Μια φορά

τα πορτοκάλια μύριζαν βανίλια

νερό κυλούσε άϋπνο στα πούπουλα της χήνας

κι η ζέστη σκάλιζε την κουνιστή καρέκλα

πριν χιονίσει απάνω στα παιχνίδια

λευκά να τα γεμίσει

ο μύλος ψήλωνε ως τον αυχένα

μισός γυαλί μισός στο γέλιο

τυφλό ξημέρωνε το καλοκαίρι κι άμαθο

μικρός τρελός ο γλάρος αγκαλιά του

πετούσε άσεμνα με τα ξανθά μαλλιά

στρατός το όνειρο κι ανθίζαν.

 

Μια φορά

φορούσε μουσική ανάποδα το σμόκιν

κρυφά το έσκαγε απ’ το παλάτι

κι αλήτευε ζητιάνους στ’ άστρα

μιλούσε φάλτσα στις παρθένες

και τους επίγειους σάτυρους

να μαλακώσουν

μέλι άφηνε σε βρώμιο παγκάρι

να ‘ρθουν πίσω οι νεκροί που ζουν ανάμεσά μας

θνητή δεν ήξερε πως ήταν χωρίς χορδές και πλήκτρα

ξημέρωμα τη βρήκαν να φυσά

σφυρίχτρα κι ένα φλάουτο σε γείτονες κουφούς

κανείς δεν άνοιξε παράθυρο

να δει με την ψυχή του.

Με βήματα αργά κοντεύουν να μας φτάσουν

κεφάλι μέδουσας που μοιάζει με χελώνα.

 

Μια φορά

ομπρέλα μαύρη ψηλό καπέλο έραψαν

τη μοίρα στο σακάκι

ποιος είναι ο σκούρος που σαρώνει

το πάτωμα στον πόνο

χωράφια πράσινα με τσίγκινο βελούδο

τα μάτια σβήσαν

θύμηση θαμπή το δέρμα που ζαρώνει

φωνές μοιράστηκαν κρασί

κι αστράψαν οι ντροπές τους.

 

Σκεπαστές χελώνες άκοπα μεθούν

πενθούν ήσυχα στα βράχια πάνω.

 

Μια φορά

χαθήκαν ποιητές στο μονοπάτι με τα τόξα

ξέχασαν στίχους ανυπόφορους στο πορτοφόλι

κι ένα θαύμα

τους ξέβρασε η θάλασσα δαρμένους

κανείς δεν έκλαψε

σκυλιά μονάχα

κι ο γέρος του χωριού.

 

Ακούς το καύκαλο βαρύ να σέρνει

παίρνει μαζί του υπομονή και δυο ψιχάλες.

 

Μια φορά

πέθανε μέσα μου παιδί

και μια υπόσχεση

το χρώμα πρόσεξα απ’ τις κουρτίνες

γκρι της μάνας μου η φούστα

σεισμός χαλιά τυλίξαν

φθινόπωρο στο βλέμμα.

 

Γεννιούνται χελωνάκια στα δάχτυλα της άμμου

κι εγώ κοιτώ τις καραφλές παλάμες.

 

Μια φορά

ανέβηκα στο λόφο και πρωτάκουσα

το παραμιλητό μου

το ‘φτυσα να φαίνεται

κηλίδα κόκκινη στο χώμα.

Ρέκβιεμ

του Δημήτριου Δημητριάδη

© 2019 by Achilleas and Camilo