• Γιώργος Λαγκώνας

femme fatale

Μέρα

Αναρωτιέμαι γιατί δεν μου πήρε ακόμη το πέος, το κομμά­τι μου που μπήκε μέσα της και εξερεύνησε την απάνθρωπη θη­λυκότητα της. Ίσως κάτι τέτοιο να την ευχαριστεί, να παρατεί­νει προσωρινά το ερωτικό μας παιχνίδι από το οποίο δείχνει να αντλεί μια… διασκέδαση; Σίγουρα όχι οργασμό. Ο μόνος που τελειώνει είμαι εγώ. Πάντα εγώ. Και τότε είναι σαν εκείνη να παίρνει αυτό που ζητά και μετά χάνεται στη νύχτα. Το ψηλαφώ με το σακατεμένο μου χέρι, ψάχνω πάνω μου κάποιο παραμι­κρό ίχνος δικό της, αλλά δεν βρίσκω.

Πήρε το χέρι μου. Εκείνο που προσπάθησε να τη φέρει πιο κοντά. Από τον ώμο και κάτω δεν έχει μείνει τίποτα. Μια πλή­ρως επουλωθείσα πληγή και φριχτοί πόνοι που με ξαπλώνουν στο κρεβάτι. Ήπια ό,τι βρήκα σε παυσίπονα και κατάφερα να ξεγελάσω ελάχιστα το μέλος φάντασμα που διαμαρτύρεται και θρηνεί. Όμως ο πόνος είναι εκεί. Είναι η αναμονή, το βα­σανιστικό περίμενε μέχρι να την ξαναδώ. Ο πόνος της καρδιάς δεν περνάει με παυσίπονα, ούτε με ναρκωτικά.

Νύχτα

Ξάπλωσε ανάσκελα και με έφερε πάνω της. Τύλιξε τα πό­δια της γύρω από τα δικά μου. Με βάζει μέσα της, με χρη­σιμοποιεί και δεν με αφήνει να την πλησιάσω. Κοιτάζω από μακριά το πρόσωπο, τα ψυχρά ανέκφραστα μάτια, τα χέρια που με σφίγγουν αλλά και με κρατάνε σε απόσταση. Η Θεά απλώνεται από κάτω μου και μου αποκαλύπτεται πανοραμι­κά. Με περιέργεια διαπιστώνω ότι μου επιτρέπει να καταρ­ρεύσω πάνω της. Νομίζω ότι έκλαψα στην αγκαλιά της. Όταν συνήλθα, τα δάκρυα μου στέγνωναν στο παγωμένο πάτωμα.

Μέρα

Χωρίς πόδια. Περιφέρομαι στο σπίτι σαν διαμελισμένος αστακός, με ένα λειψό χέρι πασχίζω να καλύψω τις ανάγκες μου. Ακόμα και η πλέον ασήμαντη λειτουργία είναι ολάκε­ρο βουνό που πρέπει να σκαρφαλώσω. Φαντάζομαι ότι μοιά­ζω με παραπεταμένο σεξουαλικό όργανο, απεχθές και γεμάτο κολοβώματα αλλά που μια διαστροφική περιέργεια ή βαρεμά­ρα το κρατάει ακόμα κρυμμένο και σε επιφυλακή, για να κα­λύψει ίσως κάποια απρόβλεπτη ανάγκη. Δεν φτάνω να κοιτα­χτώ στον καθρέφτη. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Όμως, κοι­τάζοντας από χαμηλά την μπαλκονόπορτα, η θέα απογοητεύ­ει. Η ψηλότερη κορυφή φαντάζει ακόμη πιο απόμακρη. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα εκείνη θα σταθεί γυμνή και μεγαλόπρεπη στο κράσπεδο για να καμαρώσει την επικράτειά της. Και εγώ δεν θα μπορώ να τη δω. Μπορώ μονάχα να προσευχηθώ για τον ερχομό της.

Από εδώ και στο εξής

Στο μέσο της νύχτας ένα θαύμα συντελείται, ξεδιπλώ­νεται, ανθίζει στη μυστική καρδιά της πόλης. Στα πιο βα­θιά υπόγεια, ριζωμένη στα θεμέλια του ψηλότερου πύργου, αναρριγεί μια θάλασσα κατακερματισμένης ανατομίας. Χέ­ρια και πόδια, αποσυναρμολογημένοι κορμοί, γεννητικά όργανα, τρεμουλιάζουν με μια δική τους σπασμωδική, εν­στικτώδη ζωή. Και από μέσα τους ξεπροβάλλει εκείνη, εξυ­ψώνεται σαν αναδυόμενη Αφροδίτη. Μέλη χλωμά και κάθε λογής κομμάτια πασχίζουν να τη θωπεύσουν, ανατριχιά­ζουν στην παρουσία της, γίνονται όλα μαζί μια μάζα που κοχλάζει στο άγγιγμά της.

Η Θεά αναρριχάται στις σκιές, σαρώνει το σκοτάδι, σκαρ­φαλώνει σε πυρετικά ύψη. Βγαίνει στην πιο ψηλή κορυφή και αγναντεύει τον ορίζοντα της πόλης. Η ματιά της σχίζει τη νύχτα μέχρι πέρα μακριά. Πλανιέται στους μαγεμένους αυ­τοκινητόδρομους, αντικρίζει τα μυστήρια των πολυώροφων παρκινγκ, των εγκαταλειμμένων ξενοδοχείων, των κλειστών σουπερ μάρκετ. Αναγνωρίζει και προσπερνάει σαν αυτονόη­τους τους δεσμούς των χτισμένων δομών με την κοινή λογι­κή των πετρωμάτων. Και κάθεται στον θρόνο της. Εκεί που περιμένουμε όλοι, προσκυνητές ταπεινοί και εκτεθειμένοι, τη νυχτερινή της επίσκεψη. Ασώματες κεφαλές τοποθετημένες σε σωρό που διαμορφώθηκε σε κάθισμα. Αναπαύεται με ηδυ­πάθεια. Οι γλώσσες αφήνουν ασημένια ίχνη στο κορμί της, χείλη πασχίζουν να φιλήσουν, μάτια συστρέφονται για να την αντικρίσουν. Είναι ερεθισμένη. Βρέχει ξανά. Χαϊδεύεται και αντικρίζει τα φωτισμένα παράθυρα απέναντι. Οι πα­ρουσίες πίσω τους είναι πολλές, αλλά υπάρχουν και ταυτό­χρονα δεν υπάρχουν. Είναι ο απόηχος από σκιές που άφη­σαν πίσω τους οι άνθρωποι που ήταν κάποτε. Ξέμειναν και μέρα με τη μέρα ξεθωριάζουν και περιμένουν, θεατές σε μια ουτοπία που δεν μπορούν να κατανοήσουν αλλά τη φοβού­νται. Η έξαψή της φουντώνει. Ο οργασμός της είναι ο κε­ραυνός που τραντάζει τη νύχτα. Και έπειτα σηκώνεται. Κά­ποιες φορές οι φτέρνες της τσακίζουν ένα πρόσωπο, μια γλώσσα που την αποζητά, αλλά εκείνη δεν δίνει σημασία. Σκέφτομαι ότι θα πρόσθετε μια πιο ρομαντική νότα, αν μαζί με τα κεφάλια στοίβαζε στον θρόνο της και τις καρδιές μας, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι του τύπου της. Η Θεά αποδέχε­ται τις εκδηλώσεις λατρείας, τα χάδια και τα φιλιά μας με αδιαφορία. Εποπτεύει από το κράσπεδο την επικράτειά της. Και μετά πηδάει στο κενό και χάνεται στη νύχτα.


0 προβολές

© 2019 by Achilleas and Camilo