Δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ ενός ποιητή και ενός συγγραφέα, ενός διηγηματογράφου και ενός απλού γραφιά. Όλοι τους έχουν σε αυτόν τον κόσμο την θέση της γραμματέας στην οποία υπαγορεύεις την αλληλογραφία της εταιρείας και μετά, μέσα από τις χιλιομουτζουρωμένες της σημειώσεις προσπαθεί να χτυπήσει στην γραφομηχανή ή τον υπολογιστή τα κείμενα προσποιούμενη ότι ξέρει το τυφλό σύστημα πληκτρολόγησης. Ακόμα και αυτοί, για τους συγγραφείς μιλάω, που ξεχώρισαν δήθεν με την αξία τους, δηλαδή με ένα συνδυασμό κολακείας και προσεχτικών δημόσιων σχέσεων, δεν αξίζουν περισσότερο, παρά τα βραβεία και τις εμφανίσεις στο κοινό ή την προβολή στα μέσα, από τις στενογράφους του κοινοβουλίου και τους γραμματείς των συμβουλίων και των δικαστηρίων που κρατούν τα πρακτικά. Και να σκεφτείς πως και οι δύο έχουν στην διάθεση τους ηχογραφήσεις και άλλους τρόπους με τους οποίους τους συνδράμουν οι νέες τεχνολογίες στην γραφή. Τον λογογράφο ας πούμε.

Και οι αποδείξεις είναι πως τίποτα από όσα γράφουν για τον κόσμο του πραγματικού ή αυτόν του φανταστικού δεν αντέχουν μπροστά σε μια καλή αφήγηση της εμπειρίας ή των σκέψεων των υπόλοιπων φυσιολογικών ανθρώπων. Λέω φυσιολογικών γιατί οι γραφιάδες όσο προχωράει ο καιρός στο επάγγελμα τους και μπαίνουν στο πετσί του ρόλου τους αλλάζουν, θα μπορούσες να πεις μεταλλάσσονται και καταλήγουν πολύ διαφορετικοί από μας τους υπόλοιπους. Αλλάζουν και στο κορμί και στην ψυχή, στο νου, στο πνεύμα, παντού.

Χαϊδεύουν παντού ένα αόρατο γραφείο –ένα τραπέζι στο οποίο ακουμπούν με το στήθος, σκυμμένοι και καμπουριασμένοι λες και προσπαθούν να φτάσουν με το μολύβι ένα χαρτί που βρίσκεται στην θέση του πιάτου της σαλάτας στο μυστικό δείπνο της γραφής –δηλαδή κάπου στην μέση του τραπεζιού. Και έπειτα λες και το χαρτί δεν φτάνει για όλους ή λες και ακρίβυνε ή το βάρος του ανά τετραγωνικό μέτρο φύρανε, όπως η τιμή των ακινήτων τα τελευταία χρόνια, τσακώνονται και διαφωνούν για το ποιος θα μουτζουρώσει τις πρώτες γραμμές αυτού που οι εκδότες και οι άλλοι μεσίτες τους πουλούν σε δόσεις.

Ποιητές, συγγραφείς και γραφιάδες παχαίνουν με την σαλάτα της γραφής, λαδώνονται με το κυρίως πιάτο, δεν λένε ευχαριστώ, δεν έχουν τρόπους να κρατάνε πιρούνι και κουτάλι και δεν προσεύχονται για τον άρτο υμών τον επιούσιο, δεν έχουν γεύση και παραπατάνε στα λίγα βήματα από το τραπέζι στην τουαλέτα γιατί φυσικά εκτός από χοντροί είναι και δυσκοίλιοι.

Για να αντιμετωπίσουν αυτό το τελευταίο χρησιμοποιούν πολλά κόλπα που τους έχει διδάξει η πείρα τους με κυριότερο την πόση του καφέ που αφήνει τα στρογγυλά αποτυπώματα του φλιτζανιού του πάνω στα χειρόγραφα και στο τραπέζι. Χρειάζονται όλο και πιο δυνατό καφέ για να ανακουφιστούν που θα πρόσθεταν σ’ αυτόν διάφορα φυτικά ή χημικά σκευάσματα, ακόμα και ηρωίνη που είναι γνωστό πως έχει τέτοιες ιδιότητες αφού οι χρήστες της πάντα μετά από την σωστή δόση επισκέπτονται την τουαλέτα.

Και η στιγμή που τους έρχεται η ανάγκη τους είναι πάντα η πιο ακατάλληλη. Είναι μετά από το υψηλότερο κρεσέντο τους, αμέσως μετά την απόδοση των δυνατότερων νοημάτων τους, μετά την στιγμή της κορύφωσης της δράσης γι αυτό και τα γραπτά τους διακόπτονται και χάνουν σύντομα το ενδιαφέρον τους αφήνοντας κενά και έχοντας επαναλήψεις. Τότε είναι που οι κανόνες αντιστρέφονται. Ο ποιητής μας καταλαμβάνεται από μια διάρροια μεταφορική και κυριολεκτική, λέξεων και προτάσεων χωρίς ουσία και νόημα. Δεν ξέρω ποιητή ή συγγραφέα που να μην έχει κυνηγηθεί από την διάρροια αυτή περισσότερο απ’ όσο έχουν κυνηγηθεί οι άντρες από τις γυναίκες, σε σημείο που να μην απομακρύνεται από την τουαλέτα, σε σημείο που να μην βγαίνει από το σπίτι του. Ίσως είναι ο φόβος για κακή κριτική, ίσως η στιγμή της ανακούφισης στην λεκάνη είναι η στιγμή που με τα μάτια κλειστά και τα βλέφαρα πεσμένα είναι βέβαιοι πως το χαρτί που τους αναλογεί θα χρειαστεί. 

Οι συγγραφείς και η τουαλέτα

Του Νίκου Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo