Σε επίμονη αναζήτηση αναγνώσεων έψαξα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου περπατώντας χιλιόμετρα, έχοντας στον νου τις βιτρίνες που γεμίζουν με χαρτικά, παιχνίδια και είδη δώρων.

Εξώφυλλα μαζί με ονόματα συγγραφέων και ηρώων και στιγμιότυπα κειμένων βούιζαν στα αυτιά μου συνοδεύοντας το φωτοτυπικό, που όσο δουλεύει ενισχύει το εισόδημα του βιβλιοπώλη.  Όσο έψαχνα αναρωτιόμουν αν ανάγνωση και γραφή είναι συμπληρωματικές ή αντίθετες, αν μπορούσες να γράψεις χωρίς να διαβάσεις.

Ένα απόμερο παλαιοβιβλιοπωλείο στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας γεμάτο βιβλία σε δεύτερη χρήση μαζί με εκδόσεις εφημερίδων σε συνέχειες σαββατοκύριακου, είχε κάνει βιτρίνα το χαμηλό μπαλκόνι όπου έκθετε εγκυκλοπαίδειες ανάμεσα σε δυο γλάστρες με γεράνια. Η ρεκλάμα χειροποίητη –ένα κομμάτι ξύλο κάτω από ένα προβολέα που σιγομουρμούριζε με αδύναμες πινελιές “το Βιβλιοπωλείο του Ιωσήφ” και “παλαιά βιβλία”.

Βιβλία και σειρές εκδοτικών οίκων που έχουν κλείσει και που κάποτε μου άνηκαν αλλά φαίνεται τα είχα χαρίσει στον Ιωσήφ με ξανάφεραν στο παρελθόν.  Μετά τρόμαξα θυμούμενος πως μετάφερα μια ολόκληρη βιβλιοθήκη τίτλους από το πατρικό μου στο φοιτητικό διαμέρισμα στο Παρίσι και λίγα χρόνια μετά πάλι πίσω, χωρίς να γυρίσω ούτε μια σελίδα στην μητρική μου γλώσσα. Οι λέξεις έτοιμες, με την υπογραφή μου και περασμένη ημερομηνία στην πρώτη λευκή σελίδα, δεν ρώτησαν, εκείνη την ώρα δεν υπήρχα, η ανάγνωση αδιαφόρησε για το συναίσθημα και ανυπάκουη στην θέληση μου προχωρούσε σχηματίζοντας μόνη προτάσεις  και παραγράφους. Με απασχολούσε αν διάβαζα τις λέξεις λάθος, δίνοντας το δικό μου νόημα στο έργο κι επαληθεύοντας ότι η γραφή είναι μία, οι αναγνώσεις χιλιάδες.

Κάτι κατάλαβε φαίνεται κι ο Ιωσήφ και με διέκοψε ανοίγοντας  την συζήτηση ελπίζοντας ίσως και στο ότι κάτι θα αγόραζα.  “Ψάχνετε κάτι συγκεκριμένο;” . Τον ρώτησα απότομα αν με θυμάται κι αν έχει ακόμα όλα τα βιβλία που του είχα δώσει. Το αρνήθηκε κατηγορηματικά και ήταν η δική του σειρά να τρομάξει αν κρίνω απ’ το ύφος του κι από τις σταγόνες ιδρώτα που φάνηκαν στο κούτελο του. Συνεχίζω εγώ “αυτά τα βιβλία είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μου, ήταν στην μεγάλη βιβλιοθήκη στο σαλόνι του σπιτιού, είχα ακουμπήσει ράχες κι εξώφυλλα με τα χέρια…” θα του έλεγα κι άλλα κωμικοτραγικά όπως ότι το περιεχόμενο τους δεν μου κρύβει μυστικά, πως τα κατέχω, πως κι αυτά μ’ αναγνωρίζουν, πως ήταν θέμα χρόνου να τα διαβάσω.

“Εσείς είστε ο συγγραφέας όλων αυτών των βιβλίων;” Γέλασε αμήχανα “ξέρετε πολλοί ξεγελιούνται και νομίζουν πως ένα βιβλίο που διάβασαν το έχουν γράψει κιόλας” “Μην φεύγετε μ’ άδεια χέρια…” Έπιασε ένα βιβλίο και μου το πρότεινε. Ήταν μια συλλογή σονέτων του Σαίξπηρ. “Αυτό μπορεί να ‘ναι το δικό σας”.

Παλαιοβιβλιοπωλείο

του Νικόλα Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo