίνεται κατάθαμπο… oι γύρω φωνές μακρύνονται και κατασιγάζουν... και το μόνο που ακούγεται είναι ο ήχος της εσωτερικής σου ησυχίας; Το μόνο που φέγγει στο δρόμο σου είναι το κρύφιο φως του μυχιαίτερου βάθους της ψυχής σου;

Αυτό ακριβώς συνέβη σε μένα. Είμαι 45 χρονών και λέγομαι Πέτρος Διακονιάρης. Γνώρισα κάποια κοπέλα μέσω κοινωνικών δικτύων. Τη λέγαν Καίτυ- με ύψιλον, όπως μου τόνισε. Ήταν περίπου 14 χρόνια μικρότερή μου. Μου έγραψε διάφορα για τον εαυτό της, άλλα τα συγκράτησα κι άλλα όχι, όμως αυτό που διείδα ήταν ότι τη συνείχε μια ειλικρίνεια και πως ταιριάζαμε σε πολλά. Ή γνωριμία μας ήταν βραχύβια, ωστόσο μια Παρασκευή, την τελευταία του Οκτώβρη του τρέχοντος έτους, με κάλεσε από το σπίτι της. Θα βλέπαμε μια κινηματογραφική ταινία, αλλά πρώτα ήθελε να μου δείξει κάποιο νέο έργο εικαστικό που δούλευε: μια ελαιογραφία. Η Καίτυ ήθελε να σπουδάσει καλών τεχνών στο εξωτερικό, τελικά σπούδασε γραφίστρια σε ΙΕΚ και κατέληξε αντί κερδοφόρας και λοιπά σταδιοδρομίας που της υπόσχονταν να κάνει διάφορες χαμοδουλειές: σέρβις, λάντζα και τα τοιαύτα.

Δέχτηκα με χαρά την πρόσκληση. Κι εγώ ήμουν φύση καλλιτεχνική, που λένε, διότι έγραφα και διάβαζα εμμανώς ποιήματα και έπαιζα κοντραμπάσο. Η γαλλομαθής Καίτυ μου έγραψε προ ημερών γελαστά πως είμαι όλος μια bizarrerie- ίσως νά’ναι κι έτσι...

2

Ήταν περίπου 6.55, όταν στάθμευσα το αμάξι στην οδό Κρήτης, έξω από ένα σχολείο. Πήρα να κατεβαίνω τη Χρηστοβασίλη –ένα μάλλον αδιάφορο δρομάκι κοντά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης- και πριν φτάσω στην επόμενη συμβολή των οδών είδα την πολυκατοικία πού’ ψαχνα στ’ αριστερά.

Η πολυκατοικία ήταν μια από αυτές που η εξωτερική πόρτα μένει ανοιχτή, ενώ για τις νυχτερινές ώρες υπάρχει εμφατική γραπτή σύσταση στους ένοικους να την κλειδώνουν. Κάλεσα το ασανσέρ, ανέβηκα και προσεκτικά πάτησα το μπουτόν του 4ου ορόφου. Μπήκα, η πόρτα του φρέατος έκλεισε με ένα κάπως παράξενο μεταλλικό, κουδουνιστό υψίσυχνο ήχο και ξεκίνησα να ανεβαίνω. Ήταν φανερό: επρόκειτο για μια παμπάλαιη πολυκατοικία, με στοιχειώδεις δαπάνες συντήρησης και τους μισούς -και βάλε- ενοίκους ελλείποντες.

 

Βγαίνοντας, κατευθύνθηκα σύμφωνα με τις οδηγίες της Καίτυς αριστερά και τέλος δεξιά. Χτύπησα το κουδούνι χαμογελώντας αβίαστα. Την περίμενα να μου ανοίξει και να δω εκείνα τα σπινθηροβόλα μάτια πίσω από τον κοκάλινο σκελετό των μυωπικών γυαλιών της... Στάθηκα εκεί μερικά δευτερόλεπτα, αλλά δεν απαντούσε κανείς. Ξαναχτύπησα, και μία και δυο φορές- τίποτα. Ανήσυχος ήδη, έψαξα την επαφή της στο κινητό μου τηλέφωνο και την κάλεσα. Στον δέκατο χτύπο το έκλεισα και ξαναχτύπησα το κουδούνι. Όλες αυτές οι διαλείπουσες ενέργειες και η αδρανής αναμονή που παρεμβλήθηκε πήραν γύρω στα 10 λεπτά. Σκέφτηκα μήπως έκανα κάποιο λάθος, μήπως, μήπως... τίποτα. Ήταν εμφανές: η Καίτυ με είχε περιπαίξει. Ή μήπως κάτι της είχε συμβεί; Συνδέθηκα στο λογαριασμό μου στον ιστοχώρο γνωριμιών. Περιέργως, φαινόταν να είναι online. Της έστειλα νέο μήνυμα, αλλά δεν παραλαμβανόταν.Αυτό ήταν. Λυπημένος, ανήσυχος, πήρα το δρόμο της καθόδου. Βρήκα μπροστά μου το κλιμακοστάσιο και ξεκίνησα να κατεβαίνω μέσα στο ημίφως, σε μια αχνοφεγγιά που οφειλόταν στους παλιούς, χαλασμένους λαμπτήρες φωτισμού.

Αντιπαρήλθα την πρόσκαιρη λιποψυχία, κατέβηκα σε βαθιά περισυλλογή, άλλοτε παραπατώντας, άλλοτε τρεκλίζοντας, τρεις ορόφους. Μπροστά μου, αντί για σκαλιά, υπήρχε αδιέξοδο, τοίχος.

-Τι στο διάτανο;, σκέφτηκα φωτίζοντας το γύρω όροφο με το κινητό μου, όταν είδα μια πόρτα. Η πόρτα ήταν μαύρη σαν το κατράμι, σαν τον έβενο. Είχε πάνω της ένα logo, ένα brand name: ένα περίγραμμα κιμωλίας ενός πτώματος που στα δεξιά του ανέγραφε: Nekyia Productions.

Κοίταξα προς τα πάνω από κει που είχα έρθει. Τότε κατάλαβα πως είχα κατεβεί μες στην παραζάλη μου από ένα τμήμα του κλιμακοστασίου που δεν οδηγούσε στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας αλλά σε άλλα διαμερίσματα, σε ένα επαγγελματικό χώρο. Ο χώρος φαινόταν πρόδηλα από την πρώτη εξωτερική όψη του παρατημένος κι εγκαταλειμμένος. Κοντοστάθηκα και αποφάσισα να ξανανέβω. Έστρεψα τον κορμό μου προς το κλιμακοστάσιο, ανέβηκα κάπως διστακτικά, χωρίς να συνειδητοποιώ το γιατί, 5-10 σκαλοπάτια, όταν μου φάνηκε πως άκουσα κάτι. Με γελούσαν τ’ αυτιά μου; Ήταν μια φωνή μακρυσμένη, ένα πνιχτό ουρλιαχτό.

Τότε αμέσως το ανακάλεσα. Η περιφερειακή μου όραση είχε συλλάβει κάτι. Ξανακατέβηκα ταχύτατα και το επαλήθευσα. Η πόρτα του επαγγελματικού χώρου δεν ήταν εντελώς κλειστή. Υπήρχε μια μικρή, σχεδόν αθέατη χαραμάδα. Η χαραμάδα δε διακρινόταν, διότι το σκοτάδι στο μέσα μέρος ήταν σχεδόν απόλυτο.

Δεύτερες σκέψεις κρείσσονες, λέει το αρχαίο ρητό, αλλά εγώ παραταύτα δεν το σκέφτηκα στιγμή. Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα μπροστά σε ένα κατασκότεινο χώρο σα δωμάτιο υποδοχής. Η σιωπή ήταν πηχτή και το ψύχος διαπεραστικότερο. Η υγρασία σου περόνιαζε τα κόκκαλα. Εισέπνευσα βαθιά και μπήκα.

3

Μπήκα κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου, για να διασφαλίσω τα νώτα μου.
Κοντοστάθηκα και άφησα τη σκόνη να κατακαθίσει πάνω μου και το νου μου να συλλάβει ακουστικά ερεθίσματα- κενό, μια ανήσυχη, εκκωφαντική θά’ λεγες σιωπή. Ερεύνησα στεκόμενος σταθερά στο ίδιο σημείο με το φακό του κινητού μου το δωμάτιο που βρισκόμουν. Ήταν ένα ιδιόμορφο, παραλληλόγραμμο, στενόμακρο και επίμηκες δωμάτιο. Στα αριστερά έχασκε ανοιχτή μια κονσόλα τύπου μπουφέ, σαπισμένη, μ’ ένα τηλέφωνο με το επικρεμάμενο ακουστικό του να ανασαλεύει στις ασθενικές ριπές του αέρα που μπήκαν μαζί με μένα.

Ένα μέτρο μπροστά μου, διέκρινα το μόνο αντικείμενο ενδιαφέροντος: μια δίφυλλη πόρτα λευκή. Ήταν μια  ηχομονωτική πόρτα με μαύρο χερούλι. Δε θυμόμουν πού είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Τοποθέτησα την παλάμη μου στο χερούλι, το κατέβασα και τράβηξα προς τα έξω. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και φανέρωσε ένα δωμάτιο υπερμέγεθες, χωρίς κανένα έπιπλο, με μεγάλους τοίχους, μονόχρωμους, σε ουδέτερα χρώματα πριν ξεφλουδίσουν από τη σωρευμένη μούχλα.

Ενστικτωδώς, φώτισα τις δύο πέρα γωνίες του χώρου αυτού. Στην πάνω δεξιά γωνία, υπήρχε μια άλλη πόρτα, μικρότερη, με ένα παλιοκαιρίσιο, αντικέ πόμολο. Το γύρισα και μπήκα σ’ ένα μικρό χώρο γραφείου. Ο βορινός, υγρός αέρας της φθινοπωρινής Θεσσαλονίκης φύσηξε ζωοποιός στο πρόσωπό μου από ένα παράθυρο στα αριστερά μου.

Στράφηκα τότε προς το παράθυρο και πλησιάζοντάς το, διέκρινα μπροστά μου έναν ακάλυπτο χώρο και παραπέρα πολυώροφες πολυκατοικίες που δεν φαίνονταν να έχουν εποπτεία σε αυτόν. Προσέγγισα και ξεπρόβαλα το κεφάλι μου έξω. Ένα μεταλλικό κιγκλίδωμα και μια μεταλλική σκάλα. Κοίταξα κάτω, όταν το είδα και αυτό που είδα χαράχτηκε σα μαχαίρι στο συνειδητό μου νου: ένας υψηλόσωμος άντρας, πλάι σε κάτι σαν αποθήκη στη δεξιά μεριά του ακάλυπτου. Κοίταζε προς την ανοιγμένη πόρτα της αποθήκης. Είδα το στόμα του και ήταν κατακόκκινο. Το αίμα κάτω από το αμυδρό φως των φανών μου φάνηκε νωπό. Το βάδισμά του ήταν αργό, ασταθές, τα χέρια του υψωμένα προς τα μπροστά. Το ατένισμά του δεν ήταν ανδρικό, ανθρώπινο, αλλά ζώνεκρο... Τι άλλο σκεφτόμουν αποσβολωμένος μπορούσε να είναι εκείνο που έβλεπα μπροστά μου από ένα ζόμπι...;

 

4

Κατέβηκα τα σκαλιά μέσα σε σιωπηλή φρενίτιδα. Μόνο όταν ακούμπησα το έδαφος, γύρισε και με κοίταξε. Προς στιγμήν πάγωσα ολόκληρος, αλλά έτρεξα και πήρα ένα παλούκι που είχα παρατηρήσει από πριν από την πάνω μεριά του ακάλυπτου. Καθώς έστρεψε προς εμένα, είδα μια κοπέλα να βγαίνει από την αποθήκη, να τρέχει σαν για να διαφύγει από ύαινα και να κουρνιάζει πίσω μου. Ήταν η Καίτυ. Τα γυαλιά της είχαν ραγίσει- οι κινήσεις της ήταν εντελώς ενστικτώδεις, τρομώδεις. Το ον αυτό με κοιτούσε τώρα πρόσωπο προς πρόσωπο. Σκεφτόμουν πυρετωδώς. Ήταν τρομερό στη θέα αλλά αδύναμο. Του κατάφερα δύο απανωτά χτυπήματα και το σώριασα κάτω.

Στράφηκα τότε προς την Καίτυ, που τα είχε χαμένα. Γονάτισα και την είδα να κλαίει. Ξαφνικά σωφρονίστηκε και μίλησε.

-Εγώ η σκύλα, η ηλίθια φταίω για όλα, μου είπε μέσα σε αναφυλλητά. Γνώρισα αυτόν τον τύπο, αυτό το καθίκι, στο ίδιο site που γνωριστήκαμε. Του είπα να έρθει σήμερα στο σπίτι, αν και μου έγραφε πως ήταν kinky και άλλα τέτοια. Όταν ήρθε σπίτι και πρόβαλα αντιρρήσεις σ’ αυτά που ήθελε, μου επιτέθηκε. Του κατάφερα ένα καλό χτύπημα στο πρόσωπο και με κυνήγησε ως εδώ.


Πήρε μια ανάσα αγωνιώδη, ενοχική.

-Ο λόγος που συνέβη αυτό είναι ότι πρώτη φορά γνώρισα κάποιον σαν εσένα... και επιδίωξα να σε απογοητεύσω, γιατί αλλιώς θα κατέληγα να σε παντρευτώ. Ο παλιότερος εαυτός μου που δεν ξέρεις, είπε και εισέπνευσε πάλι βίαια. Δεν περιμένω να με συγχωρέσεις ποτέ..., κατέληξε και ζάρωσε πίσω  απελπισμένη.

Κατάλαβα –όχι λογικά-, ήμουν παραπάνω από βέβαιος πως μου έλεγε αλήθεια και τη συγχώρεσα αυτοστιγμεί. Αμέσως την αγκάλιασα. Ένιωσα κάτι ολόθερμο να διαχέεται μέσα μου και τα δάκρυά της να ακουμπάν διαβρωτικά στο πρόσωπό μου, όταν μου έδειξε έντρομη με το δάχτυλο πίσω μας.

Ο τύπος είχε σηκωθεί πάνω. Αμέσως, έτρεξε μακριά. Τα πατήματά του ακούστηκαν μέσα στην αποθήκη.

Έτρεξα να τον ακολουθήσω. Φώτισα μέσα στο τρεχαλητό μου τον περιβάλλοντα χώρο. Αν ήταν κάτι, ήταν μάλλον κελάρι. Ένα παλαιϊκό, άδειο κελάρι. Άνοιξα το πόμολο και οδηγήθηκα σε ένα διάδρομο, κάτι διάμεσο. Στο τέλος του, μπροστά μου ξεπρόβαλε μια μονόφυλλη καφέ πόρτα. Κοντοστάθηκα. Ήταν μια εξώπορτα ξύλινη, παραδοσιακού τύπου.  Η πόρτα ήταν αφημένη μισάνοιχτη. Την άνοιξα διάπλατα και μόλις κατάφερα να πνίξω μια φωνή έκπληξης.

Μπροστά μου διαφαινόταν ένα γιγάντιο δωμάτιο, μια κεντρική σάλα ενός παλιού αρχοντικού. Όντας προσηλωμένος στο μακάβριο θέαμα αυτού του αρπακτικού, δεν πρόσεξα καν στο βάθος το περίγραμμά του όπως έστεκε σκουρόχρωμο, δυσδιάκριτο, επιβλητικό. Πρέπει νά’χα μπει χωρίς να το καταλάβω από την πίσω πόρτα του. Κάνοντας μερικά βήματα, είδα την δίφυλλη κεντρική πόρτα στα δεξιά μου και, υψώνοντας το βλέμμα μου, την κεντρική σκάλα να οδηγεί σε ένα δεύτερο όροφο.

Το μόνο που άκουγα τώρα ήταν η ανάσα μου. Δεν πίστευα σε τι μέσα είχα βρεθεί αλλά η εσωτερική φωνή μου δεν με είχε στιγμή αποτρέψει από αυτό. Έσκυψα το κεφάλι μου και έκλεισα τα μάτια μου με ένταση, προσπαθώντας να κάνω μια διαυγή σκέψη, να αναπέμψω μια ικεσία... Κοίταξα πάλι πάνω. Άφησα πίσω μου τη σάλα και ανέβηκα τα σκαλιά κοντανασαίνοντας. Κοίταξα αριστερά όπου βρισκόταν μια άλλη κλειστή εσωτερική πόρτα, μονόφυλλη, μπήκα και βρήκα ένα καθιστικό λουσμένο σε ένα κατάχλωμο φως. Στα δεξιά ήταν ένα μπαλκόνι πού’ βλεπε στο δρόμο, την οδό Αλεξανδρείας.

Μια σκέψη διαπέρασε αστραπιαία το νου μου και με κυρίευσε. Βγήκα και κοίταξα κάτω. Και ήταν εκεί. Ένα γκρεμισμένο σώμα κάποιου. Τα μάτια του ήταν γουρλωμένα στην εντέλεια, σχεδόν βγαλμένα από τις κόχες τους. Σαν να είχε χάσει τα λογικά του. Ή σα να είχε δει φάντασμα...

Βλέποντας με όλη την εσωτερική μου ένταση εκείνη τη στιγμή το αποτρόπαιο θέαμα, είχα την παράξενη αίσθηση πως κάτι μου διαφεύγει. Αποστρέφοντας το βλέμμα μου από το δρόμο, το συνειδητοποίησα. Ήταν η νύχτα της 30ης προς 31 Οκτώβρη του 2020...

 

*”Someone with a kink” είναι έκφραση που χρησιμοποιείται στο μυθιστόρημα «Ένα σχέδιο δολοφονίας» της Αγκάθα Κρίστι (Towards zero, 1944), ως ψυχολογικό προφίλ του δολοφόνου

**Η αφήγηση πιάνει το νήμα από το διήγημα «Η υπόθεση του υποκίτρινου φαντάσματος» που είναι δημοσιευμένο ηλεκτρονικά (στο frear.gr)

''Someone with a Kink''

του Γιώργου Νεκτάριου Παναγιωτίδη

© 2019 by Achilleas and Camilo