Αποχαιρέτησε με την πιο γλυκιά φωνή τη μαμά της, της οποίας τα φαγητά κατέκλυαν νοσταλγικά τη σκέψη της ενόσω μιλούσαν, και τερμάτισε την κλήση με ένα σύρσιμο του δαχτύλου. Αμέσως μετά, κλείδωσε την εξώπορτα του σπιτιού της, στο οποίο μόλις είχε μπει, και ευθύς άρχισε να ξεντύνεται βγάζοντας το ταγιέρ που φορούσε – ένα από τα πολλά που είχε και έβαζε αποκλειστικά στο δικηγορικό γραφείο στο οποίο έκανε την πρακτική της. 

            Έπειτα, έκλεισε το μισάνοιχτο παράθυρο του καθιστικού για να μην την ενοχλούν οι ιαχές της πορείας που περνούσε και η καμπάνα της παρακείμενης εκκλησίας που γιόρταζε κάποιον άγιό και μπήκε στα προφίλ της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να τσεκάρει τις εξελίξεις, στους λογαριασμούς της και μόνο, πριν ετοιμάσει την υγιεινή βέγκαν σαλάτα της και τον αγαπημένο της, πλούσιο σε βιταμίνες και ενέργεια, φρουτοχυμό. προσπερνώντας την ακαλαίσθητη viral φωτογραφία των τελευταίων ημερών, αδυνατώντας, αλλά και αδιαφορώντας, να καταλάβει την κατακραυγή που προξενήθηκε από μία φωτογραφία που απεικόνιζε μία φωτογράφιση μόδας που λάμβανε χώρα δίπλα σε έναν σωριασμένο στην άκρη του δρόμου, ταλαίπωρο άστεγο. Στην συνέχεια, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα όπου και ξεκίνησε την, τελετουργικού χαρακτήρα, προετοιμασία του χορτοφαγικού γεύματός της, και ακολούθως το απόλαυσε.

            Αφότου γύρισε από το γυμναστήριο, άρχισε να προετοιμάζεται για την καθιερωμένη της βραδινή έξοδο Παρασκευής. Μετά από ένα γρήγορο ντουζάκι, φόρεσε το εκλεκτό της μαύρο λατέξ κολάν που αναδείκνυε τα καλλίγραμμα και καλογυμνασμένα πόδια και γλουτούς της, συνδυάζοντάς το με ένα ημιδιάφανο εξώπλατο τοπάκι, χωρίς σουτιέν, ούτως ώστε να φαίνονται τα τατουάζ της και κυρίως αυτό με τις δύο τίγρεις και τα σανσκριτικά γράμματα – που όμως αυτή νόμιζε για ιερογλυφικά – που κάλυπτε όλη την πλάτη της, αλλά και για να είναι ευδιάκριτα τα piercings στις ρόγες της, και οι ίδιες οι ρόγες της, όπως και το στητό καλοσχηματισμένο στήθος της.

Όπως πάντα και για τα πάντα, προτού καν το καταλάβει είχε έρθει η ώρα, για την οποία, εκείνη τη φορά, ετοιμαζόταν και ανυπομονούσε. Έτοιμη πια, πέρασε στους ώμους τούς ιμάντες του αγαπημένου διαφανούς πλαστικού σακιδίου της και κατηφόρισε προς το κέντρο, επαναφέροντας το μοιραίο ύφος της, που επαρμένα υποδήλωνε «είμαι ωραία και το ξέρω», οδεύοντας σε ένα από τα πιο ψαγμένα, και συνάμα αγαπημένα της, κλαμπάκια που, συν τοις άλλοις, ξεχώριζε για τους διάφανους πλεξιγκλάς πάγκους του μπαρ και του DJ, όπου και θα την περίμενε η κολλητή της.

Μπαίνοντας, και αντικρίζοντας όλες αυτές τις δυσπροσδιορίστου φύλου φιγούρες, ένιωσε σαν το σπίτι της, παρόλο που το αίσθημα βιασύνης, που κόντευε να γίνει δεύτερη φύση της, δεν μετριάστηκε. Κάθισε στο σκαμπό που της είχε φυλάξει η φίλη της, χαιρετίζοντάς την με ένα ζουμερό γλωσσοφίλι· σαν κερασάκι στην τούρτα, έβγαλαν και έγλυψαν, επιδεικτικά, η μία τη γλώσσα της άλλης, και στη συνέχεια, παράγγειλε το πρώτο της κοσμοπόλιταν, σιγουρεύοντας πως έχουν μαγνητίσει τα γύρωθε βλέμματα.

Προφανώς και της άρεζε να προκαλεί, όμως, αναμφιβόλως, όσα περισσότερα επιδείκνυε τόσο ομορφότερα ένιωθε, όπως επίσης, την εξίταρε η αίσθηση ελέγχου που της προσέφεραν, οι κλεφτές ματιές που έριχνε κάθε τόσο, στο πλέγμα καλωδίων και τις αράδες ποτηριών και μπουκαλιών πίσω από τους διάφανους πλεξιγκλάς πάγκους .  

Ο DJ είχε κέφια και η ξέφρενη ηλεκτρονική μουσική που ξεχυνόταν από τα ηχεία και δονούνταν ρυθμικά μέσα της, φούντωνε την επιθυμία της να χορέψει, όμως, όπως και οι υπόλοιποι, δεν τολμούσε να αφεθεί. Μην αντέχοντας άλλο αυτό το ψυχαναγκαστικό βασανιστήριο, πήγε στις μικτές τουαλέτες για να φρεσκάρει την αυταρέσκειά της.

Μαστίγια, λουριά, σχοινιά, strapons, gangbangs, εκσπερματώσεις στο πρόσωπό της, και άλλα πικάντικα, αν όχι όλα, αφού όπως έλεγε η ίδια χαριτολογώντας, «γιατί να πρέπει να διαλέξεις όταν μπορείς να τα ‘χεις όλα;» σερβιρισμένα σε δημόσια θέα, χόρευαν ηδονικά στο καυλωμένο της μυαλό.

Και ενώ η νύχτα κυλούσε ως συνήθως με κουβεντούλα, ποτό και απαξίωση προς τα λιγοστά εναπομείναντα αρσενικά που την περιτριγύριζαν, ένιωσε τις αντιστάσεις της να κάμπτονται όταν, σε ανύποπτο χρόνο, σκέφτηκε τον σερβιτόρο με το μεγάλο κρίκο στο ρινικό διάφραγμα και το πλατινέ μαλλί να φτύνει τιμωρητικά στο στόμα της ύστερα από ένα βαθύ φιλί.

Είχε αρχίσει εμφανώς να ξενερώνει ώσπου, τυχαία, έπεσε στην αντίληψή της η απαλή μακρόσυρτη φωνή του σερβιτόρου με το εκκεντρικό παρουσιαστικό συνειδητοποιώντας πως τζάμπα τού έκανε ματιές τόση ώρα, και ώσπου μία ειδοποίηση στο κινητό της, την επανέφερε στο δεδομένο μέρος και στιγμή μαζί με τον απολεσθέντα ενθουσιασμό της. Της είχε έρθει, ένα βιντεάκι για καλημέρισμα από μία πιτσιρίκα και διαδικτυακή ερωμένη της από την Αυστραλία – μία από τις πολλές / πολλούς / πολλά που είχε – με την οποία είχαν γνωριστεί μέσω tinder, όπου την έδειχνε να βάζει τέσσερα δάχτυλα από πίσω, στις τουαλέτες του σχολείου της, σχολιάζοντας πονηρά: “my ass is well trained”.

Αμέσως, το έδειξε στην κολλητή της για να την προβοκάρει αλλά και εντυπωσιάσει, και μη χάνοντας την ευκαιρία τής χάιδεψε, ταυτόχρονα, με τρόπο, το εσωτερικό του μηρού της. Τότε, η εξίσου όμορφη φίλη της και ειδικευόμενη δερματολόγος, ανταποκρινόμενη της είπε πως θα μπορούσε κάλλιστα να κάνει live cam, δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, όπως άλλωστε έκανε και αυτή, επιφέροντάς της αρκετά επιπλέον χρήματα· όχι ότι τα είχε ανάγκη ή ότι τα μάζευε για κάποιο λόγο, αλλά, όπως έλεγε χαρακτηριστικά, «γιατί να μην το κάνω αφού μπορώ να το κάνω;»

Ύστερα από μερικά κοκτέιλ και αρκετή ταχύπαλμη πλήξη, άφησε, δίχως δεύτερη σκέψη, το κλαμπάκι, την κολλητή της και τον αρρενωπό παλληκάρι, που μόλις είχε αρχίσει να της μιλάει, για το μήνυμα-πρόταση που έλαβε από τον πρώην τής κολλητής της, τον οποίο, η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν πολυσυμπάθησε, που έλεγε, και το οποίο, διάβασε αφότου βεβαιώθηκε πως είναι η μόνη που το βλέπει, ότι αυτός και ένας φίλος του, που δεν γνώριζε, απόψε κερνούσαν κόκες.

Της ξέφυγαν πνιχτά γελάκια όταν, καθ’ οδόν προς το αυτοκίνητό τους όπου την περίμεναν, τον δρόμο της διέσχισε ένα ζευγάρι που περπατούσε αργά και κρατιόταν χέρι χέρι.

Post-modern Babe

του Κώστα Κωνσταντινίδη

© 2019 by Achilleas and Camilo