“Τα λέμε στις 6.00 στο μετρό, στην έξοδο...”

“Λες να μην ξέρω;” την πείραξε.

 

Φυσικά και ήξερε ο Ευλάμπιος. Σιγά σιγά είχε διεισδύσει στα πράγματα -στον εκδοτικό χώρο σε περίπτωση που δεν έγινε κατανοητό. Είχε ακόμα δρόμο μπροστά του, αλλά προχωρούσε με επιμονή και αυταπάρνηση, όπως τον είχαν συμβουλέψει.

 

Στις 8.00 συνάντησε την Κάτια, γνωστή μορφή στο κουρμπέτι. Αναγνώστρια δεινή, αντικειμενική. Υπήρχαν τέτοιοι και ο Ευλάμπιος ένιωθε τυχερός που την είχε γνωρίσει. Επίσης, ένιωθε ελαφρώς γοητευμένος. Η Κάτια είχε σκάσει με ψηλά μποτάκια, κολλητό τζιν (εκεί ο Ευλάμπιος ξεροκατάπιε)  και ένα γενναίο ντεκολτέ, κάτω από το κοντό της δερμάτινο. Έτσι μπράβο, σκέφτηκε. Και το κραγιόν, χάρμα. Μήπως να πηγαίναμε για ποτό; σκέφτηκε ξανά. Ούτε που τόλμησε να εκφραστεί, η Κάτια περπατούσε ήδη λίγο πιο μπροστά με το άρωμά της να τον σέρνει.

 

“Θα είναι όλοι μαζεμένοι, θα δεις. Θα γελάσουμε”.

“Λες;” έκανε ο Ευλάμπιος βαριεστημένος.

“Ε, ναι. Για να δεις και εσύ τι είναι. Και για να δικτυωθείς. Γιατί με τον σταυρό στο χέρι μην περιμένεις τίποτα”.

Το μόνο που περίμενε ο Ευλάμπιος ήταν ένα χάδι, αλλά η Κάτια γύρισε με απειλητικό χαμόγελο.

“Θα σε συστήσω κιόλας”.

“Ακούγεται σαν απειλή” σχολίασε ξερά.

“Είναι. Μη σε νοιάζει. Μου στέλνουν ένα σωρό βιβλία για γνώμη, με υπολογίζουν”. Κοντοστάθηκε λίγο αμήχανη. “Αν και τότε που είχα γράψει ότι δεν μου άρεσε το “Δολοφόνος Νεκρών” είχα πρόβλημα;

“Δηλαδή;”

“Ε, να, δεν μου έστελναν βιβλία για μήνες. Οι συγγραφείς τους έκοψαν τα λάικ...” είπε κάπως μουδιασμένη. “Για καρδούλες ούτε λόγος”.

“Τι λες βρε, παιδί μου”.

“Ναι, και ο εκδότης μού μιλούσε ψυχρά σε κάποιες παρουσιάσεις”.

“Και εσένα τι σε νοιάζει;” ρώτησε ο Ευλάμπιος.

“Με νοιάζει γιατί γράφω ένα ψυχολογικό...”

“Και εσύ γράφεις; Δεν μου το είχες πει”.

“Ε, προφανώς. Γιατί νομίζεις ότι ασχολούμαι. Ή γι’ αυτό ή για τα τσάμπα βιβλία. Και οι φτασμένοι για τα φράγκα”.

“Ποια φράγκα;” φώναξε ο Ευλάμπιος.

“Για τις κριτικές, κάποιοι τα παίρνουν χοντρά”.

“Λες να τα πάρεις και εσύ;”

“Ας βγει το βιβλίο, ξέρω ‘γώ”.

“Ειλικρινείς κριτικές υπάρχουν;” ρώτησε ο Ευλάμπιος.

“Λίγες” μουρμούρισε. “Λίγες, θα σου πω άλλη φορά”.

“Εσύ είσαι ειλικρινής;”

Η Κάτια δεν απάντησε, μόνο έγλειψε τα χείλη της.

Σε λιγότερο από ένα λεπτό έφτασαν στο μπαράκι. Καμιά 70αρια άτομα είχαν μαζευτεί.

“Λαός” είπε ο Ευλάμπιος. “Πού τους βρήκε όλους αυτούς;”

“Φίλοι, γνωστοί, συνεργάτες, συγγενείς, άλλοι συγγραφείς” είπε και τον κοίταξε διερευνητικά. “Εσύ κάνεις παρέα με συγγραφείς;” τον ρώτησε με ανασηκωμένο φρύδι.

“Εχμ, είχα μιλήσει 2-3 σε ένα φόρουμ, αλλά μετά δεν έτυχε να ξανα...”. Ωραία μάτια, σκέφτηκε.

“Κακώς” έκανε η Κάτια.

“Κακώς που δεν έτυχε;”

“Διάβασες κανένα βιβλίο τους; Βαθμολόγησες στο Goodreads;”

“Ποιο goodreads, βρε Κάτια; Άλλη όρεξη δεν είχα”.

“Ευλάμπιε, είσαι λάθος. Πρέπει να δικτυωθείς”.

“Αχά” είπε κοιτάζοντας το ντεκολτέ της.

“Και να πιάσεις φιλίες με τα κορίτσια”.

“Να πιάσω, αλλά με ποια κορίτσια;”

“Εε, αυτές που έχουν τα βιβλιοφιλικά μπλογκ, τις επίδοξες. Κοίτα, είναι απλό. Θα τις κάνεις add στα facebook, follow στο insta κτλ. Μετά λάικ σε όλες τις αναρτήσεις, καρδούλες και ζουζουνιές. Ειδικά στις φώτο προφίλ. Κάνε και κανένα κομπλιμέντο”.

“Του τύπου;”

“Όλα εγώ θα σου τα λέω;” είπε δήθεν αγανακτισμένη.

Ο Ευλάμπιος δεν πρόσεχε πλέον την Κάτια, ούτε το ντεκολτέ της. Άκουγε τους διπλανούς του. Δύο 35αρηδες που χαμογελούσαν σ’ όλους. Στην Κάτια είχαν δώσει δυο ζουμερά φιλιά (άκουσε και τον ήχο) με ανταλλαγή φιλοφρονήσεων. Τέντωσε τ’ αυτιά του, κάτι τους ενοχλούσε.

 

“Της το έβγαλε τελικά” είπε ο καστανός.

“Ε,οκ, αφού τον ξέρεις. Μπήχτης” είπε ο ξανθός.

“Λες να την έχει πάρει;”

“Το παίζει δύσκολη, αλλά τη γυροφέρνει”.

“Με τα δικά μας τι θα γίνει; Πολύ δεν καθυστερεί;”

“Του τα είπα προχτές στο γραφείο. Δεν μπορεί να βγάζει τον κάθε άσχετο και εμάς να μας έχει στην άκρη. Στο κάτω κάτω τόσο κόσμο ξέρουμε, στην παρουσίαση ήρθαν 150 άτομα”.

“Άντε μωρέ, με τον μαλάκα”.

Ο Ευλάμπιος ήθελε να ακούσει κι άλλα, δεν πρόλαβε όμως. Η παρουσίαση ξεκίνησε. Καταπληκτικό βιβλίο, είπε ο εκδότης. Γραφή, πλοκή, κοινωνικό κομμάτι -όλα τα είχε. Και το κυριότερο, μια συγγραφέας με ήθος, σεμνότητα. Μίλησαν και δυο άλλοι συγγραφείς. Ο ένας μιλούσε για το δικό του έργο, και στο τέλος είπε πόσο καλό ήταν και της κοπέλας που καθόταν στην κεντρική θέση στο πάνελ. Μετά διάβασαν ένα απόσπασμα. Ο Ευλάμπιος παραλίγο να κοιμηθεί, ευτυχώς τον ξύπνησαν οι διπλανοί του.

“Τι μαλακία… Σιγά την καλή γραφή. Δηλαδή, τα δικά μας τι είναι;” είπε ο ξανθός.

“Άσε, τώρα. Θα δει. Έχω πιάσει την Παπαδοπούλου, θα μου γράψει τέλειο άρθρο, θα πέσει και συνέντευξη, έχω και καμιά 10αρια για το Goodreads, θα μας φτιάξω καλά. Θα δει ο μαλάκας ποιοι αξίζουν, που όλο τα γκομενάκια κοιτάζει”.

“Έτσι σε θέλω” είπε ο άλλος ενθουσιασμένος.

 

Στο τέλος, όλοι έβγαλαν φωτογραφίες με τη συγγραφέα, ειδικά ο ξανθός και ο καστανός που την πήραν κιόλας αγκαλιά με το βιβλίο της στο χέρι. Τα αντίτυπα έφευγαν το ένα μετά το άλλο, και ο εκδότης χαμογελούσε σαρδόνια. Όλα καλά.

 

“Ωραία” είπε ο Ευλάμπιος με το αντίτυπο στο χέρι. “Πάμε για ένα ποτάκι τώρα;”

“Αχ, δεν σου είπα;” είπε η Κάτια. “Έχω και μια άλλη παρουσίαση. Εδώ κοντά είναι, θέλεις να έρθεις;”

Ο Ευλάμπιος έχασε τα λόγια του. Κι άλλη; Πώς να αντέξει;

“Ε, θα είναι και οι γνωστοί σου;” ρώτησε δείχνοντας τους δύο τύπους.

“Ναι, ναι, έλα να σου τους συστήσω κιόλας. Φοβερά παιδιά, δεν γράφουν πολύ καλά, αλλά χώνονται παντού και με λαϊκάρουν πάντα”.

“Μάλιστα” είπε ο Ευλάμπιος. “Τα λέμε”.

“Οκ, φιλιά. Και κάνε αυτά που σου είπα, έτσι;”

“Έννοια σου” είπε ο Ευλάμπιος.

 

Γύρισε στο σπίτι και χάζεψε τα ράφια της βιβλιοθήκης. Για κάποιο περίεργο λόγο το βλέμμα του έπεσε σε ένα συγκεκριμένο:

 

“Οι Σκλάβοι στα δεσμά τους”

                      

Πρώτη εμφάνιση του Ευλάμπιου στα γράμματα:

https://www.cartel-mag.com/ta-papoutsia

Παρουσία συγγραφέως

της Σταματίνας Σταύρου

© 2019 by Achilleas and Camilo