© 2019 by Achilleas and Camilo

Η «Πινακοθήκη Τεράτων» του Μιχάλη Μιχαηλίδη αποτελεί ίσως έναν από τους μεγαλύτερους σταθμούς στην Ελληνική λογοτεχνία. Όχι για τις πωλήσεις που κατέγραψε, καθώς εκεί κινήθηκε σε ρηχά νερά, αλλά για τον πάταγο που δημιούργησε μέσα στη λογοτεχνική κοινότητα βγάζοντας όλα της τα άπλυτα σε κοινή θέα.

«Μια ζωή ανάμεσα τους μα τους σιχάθηκε η ψυχή μου. Σιχάμα και τα κολπάκια τους». Με τη γνωστή αυτή ρήση του Τζόυς ξεκινάει ο Μιχαηλίδης το βιβλίο του πριν επιδοθεί σε ένα ανελέητο κρεσέντο τετρακοσίων περίπου σελίδων όπου δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Εκδότες, διορθωτές, επιμελητές, παρατρεχάμενοι και φυσικά συγγραφείς αλέθονται στο καυτσικό, βιτριολικό χιούμορ του και αποκτούν την πραγματική μορφή και υπόσταση αντί εκείνης που επιχειρούν να τους προσδόσουν οι πληρωμένες κριτικές και οι μιλημένες αγιογραφίες.

Στα εκθέματα που συνθέτουν αυτή την πινακοθήκη δεν υπάρχει τίποτα αγνό και ωραίο, μονάχα μηχανοραφίες, πισωμαχαιρώματα, μικρότητες, αλλαξοκωλίκια και αξιοθρήνητες ματαιοδοξίες που συντηρούνται από αργυρώνητους κριτικούς και χαλκευμένες λίστες. Πολύ περισσότερο, και αυτό αποτελεί τον πραγματικό θρίαμβο, ο Μιχαηλίδης δίνει σε όλα αυτά τα εκθέματα ονωματεπώνυμο, κωδικοποιημένο μεν αλλά εύκολα αντιληπτό.

Ενδεικτικά αναφέρω. Θερινός (Χειμωνάς), Τρανόπουλος (Τατσόπουλος), Κοπετώ (Κορτώ), Χαχολίδης (Χωμενίδης), Βιολάρης (Κατσουλάρης), Κόρφα (Κέζα). Απολαυστικότερο ίσως σημείο του βιβλίου η στιγμή όπου όλο αυτό το σκυλολόι εκδράμει στις Σπέτσες για το πρώτο λογοτεχνικό συνέδριο (!) του περιοδικού γεώμηλο (Να ένα μήλο) όπου το ένα ευτράπελο διαδέχεται το άλλο και ο Μιχαηλίδης με την ιδιότητα του θλιβερού συμμετέχοντα αλλά και του αδιάβλητου παρατηρητή τα καταγράφει χωρίς διάθεση να φανερώσει το παραμικρό έλεος παραθέτωντας τα συμπεράσματα του στον αναγνώστη.

«Ταυτόχρονα ο Πέτρος είδε καθαρά το μέγεθος της ευθύνης του. Με την παρουσία του έδινε υπόσταση σε πέντε έξι νιάνιαρα που ονειρεύονταν μια ζωή σαν μποέμικο ρομάντζο, σαν ταινία για την περιφρόνηση των συμβάσεων, τη δουλειά που δεν κουράζει, την άστατη καθημερινότητα, το συνεχές Καρναβάλι, τη συχνή απόδραση από το νοικοκυρεμένο σπίτι, τη λαχανιαστή φυγή από την πλήξη της Κυριακής»  αναφέρει σε κάποιο σημείο με διάθεση μελαγχολίας αλλά και εμφανούς αυτοκριτικής.

Η Πινακοθήκη Τεράτων εκτός από αποκαλύπτική είναι και εξαιρετικά καλογραμμένη, γεγονός που φανερώνει την πρόθεση του συγγραφέα όχι απλά να προσφέρει ένα αιρετικό λιβελογράφημα αλλά πολύ περισσότερο μια εμβληματική δουλειά η οποία όπως ήταν αναμενόμενο πολεμήθηκε λυσσαλέα, θάφτηκε ποικιλοτρόπως  αλλά εν τέλει βρήκε το δρόμο της μαζί με τον συγγραφέα της που προτίμησε την αξιοκρατία του εξωτερικού από τις εγχώριες τοξικές σειρήνες...

 

Μιχάλης Μιχαηλίδης

« Πινακοθήκη τεράτων »

εκδόσεις Περικλέους

Κριτική του Αχιλλέα Σωτηρέλλου