Τὸ μίσος κι ἡ ἐμπάθεια ποὺ τρέφει ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶν’ ἀνεκδιήγητη ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ τόσο συχνὴ σ’ ὅλες τὶς κοινωνίες καὶ σ’ ὅλες τὶς ἐποχές, ποὺ προκαλεῖ αἰσθήματα ἀπέχθειας κι ἀηδίας γι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ εἶδος. Τέτοιες διαθέσεις γεννιοῦνται πάντα μέσα στὸ λίκνο ἑνὸς ἄκρατου ἐγωισμοῦ. Ἔτσι περιχαρακωμένος ὅπως εἶν’ ὁ ἄνθρωπος στὸν ὑδροκέφαλο ἑαυτό του, μοιραῖα ἔχει δυὸ δρόμους νὰ διαλέξῃ: Εἴτε νὰ δείξῃ τὴν ἀνωτερότητά του σ’ ἄλλους πιὸ ἀδύναμους, εἴτε νὰ προστατεύσῃ τὸ ἐγώ του ὅταν νιώθῃ ὅτι βάλλεται ἀπ' ἄλλους πιὸ δυνατούς. Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις τὸ μίσος κι ἡ ἐμπάθεια βοηθᾶνε στὴν ἐπίτευξη τῶν προαναφερόμενων σκοπῶν. Κι εἶν’ αὐτὰ τ’ ἀρνητικὰ αἰσθήματα, τὰ σπανίως ἀπαντημένα στὶς τάξεις τῶν ζώων, ποὺ κάνουν ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ ἐπικίνδυνες ζοῦγκλες νὰ ὠχριοῦν μπροστὰ στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες.

    Κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ καταλάβῃ μέχρι σήμερα γιατὶ οἱ κάτοικοι τῆς Ἀλχανίας ἦταν τόσο ἀσφυκτικὰ ἐγκλωβισμένοι σ’ ἕναν πελώριο ἑαυτὸ ποὺ τρεφόταν καθημερινὰ ἀπ’ τὴν ἀλαζονεία καὶ τὸν ἐγωισμό. Τὸ σίγουρο εἶν’ ὅτι ὅποιος γεννιόταν στὴν Ἀλχανία, στιγματιζόταν γιὰ μία ζωὴ ἀπ’ αὐτὸ τὸ χαραχτηριστικό· κι ἂν τολμοῦσε κανεὶς ν’ ἀκουμπήσῃ, ἔστω, ἕνα τέτοιο ἐγώ, θὰ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν μῆνιν του.


    Πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια βαρὺ θανατικὸ ἔπεσε στὸ ἐπίνειο μ’ ἀποτέλεσμα νὰ καταστραφοῦν τὰ κτήματα κι ἡ γῆς νὰ ρημάξῃ. Βέβαια, ὁ τόπος ἦταν πάντα χέρσος κι οἱ καλλιέργειες δύσκολες λόγῳ τοῦ πετρώδους ἐδάφους σὲ πολλὰ σημεῖα τῶν περιχώρων καὶ τῶν πάμπολλων χαρακιῶν, ἀλλὰ ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὸ τὸ κακὸ τὸ πράγμα παράγινε. Μόνον τὰ μεταλλεῖα καὶ τὰ λατομεῖα ἔμειναν πού, ὅμως, ἀπέφεραν μεγάλα κέρδη ἀποκλειστικὰ στοὺς ἰδιοκτῆτες τους, ἐνῷ ὅσοι ἦσαν στὴ δούλεψή τους, ἐκτὸς ἀπὸ ἐργάτες, μετατρέπονταν αὐτόματα καὶ σ’ ἀντικείμενα ἐκμετάλλευσης· κάτι, δηλαδή, ποὺ χάλαγε τὸ κέφι τῶν ἐργατῶν καὶ τοὺς ὁδηγοῦσε σταδιακὰ στὴν ἀεργία!


    Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, λόγῳ τῶν μαχῶν καὶ τῆς ἀπερίγραπτης φτώχειας ποὺ ἐπικρατοῦσε σὲ γειτονικὲς περιοχές, ὅπως ἡ Νουμιδία, ἡ Φρυγία κι ἡ Βιθυνία, μιλιούνια κόσμου ἀναγκάστηκαν νὰ τραποῦν σὲ φυγὴ καὶ νὰ ἔρθουν, μ’ ὅποιο μέσο μποροῦσαν, σὲ πιὸ ἥσυχες καὶ εὐκατάστατες περιοχὲς πρὸς ἀναζήτηση μίας θέσης στὸν ἥλιο. Ἔτσι, ἕνας πελώριος συρφετὸς ἀπὸ κακορίζικους καὶ ταλαιπωρημένους παρίες κατέφτασε στὴν Ἀλχανία γιὰ νὰ γλυτώσῃ ἀπ’ τὴν πείνα καὶ τὴν φωτιὰ καὶ τὸ σίδερο ποὺ μοίραζαν θάνατο μέρα νύχτα.


    Στὴν Ἀλχανία εἶδαν μὲ θετικὸ μάτι τοὺς νέους ἐπισκέπτες κι ἔσπευσαν νὰ δείξουν ἀμέσως τὴ φιλοξενία τους καὶ τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματά τους. Ἔτσι, τοὺς προσέφεραν στέγη καὶ λουκούλλεια γεύματα καθὼς καὶ δυνατότητα πρόσβασης στὸ ἀνδρεῖο τους. Γνώριζαν ὅμως ὅλοι ὅτι αὐτὸ γινόταν γιατί ἔτσι ἔνιωθαν πὼς μ’ αὐτὲς τὶς χειρονομίες μετατρέπονταν σ’ ἀνώτερα ὄντα ἀπέναντι σὲ κάθε ξένο, εἴτε ἦταν κατατρεγμένος εἴτε ὄχι. Φυσικὰ στὰ μάτια τῶν ἀνυποψίαστων κουρελήδων ὅλ’ αὐτὴ ἡ ὑποδοχὴ ἰσοδυναμοῦσε μ’ ἀγάπη καὶ συμπόνια, αἰσθήματα ποὺ ἐπιδεικνύονταν ἀπ’ τοὺς κατοίκους μόνον ἀπὸ συμφέρον. Οἱ κάτοικοι τῆς Ἀλχανίας ἀλλὰ κι ὅλου τοῦ νησιοῦ εἶχαν μάθει ἀπ’ τὰ μικράτα τους κιόλας ὅτι ἀγαπᾶμε ἀπὸ ἐγωισμὸ καὶ μόνον, ὅπως ἀκριβῶς τὰ μικρὰ παιδιά!     


Τὸ συμφέρον τῶν κατοίκων ἦταν νὰ βρεθοῦν ἐκτάκτως πρόθυμα καὶ δυνατὰ χέρια ν’ ἀναστήσουν τὴ γῆ καὶ νὰ τὴν ὑποτάξουν στὰ προστάγματά τους προκειμένου νὰ καρπίσῃ ξανά. Οἱ ντόπιοι εἶχαν ἀπὸ καιρὸ παρατήσει κάθε μορφὴ χειρωνακτικῆς ἐργασίας, ἐξαιτίας τῆς φυγοπονίας καὶ τῆς τεμπελιᾶς ποὺ ἔτσι κι ἀλλιῶς τοὺς χαραχτήριζε. Βάλθηκαν, λοιπόν, νὰ πείσουν τὸν Ἐξάκτορα τῆς ἐπικράτειας ὅτι ἦσαν ἀνήμποροι νὰ βγάλουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐξαιτίας τοῦ θανατικοῦ γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησα λίγο πιὸ πάνω. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἐπιδίωκαν νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ ἕνα διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορα ποὺ ὅριζε ὅτι οἱ μὴ ἔχοντες ἀπασχόληση δικαιοῦνται ἕναν κουβὰ τάλαντα!


    Ὅλο τὸ ἐπίνειο ἀποφάσισε τότε νὰ βάλῃ μ’ ἀπόλυτη μυστικότητα τοὺς ξένους νὰ δουλέψουν δίνοντάς τους ἕνα μικρὸ ἀντίτιμο καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἔσοδα νὰ περιέρχονταν στὸ ταμεῖο τῆς πόλης γιὰ ἔκτακτες ἀνάγκες. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν οἱ κάτοικοι θὰ ἱκανοποιοῦσαν τὴ φυγόπονη φύση τους καὶ ταυτόχρονα θὰ ἐλάμβαναν χρήματα ἀπ’ τὴν διοίκηση τοῦ νησιοῦ, ἀβρόχοις ποσί. Ὅσο γιὰ τὰ λεφτὰ τοῦ ταμείου, ἦταν κοινὸ μυστικὸ ὅτι μὲ γαλιφιὲς καὶ διάφορες ψευτοδικαιολογίες ὁ καθεὶς θὰ μποροῦσε νὰ βάλῃ χέρι σ’ αὐτά!


    Σὲ λίγο καιρὸ ὅλοι οἱ κάτοικοι συνωστίζονταν στὰ ντουκιάνια καὶ τὰ θερμοπώλια περνῶντας τὶς ὧρες καὶ τὶς μέρες τῆς ζωῆς τους τρωγοπίνοντας καὶ παίζοντας τυχερὰ παιχνίδια. Κι ἐπειδὴ ὁ κόσμος δὲν χώραγε πιὰ στὰ ὑπάρχοντα μέρη διασκέδασης, φτειάχτηκαν κι ἄλλα καὶ γίνηκαν τόσα πολλὰ ποὺ μποροῦσαν νὰ βολέψουν ἀνθρώπους ἀπὸ δυὸ καὶ τρεῖς πόλεις μαζί. Ἔτσι, οἱ κάτοικοι βούλιαζαν σταδιακὰ σὲ μία πλήξη ἀφόρητη καὶ σὲ μία μόνιμη κι ἀρρωστημένη ρέμβη, ἐνῷ τὰ δύστυχα πλάσματα ἀπ’ τὴ Νουμιδία φρυγανίζονταν ἀπ’ τὸν ἥλιο κι ἀγανακτοῦσαν μὲς στὴν σκόνη καὶ τὸν ἱδρώτα.


    Πέρασαν μῆνες καὶ καιροὶ κι ὁ τόπος νοικοκυρεύτηκε. Οἱ Νουμίδιοι ἀγόρασαν τὴ γῆ μαζὶ μὲ τὰ λατομεῖα κι ἔγιναν παντοδύναμοι. Καὶ πῶς ἀλλιῶς, βέβαια, ἔτσι ὅπως ἦσαν μαθημένοι νὰ δουλεύουν γιὰ τὴ δουλειά, σὰν νὰ εἶχαν ὀμόσει να ζήσουν καὶ νὰ πεθάνουν δουλεύοντας! Ὅλ’ αὐτὰ ὅμως δὲν ἔθιγαν κὰν τοὺς ντόπιους ποὺ δὲν ἤθελαν νὰ χαλάσουν τὸν ὕπνο τους καὶ τὴν καλοπέρασή τους· μέχρι ποὺ ὁ Δούκας τοῦ νησιοῦ πῆρε εἴδηση τί γίνεται στὴν Ἀλχανία κι σταμάτησε νὰ στέλνῃ κουβάδες μὲ τάλαντα! 


    Κάπως ἔτσι ἀρχίσαν νὰ σφίγγουν τὰ γάλατα γιὰ τοὺς κατοίκους τοῦ ἐπίνειου. Κάποιοι ἀναγκάστηκαν νὰ ρίξουν τὰ μοῦτρα τους καὶ νὰ πᾶνε στὴ δούλεψη τῶν Νουμιδίων γιατὶ τὸ φάσμα τῆς πείνας ἤδη τοὺς ἀπειλοῦσε. Οἱ περσότεροι ὅμως ἀδυνατοῦσαν νὰ δεχτοῦν ὅτι οἱ πρώην λεροὶ καὶ κακορίζικοι Νουμίδιοι γίναν τσιφλικάδες κι ἀφεντικὰ καὶ καλοῦσαν τοὺς λεχρίτες κι ἀνεπρόκοπους τῆς Ἀλχανίας νὰ δουλέψουν γιαυτούς!


    Στεῖλαν ἀμέσως γράμμα καὶ γραφὴ στὸν αὐτοκράτορα Κασιδόπτωτο Α΄ ἀπαιτῶντας ν’ ἀναλάβῃ τὶς εὐθύνες του γιατί δὲν εἶναι δυνατόν, ὅπως ἔγραφαν στὸ φιρμάνι, ἕνα ἐπίνειο μὲ λαμπρὴ ἱστορία καὶ μὲ προγόνους πούχαν χύσει τὸ αἷμα τους γιὰ τὴ γῆ, τὴν ὁποία τώρα ἐκμεταλλεύονται ἀλῆτες, νὰ πρέπῃ ν’ ἀνέχεται αὐτοὺς ποῦρθαν ἀπ’ τὰ ξένα γιὰ νὰ τοὺς πάρουν τὶς δουλειές!


    Ὁ Κασιδόπτωτος Α΄, λόγῳ τῆς στενῆς συγγένειας μὲ τὸν ἀνθύπατο τῆς Ἀλχανίας καὶ ἐξαιτίας παρόμοιων περιστατικῶν ποὺ συνέβαιναν τὸν καιρὸ ἐκεῖνο σ’ ὅλη τὴ χώρα, ἀναγκάστηκε νὰ πάρῃ μέτρα δραστικά. Ἐξάλλου ὁ ἀνθύπατος γνώριζε ἀπὸ μυστικὲς κι ἔγκυρες πηγὲς ὅτι ὁ αὐτοκράτορας δὲν ἦταν δὰ καὶ τόσο ἄμεμπτος, ὅσον ἀφορᾶ στὴ διαχείριση τῶν οἰκονομικῶν καὶ στὸν διορισμὸ ἀνθρώπων σ’ αὐλικὲς θέσεις, κι ἑπομένως δὲν συνέφερε τὸν αὐτοκράτορα ν’ ἀδιαφορήσῃ γιὰ τὴν κατάσταση στὴν Ἀλχανία.


    Διέταξε λοιπὸν τὸν στρατὸ νὰ πάῃ στὸ ἐπίνειο καὶ νὰ βάλῃ τάξη τιμωρῶντας παραδειγματικὰ τοὺς Νουμίδιους. Αὐτὸ ἦταν μία καλὴ εὐκαιρία γιὰ νὰ δείξῃ φανερὰ πλεὸν τὴν ἔχθρα του πρὸς ὅσους ξένους τόλμησαν νὰ μποῦν παράνομα στὴ χώρα καὶ νὰ δημιουργήσουν προβλήματα. Ὁ ἴδιος ἐξάλλου ἦταν ὑπὲρ μίας πολιτικῆς ἀπομονωτισμοῦ κι ἀπομάκρυνσης κάθε στοιχείου ποὺ θ’ ἀλλοίωνε τὴ φυσιογνωμία τῆς ράτσας. Ὁ μόνος ἄνθρωπος ποὺ ἀντιστάθηκε σ’ αὐτὴν τὴν ἀπόφαση τοῦ αὐτοκράτορα ἦταν ἡ γυναίκα του, Νουμίδια στὴν καταγωγή! Ὁ αὐτοκράτορας, σὲ μία του παλιότερη κατάκτηση στὰ μέρη τῆς Νουμιδίας, τὴν εἶχε πάρει σκλάβα μαζί του στὴν ἐπιστροφὴ κι ἐπειδὴ ἦταν μαστόρισσα στὶς ἐρωτικὲς ἐργολαβίες, πείστηκε νὰ τὴν παντρευτῇ!
    Ξεκίνησε λοιπὸν ὁ στρατὸς γιὰ τὴν Ἀλχανία καβάλα καὶ πεζούρα. Ὅταν μαθεύτηκε τὸ νέο ὅλοι φοβήθηκαν γιὰ τὰ χειρότερα γιατὶ ὁ στρατὸς τῆς χώρας ἦταν γνωστὸς γιὰ τὶς κανιβαλικές του διαθέσεις.


    Στὴ μπασιὰ τῆς Ἀλχανίας ἐμφανίστηκαν ἕνα μεσημέρι διάολοι ψηλοί, λιγνοί, μὲ πόδια σὰ γίδια καὶ μὲ κεφάλι στενομάκρουλο γιὰ νὰ τακτοποιήσουν τὶς ὀδοντοστοιχίες καὶ τὰ παΐδια τῶν Νουμιδίων! Ὅμως, ὅταν εἶσαι ταϊσμένος μ’ ἕνα σωρὸ προλήψεις καὶ δεισιδαιμονίες καὶ ταυτόχρονα ἔχεις μυαλὸ κουκούτσι, γίνεσαι εὔκολα ἕρμαιο κάθε πρωτόγονου ἐνστίκτου· ποῦ σημαίνει ὅτι δὲν περιορίζεσαι μόνον σ’ αὐστηρὲς ὑποδείξεις ἢ ἔστω καὶ σὲ κάποιες λίγες μώλωπες.


    Ἔτσι ἀφοῦ τοὺς χάλασαν, βάλθηκαν νὰ περάσουν ὅλους τοὺς Νουμίδιους ἀπ’ τὸ σπαθί, ἐνῷ κάποιοι, ἄγριοι ἀπ’ τὴν ἐπιθυμία, ντρόπιασαν τὶς Νουμίδιες κι ὕστερα τὶς πυρπόλησαν· καὶ τ’ ἄμοιρα τὰ μάτια των γυναικῶν ἔτρεχαν σὰν τὴ βρύση.


    Καμμιὰ φορὰ ἔλαβε τέλος αὐτὸ τὸ φονοκοπεῖο· κι ἔβλεπες μία πηχτὴ μάζα ἀπὸ κοιλιὲς βουτηγμένη στ’ ἀχνιστὸ αἷμα· κι ἄκουγες ποδοβολητὰ ἀλόγων νὰ σβήνουν στὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντα καὶ νὰ δίνουν τὴ θέση τους σ’ ἕνα σιγανὸ κλάμα μωροῦ ποὺ πάλευε ν’ ἀρμέξῃ μὲ τὰ δάχτυλά του τὸ στερεμένο στῆθος μίας νεκρῆς Νουμίδιας.
 

Odium

του Κωνσταντίνου Κ. Χατούπη

© 2019 by Achilleas and Camilo