«Όταν έπεφτα στο κρεβάτι μικρός φανταζόμουν το στρώμα σαν μια σκοτεινή υδάτινη μάζα. Ίσως γι αυτό μεγαλώνοντας έγινα δύτης. Καταδυόμενος στο βυθό μπορούσα να δραπετεύω από την πραγματικότητα, να ξεχνάω τα προβλήματα μου έστω και προσωρινά. Όπως δηλαδή έκανα και παιδί κάθε φορά που πήγαινα για ύπνο.»

 

Το μεσημέρι της προηγούμενης Κυριακής λάβαμε κλήση για ναυάγιο ανοιχτά της Αίγινας. Το φορτηγό «Ορφέας» είχε δώσει το τελευταίο στίγμα του στις εννέα το πρωί και έκτοτε αγνοούνταν. Οι συντεταγμένες εντοπίστηκαν δύο ώρες αργότερα και δόθηκε η εντολή από το κεντρικό λιμεναρχείο για τη διενέργεια αυτοψίας και τον εντοπισμό τυχόν αγνοουμένων. Στην υποβρύχια αποστολή συμμετείχαν μαζί μου ο Κρέτσας και ο Καρασαλίδης. Εγώ μπήκα στο εσωτερικό της γέφυρας ενώ ο Κρέτσας στο αμπάρι, ο Καρασαλίδης κινήθηκε περιμετρικά για τον εντοπισμό πιθανών ρηγμάτων. Οι πρώτες ενδείξεις επιβεβαίωσαν τις υποψίες για μετατόπιση φορτίου λόγω σφοδρής κακοκαιρίας. Με την ολοκλήρωση της έρευνας παρέδωσα το υλικό της κάμερας στην αρμόδια υπηρεσία, η βιντεοσκόπηση απέδειξε τους ισχυρισμούς μου ότι το πλοίο ήταν άδειο, δεν βρέθηκαν αγνοούμενοι ούτε νεκροί μέσα στη γέφυρα ή σε οποιοδήποτε άλλο εσωτερικό σημείο του. Το ίδιο βράδυ τηλεφώνησα στον Κρέτσα και του είπα την αλήθεια, ίσως γιατί ήμουν σίγουρος πως θα ήταν ο μόνος που θα με πίστευε. Το πλήρωμα ήταν συγκεντρωμένο στην τραπεζαρία, φορώντας τα γιορτινά του, τα μάτια τους έλειπαν από τις κόγχες και το δέρμα τους είχε αποκτήσει μια πρασινωπή, εξασθενημένη απόχρωση. Παρέμεναν ωστόσο ευδιάθετοι και φιλοτιμήθηκαν να με κεράσουν γλυκό κυδώνι του κουταλιού»

 

«Εντάξει, ας κάνουμε ένα διάλειμμα τώρα κύριε Κοζανίδη να πάρετε και σεις μια ανάσα, θα σας αφήσουμε λιγάκι μόνο και θα επανέλθουμε σε δέκα λεπτά να συνεχίσετε την κατάθεση, θα θέλατε να σας φέρουμε κάτι από το κυλικείο;»

 

«Μια σπανακόπιτα και ένα μπουκαλάκι νερό, έχει στεγνώσει το στόμα μου και το στομάχι μου γουργουρίζει»

 

«Είναι τρελός για δέσιμο τελικά»

 

Λέω στον Ηλιάδη μόλις κλείνουμε την πόρτα του ανακριτικού γραφείου πίσω μας.

 

«Δεν θα μου κάνει εντύπωση αν ο εισαγγελέας διατάξει τον εγκλεισμό του μόλις παραλάβει το αντίγραφο της έκθεσης».

 

«Λοιπόν, ισχυρίζεστε ότι μιλήσατε με τον Κρέτσα λίγες ώρες πριν αυτοκτονήσει;»

 

Τον ρωτάω επανερχόμενος στην αίθουσα με τον Ηλιάδη. Πίνει μια δειλή γουλιά από το μπουκαλάκι και μας κοιτάει εναλλάξ.

 

«Μάλιστα. Αφού του εκμυστηρεύτηκα τα πάντα πήγε την επόμενη μέρα μόνος του με ιδιωτικό ταχύπλοο και τον εξοπλισμό του για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς μου. Το ξαναλέω ότι ο Κρέτσας ήταν γεννημένος με το γονίδιο της αμφιβολίας, υπήρξε επιστήθιος φίλος μου για μια δεκαετία, θέλω να πω ότι τον ήξερα αρκετά καλά. Το ίδιο βράδυ με πήρε κλαίγοντας και μου είπε, σχεδόν παραληρώντας ότι είχα δίκιο, το επόμενο πρωί πληροφορήθηκα το θάνατο του»

 

«Πως εξηγείτε το γεγονός ότι οι υποβρύχιες κάμερες δεν κατέγραψαν το πλήρωμα;»

 

Αφήνει το μπουκαλάκι και προσπαθεί να πνίξει το γέλιο του στην παλάμη.

 

«Τα πνεύματα δεν μπορούν να απαθανατιστούν στο φακό, η μόνη όραση που μπορεί να τα συλλάβει είναι η πίστη»

 

***

 

Μπήκα στο σπίτι λίγο μετά τις εννιά, μια περίεργη αίσθηση με τυραννούσε από τη στιγμή που είχα αφήσει το αστυνομικό Μέγαρο. Κοίταξα στο ράφι της βιβλιοθήκης την κορνιζαρισμένη φωτογραφία της, δεν είχα καταλάβει γιατί εξακολουθούσα να τη διατηρώ κοντά έξι μήνες μετά το χωρισμό μας. Στη θέα της δεν αναγνώριζα παρά ένα άψυχο κομμάτι χαρτί, η μορφή της στριφογύρισε στο νου μου σαν βαλσαμωμένη ανάμνηση. Η δυσάρεστη αίσθηση επιδεινώθηκε και άρχισε να γίνεται αφόρητη. Έπεσα στο κρεβάτι ευχόμενος να με πάρει ο ύπνος όσο πιο γρήγορα γινόταν, δραπετεύοντας από τη νυχτερινή μελαγχολία που νέκρωνε κάθε ικμάδα του σώματος και του νου μου. Ένιωσα το στρώμα να γίνεται ρευστό, να με ρουφάει μέσα του αβοήθητο, προσπάθησα να απλώσω τα χέρια μου για να γραπωθώ από κάπου, αλλά δεν έβρισκα τίποτα, καμία χείρα βοηθείας μέσα στη ληθαργική μοναξιά μου. Αφέθηκα απλά να βυθίζομαι, και όσο καταδυόμουν στην πηχτή άβυσσο τόσο πιο ελεύθερος ένιωθα.

Ο βυθός

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo