Lemures

Από τότε που ιδρύθηκε, η Ρώμη δεν έπαψε ποτέ να οικοδομείται και ν’ αναπτύσσεται. Αυτό που βλέπουν οι πολλοί είναι μονάχα η πάνω πόλη, αυτή που έφτιαξαν ο Ρωμύλος, ο Καίσαρας, ο Αύγουστος κι όλοι όσοι κέρδισαν με το σπαθί τους τη δόξα στη γη και την αποθέωση στους ουρανούς. Αλλά την κάτω πόλη ελάχιστοι τη βλέπουν, μονάχα οι προφήτες και οι αλαφροΐσκιωτοι. Κι όπως τα δέντρα που έχουν από κάτω τους ρίζες πολύ πιο μεγάλες απ’ τα κλαδιά για να στέκονται όρθια, έτσι κι η πάνω πόλη στηρίζει τις νίκες της στους ηττημένους οικιστές των βαράθρων της, στο Ρώμο, τον Πομπήιο, τον Αντώνιο και τους στρατιώτες τους που φάγανε τα όρνια, απείρως περισσότερους από τους νικητές που θάφτηκαν τιμημένα.

Υπάρχουν, φτιαγμένα από σκιές, κι εκεί Καπιτώλιο, υδραγωγείο, Κολοσσαίο, Φόρουμ και δημόσια λουτρά. Κι όλοι οι νεκροί, ηθοποιοί που ποτέ δεν ξεχνούν τα λόγια τους, μιμούνται σα σε θέατρο αέναα τα μαρτύρια που υπέστησαν απ’ τις φατρίες που ακόμη διαφεντεύουν την πάνω πόλη.

Όσο κι αν οι ιερείς με ξόρκια και γιορτές προσπαθούν άλλοτε να διώξουν κι άλλοτε να εξευμενίσουν τα μοχθηρά και μνησίκακα πνεύματα, αυτά, καθώς περνούν οι αιώνες, ολοένα και αυξάνονται, φορούν κάθε νύχτα τις σάπιες σάρκες τους και εισβάλλουν στον ύπνο των ζωντανών διψώντας για φρέσκο αίμα. Και καθώς άλλο τρόπο δεν έμαθε η Ρώμη ν’ ανθίζει απ’ το να ρουφά τους νικημένους για λίπασμα, δεν έχει παρά να προσδοκά την ώρα που η από κάτω κόλαση θα ξεχειλίσει, απλώνοντας τις σκιές της στα ένδοξα μνημεία για να τα κάνει χαλάσματα.

 

 

Ο πολιορκητής

Ούτε μία από τις τόσες πόλεις των Ελλήνων και των Ρωμαίων δεν αφιέρωσε έστω κι έναν ασήμαντο ναΐσκο στον τρομερό θεό Λιμό. Μα κι απ’ τους ποιητές το μόνο που κατάφερε να κερδίσει ήταν δυο στίχοι απ’ τον Ησίοδο και μια μικρή αναφορά στον Οβίδιο. Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, όλο και λιγότερο τον φοβόντουσαν και τον λογάριαζαν υπόψη τους. Γι’ αυτό κι ο θεός άφησε πίσω του την αλαζονική Μεσόγειο με την ξακουστή Pax Romana για να προσφέρει τα δώρα του στους βάρβαρους του Βορά.

Κι όταν οι ενδοξότατοι Αντωνίνοι, έχοντας χρυσό στα ταμεία και σίδερο στην καρδιά και στα χέρια των στρατιωτών, βάλανε όλη τους τη σοφία και την ισχύ στα πελώριά τους τείχη, ο Λιμός έσκασε στα γέλια με την ανοησία τους. Γιατί θα ‘πρεπε να γνωρίζουν, απ’ την ίδια τη μακραίωνη ιστορία του θρόνου που είχαν κατακτήσει, πως ούτε στην καρδιά ούτε στο μυαλό ούτε στα χέρια βρίσκεται η πιο μεγάλη δύναμη του ανθρώπου, αλλά στο στομάχι.

 

 

Τόρσο

Όταν οι Βησιγότθοι έσφιγγαν τον κλοιό γύρω απ’ τη Ρώμη αναγκάζοντας τους υπερασπιστές της να τρώνε ώς και ποντίκια για να βαστάξουν, άλλη λύση δεν έβρισκαν οι απελπισμένοι της κάτοικοι παρά τις προσευχές. Μόνο που τόσο οι νέοι θεοί με τα φωτοστέφανα -αδιάφοροι στο αν θα επικρατούσαν οι βάρβαροι ή οι Λατίνοι υποτελείς τους- όσο και οι παλιοί -ταπεινωμένοι πια και μνησίκακοι μέσα στην παρακμή τους- παρέμεναν πεισματικά αμέτοχοι στην επικείμενη καταστροφή.

Ακόμα κι όταν ήρθε η σειρά του γηραιού Terminus να δεχτεί τις παρακλήσεις, το μόνο που μπόρεσε να χαρίσει στους υπηκόους του ο ακρωτηριασμένος θεός των συνόρων ήταν ένα ειρωνικό μειδίαμα. Γιατί κανείς τους δεν μπόρεσε ποτέ να σκεφτεί τις συνέπειες σαν αποφάσισαν πως δεν τους χωρά ο τόπος και σκόρπιζαν τα μέλη του στα πέρατα του κόσμου.

Ρωμαϊκά διηγήματα

του Αργύρη Κόσκορου

© 2019 by Achilleas and Camilo