Είχε αρχίσει να σουρουπώνει.

Εκείνη άλλαξε κορμί και το έσκασε από το μπαλκόνι. Πηδώντας, το σώμα της έκανε τόξο και προσγειώθηκε στα μαξιλαράκια των ποδιών της.

Πέρασε το δρόμο λικνιστή κι ανάλαφρη κι άρχισε να τρέχει.

Καιρό τώρα, δεν έβλεπε την ώρα να έρθει το σούρουπο.

Όταν μεταμορφώθηκε εξολοκλήρου για πρώτη φορά, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και γουργούρισε από χαρά.

Κατάλαβε ότι ανήκε στην κάστα των ευνοημένων να ζήσουν εφτά ζωές και όχι των απλών ανθρώπων που τους είχε κληρώσει μόνο μία.

Κάθε βράδυ, έβγαινε στους δρόμους να συναντήσει την παρέα τους γάτους γύρω από τον κάδο των σκουπιδιών.

Οι άνθρωποι που περνούσαν, τους κοιτούσαν υποτιμητικά.

Μα εκείνη ήταν γάτα και ξεχώριζε τα πάντα στο σκοτάδι.

Μπορούσε να δει τις κλειδωμένες τους ψυχές.

Η δικιά της η ψυχή ήταν γατίσια και οι ζωές της εφτά. Δεν θα πουλούσε καμιά.

«Θα έρθεις στο βουνό; Απόψε θα χορέψουμε.» της είπε ένας μαύρος αλήτης γάτος με πράσινα λαμπερά μάτια.

«Δεν μπορώ, απόψε. Είναι κόκκινο το φεγγάρι!» του νιαούρισε.

Οι τρίχες του σηκώθηκαν και τα μάτια του έγιναν πιο σκοτεινά από τη γούνα του.

Εκείνη, έφυγε τρέχοντας να προλάβει.

Πέρασε πολλές γειτονιές για να βρεθεί σε ένα σπίτι με ίδια χρώματα, ίδιο σχέδιο, ίδια μπαλκόνια με το αποπάνω, το αποκάτω, το διπλανό και το παραδιπλανό.

Σκαρφάλωσε σβέλτα στο δέντρο δίπλα στο παράθυρο του τρίτου ορόφου.

Στο δωμάτιο είχε φως κι ένας άντρας καθόταν σε μια πολυθρόνα κρατώντας ένα πακέτο φωτογραφίες στα χέρια του.

Ακουγόταν μουσική, αλλά εκείνη ήξερε τι ήταν πριν καν ακούσει:

The Cure, Pictures of You.

«I've been looking so long at these pictures of you

That I almost believe that they're real…»

Έμεινε να κοιτάει κι αυτή τις παλιές φωτογραφίες από τότε που εκείνος ήταν δικός της κι εκείνη μόνο άνθρωπος.

*Θυμήθηκε τότε που εκείνη άρχισε να αποκτά γούνα και νύχια και κίτρινα μάτια κι εκείνος τρόμαξε.

«Μην πουλάς τη γατίσια σου ψυχή» τον παρακάλεσε. «Είσαι κι εσύ ένας από εμάς».

«Ήδη το βάρος μίας ζωής μου είναι αρκετό» της είπε.

«Τότε μείνε ίδιος, ίδιος με όλους, ίδιος! Εγώ δεν θα ξοδέψω καμιά μου ζωή, θα τις ζήσω όλες!». Του έδωσε μια νυχιά και το ‘σκασε. Είχε και τότε κόκκινο φεγγάρι.*

«…Screamed at the make believe, screamed at the sky

And you finally found all your courage to let it all go…»

Ξαφνικά η μουσική σταμάτησε.

Είδε μια γυναίκα να μπαίνει στο δωμάτιο κι εκείνος έκρυψε τις φωτογραφίες.

Έσκυψε και τον φίλησε και η σκιά του πήρε το χρώμα της χολής.

Της ήλθε μυρωδιά από σάπιο.

Κατέβηκε σβέλτα από το δέντρο, διέσχισε πάλι τις γειτονιές και έφτασε στο βουνό.

Ο μαύρος αλήτης γάτος ήταν εκεί και τριβόταν με μια σιαμέζα.

Τα μάτια του της τρύπησαν και τις εφτά ψυχές.

Δεν ξανάγινε άνθρωπος. Ακολούθησε τον αλήτη γάτο.

Ήταν πολλά τα κόκκινα φεγγάρια που είχε χάσει κοιτώντας παλιές φωτογραφίες.

Το πρωί, οι γείτονες δεν είδαν τη γυναίκα να μπαίνει από την πόρτα.

Θα καλούσαν σύντομα την αστυνομία.

Για τη γάτα δεν ενδιαφέρθηκε κανείς.

Παλιές φωτογραφίες

Της Φωτεινής Τέντη

© 2019 by Achilleas and Camilo