Είμαι έτοιμος. Έτοιμος από καιρό. Το έχω σκεφτεί· από όλες τις απόψεις. Δεν υπάρχει πλέον τίποτα που να με κρατάει στη ζωή. Η οικογένεια μου έχει χαθεί. Οι φίλοι επίσης. Ας μην μιλήσω για σχέσεις: Μαύρα χάλια. Δουλειά; Μόλις με απέλυσαν.

            Κάθομαι στο περβάζι της ταράτσας που στεγάζει τα γραφεία της πολυεθνικής εταιρείας. Μερικά λεπτά πριν, ήμουν υπάλληλός της. Είμαι έτοιμος να κάνω το βήμα. Το βήμα που θα με οδηγήσει στην αιώνια ζωή ή απλά σε ένα φέρετρο ένα μέτρο και κάτι κάτω από τη γη.

            Η ριγέ κόκκινη-μπλε μεταξωτή γραβάτα μου ανεμίζει σαν σημαία κόντρα στον δυνατό άνεμο που φυσάει πάνω από το λεκανοπέδιο της Αττικής. Είναι δεκαέξι Αυγούστου του σωτηρίου έτους 2007.

            Η Αθήνα είναι έρημη. Το βλέπω από εδώ ψηλά που βρίσκομαι. Ευθεία μπροστά μου ο λόφος του Λυκαβηττού. Από την Κηφισίας δεν περνάει ούτε πεινασμένο σκυλί. Με σαράντα δύο βαθμούς να ψήνουν το κεφάλι μου. Αν έσπαγα ένα αβγό πάνω του θα τηγανιζόταν στα σίγουρα.

Κι ένας τρελός θέλει να αυτοκτονήσει. Είναι τρελός: Στα σίγουρα αυτό θα πουν. Δεν μπορούσε να αυτοκτονήσει κάποια άλλη μέρα. Τη στιγμή που όλη η Αθήνα βρίσκεται σε διακοπές. Δε θα ωφελήσει κανέναν ο θάνατός του. Δεν θα μπορέσει να έχει ούτε δέκα δευτερόλεπτα δημοσιότητα& άλλωστε ως πολίτης αυτής της χώρας τη δικαιούται.

            Ο ουρανός έχει ένα χρώμα πορτοκαλί ή σαν πορτοκαλί κάτι ανάμεσα σε κρόκο ωμού αβγού και ξεπλυμένης φλούδας κολοκυθιάς. Το ηλιοβασίλεμα μοιάζει να έχει πεθάνει από καιρό. Οι πυρκαγιές έχουν κάψει ότι πράσινο είχε μείνει στα γύρω βουνά.

            Κοιτάζω πάλι προς τον Λυκαβηττό. Το μόνο που έχει μείνει όρθιο είναι το εκκλησάκι. Όλα τα άλλα κάηκαν πριν λίγες μέρες. Άλλωστε και εγώ καμένος είμαι. Από καιρό. Συγκεκριμένα από την πρώτη στιγμή που πάτησα το ποδάρι μου στην Αθήνα. Μια χαρά ήμουν στο χωριό μου. Αλλά όχι, ήθελα να σπουδάσω, ήθελα να γίνω άνθρωπος, να μη βόσκω πρόβατα και κατσίκια όπως έκανε ο πατέρας μου, όπως έκανε ο παππούς μου και ο προπάππους μου. Ήθελα να είμαι το αστέρι στην οικογένεια. Ήθελα να γίνω πρωτευουσιάνος και να που κατέληξα, να κάθομαι σε ένα περβάζι έτοιμος για την μεγάλη βουτιά.

            Άφησα να με παρασύρει το ποτάμι. Αφού δεν ήξερα από νερά, βουνίσιος είμαι τι τα ήθελα να ναυτιλιακά και τα βαπόρια; Έλα μου ντε. Να τα χάλια σου, υποτονθορύζω.

Στο αριστερό μου χέρι κρατάω τον δερμάτινο σε χρώμα τέφρας χαρτοφύλακα. Τα δάκτυλα μου γλιστράνε πάνω στο χερούλι του από τον ιδρώτα.

Αφήνω τον χαρτοφύλακα να πέσει. Έτσι.. Από θανάσιμη περιέργεια. Για να δω πως θα καταλήξει κι η αφεντιά μου. Παίρνει δύο τρεις σβούρες στον αέρα και σκάει με δύναμη πάνω στο ρείθρο του πεζοδρομίου. Έχει ανοίξει και έχουν χυθεί μέσα από τα σπλάχνα του όλα τα χαρτιά.

Κάπως έτσι θα είμαι κι εγώ, σκέφτομαι και νιώθω κάτι σαν ηλεκτροσόκ να διαπερνά το κορμί μου.

Λυγίζω τα γόνατα. Σκουπίζω τις υγρές παλάμες μου στη γραβάτα. Κάθομαι, χρησιμοποιώντας σαν βοήθεια τα στεγνά πια χέρια μου, στο ζεστό μάρμαρο. Τρίβω τα γόνατά μου, σαν να θέλω να τα ζεστάνω. Κι ύστερα, μια στιγμή μετά, τραμπαλίζομαι, χωρίς να θέλω να δώσω ίχνος παλιμπαιδισμού στην κίνηση μου.  Πάω μια μπρος και μία πίσω. Σαν να βρίσκομαι σε μια αόρατη κούνια. Θυμάμαι τα λόγια του ψυχαναλυτή μου: «Έχεις χρόνια κατάθλιψη, πρέπει αυτό να το αντιμετωπίσεις με φάρμακα ή να φύγεις από την πόλη. Δεν βλέπω άλλο δρόμο για σένα». Εγώ όμως έμεινα, σ’ αυτήν τη χαβούζα. Έμεινα να παρακολουθώ την πτώση μου. Και δεν έκανα απολύτως τίποτα. Μόνο δούλευα όλο και περισσότερο, λες και η δουλειά μπορεί να σε απελευθερώσει. Μόνο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί ή σε κάποια επική ταινία στο σινεμά, γιατί στη πραγματική ζωή δεν παίζει με τίποτα αυτό το σενάριο.

Σας το είπα πιο πάνω, ίσως να γίνομαι κουραστικός αλλά το σίγουρο είναι ότι από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην πόλη όλα πήγαν στραβά. Η οικογένεια με εκλιπαρούσε να μείνω στον τόπο μας. «Δεν πρόκειται να γυρίσω πίσω» τους είχα πει και η μητέρα μου ένα χρόνο μετά πέθανε από τον καημό της. Ο πατέρας μου την ακολούθησε ένα εξάμηνο μετά. Δεν έβαλα μυαλό. Δεν είχα ανάγκη την οικογένεια μου. Ήθελα να γίνω σπουδαίος και τρανός, ένας γιάπης με τσαρούχια.

Οι φίλοι ούτως ή άλλως δεν κρατάνε για πάντα. Στην πρώτη δύσκολη βγάζουν φτερά στις πλάτες. Είσαι τυχερός αν μεταμορφωθούν σε περιστέρια ή κότες και όχι σε κοράκια και γύπες.

Από γυναίκες, τίποτα. Τριάντα χρονών σχεδόν παρθένος. Δύο φορές μόνο σε οίο ανοχής και κρυμμένης ενοχής και αυτό ήταν. Ο έρωτας δεν είναι το φόρτε μου. Οι γυναίκες κοιτάνε μόνο το συμφέρον τους, έλεγα στον εαυτό μου και επαναπαυόμουν.

Κοιτάζω τα ακριβά μου παπούτσια. Λυπάμαι να τα καταστρέψω. Σηκώνομαι όρθιος Τα βγάζω. Το ίδιο κάνω και με το κουστούμι. Βγάζω τη γραβάτα και το πουκάμισό μου. Και το ρολόι μου. Είχα δώσει ένα ολόκληρο μισθό για να το αποκτήσω, είναι κρίμα να γίνει ένα μάτσο βίδες και σπασμένα γυαλιά. Έχω μείνει με το σώβρακο και τις κάλτσες. Αν κάποιος με έβλεπε αυτή τη στιγμή σίγουρα θα γέλαγε. Δεν υπάρχει πιο γελοίο πράγμα στον κόσμο από ένα άντρα με σώβρακο και κάλτσες. Σκέφτομαι το θέαμα και αποφασίζω να τα βγάλω και αυτά.

Γυμνός και ο ήλιος καίει. Δεν έχω μαζί μου αντηλιακό. Ποτέ μου δεν έχω αγοράσει, γιατί ποτέ δεν έχω πάει διακοπές. Τα καλοκαίρια τα έβλεπα να περνάνε από μπροστά μου μόνο σε φωτογραφίες. Σαν Νορβηγός που το όνειρο της ζωής του είναι δέκα μέρες στα ελληνικά νησιά.

Είμαι όρθιος και παρατηρώ για τελευταία φορά τον κόσμο. Ανοίγω τα χέρια μου και έτσι σαν τον Εσταυρωμένο ή σαν την κλασική φωτογραφία του Jim Morrison βουτάω από ψηλά. Πέφτω ,πέφτω, πέφτω…

Ένας ήχος, σαν σακί με πατάτες ή ένα καρπούζι που σκάει στο έδαφος. Αυτός είναι ο ήχος που βγάζει όταν το σώμα μου έρχεται σε επαφή με το έδαφος. Δεν είναι λίγο πράγμα να πέφτεις από δεκαεπτά ορόφους.

Σηκώνομαι και νιώθω ελαφρύς. Κοιτάζω και βλέπω το κορμί μου& ένας άμορφος σάκος γεμάτος κόκαλα και αίμα και κρέας.

Άκουω μια γνώριμη φωνή να φωνάζει το όνομά μου. Γυρνάω. Είναι η μητέρα μου ντυμένη στα άσπρα.

«Καλώς ήρθες» μου λέει και με αγκαλιάζει.

«Θα συναντήσω τον Δημιουργό;» την ρωτάω και περιμένω με αγωνία την απάντησή της.

«Ποιον Δημιουργό;» ρωτάει με έκπληξη.

«Τον ποιητή των όλων!» της λεω και την κοιτάζω βαθιά μέσα στα μάτια.

«Μα τις λες;» αποκρίνεται και την βλέπω να σταυροκοπιέται.

«Μα δεν πέθανα;» τη ρωτάω.

«Χριστός και Παναγιά» μου λέει και κάνει πάλι τον σταυρό της.

«Και τότε;» λέω την ώρα που νιώθω κόμπους ιδρώτα κυλάνε από το μέτωπό μου.

«Ψηνόσουν στον πυρετό τέσσερις μέρες» μου λέει και μου βάζει μια κομπρέσα στο μέτωπο.

«Ο πατέρας;»

«Μια χαρά! Στη στάνη!»

«Η Σούλα;»

«Μια χαρά και η αγαπητικιά σου, κακό σκυλί ψόφο δεν έχει!»

«Είσαι καλά παιδί μου;»

«Ναι απλά είδα ένα άσχημο όνειρο…»

«Τι όνειρο;» με ρωτάει και ρυτίδες ανησυχίας σχηματίζονται στο λατρεμένο πρόσωπό της.

«Καθόμουν στο περβάζι ενός κτιρίου μιας πολυεθνικής και…»

Πυρετός

του Άγγελου Χαριάτη

© 2019 by Achilleas and Camilo