Ο Αντώνης Σουρούνης ανήκει δικαιωματικά στη  χρυσή γενιά των σπουδαίων μεταπολιτευτικών μυθιστοριογράφων που το κλείσιμο της δεν αποτύπωσε απλά μια ολόκληρη εποχή αλλά άφησε παρακαταθήκη σε όλους εμάς τους νεότερους την «αμαρτωλή αθωότητα» που χαρακτήρισε τη γραφή και τη ζωή του ίδιου και των εκλεκτών ομότεχνων του (Μουρσελάς, Κουμανταρέας κ.α).

Πόθοι, νταλκάδες, έρωτες, φτώχεια, μετανάστευση παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες τους όχι σαν πλαστικοποιημένη συνταγή εμπορικής επιτυχίας, αλλά τόσο ζωντανοί όσο η πνοή μας, τόσο πύρινοι όσο τα μαλλιά της Μάρθας και ανυπότακτοι όσο το πνεύμα Λούη. Στιγμιότυπα εξελισσόμενα σε φτηνά ξενοδοχεία, λαϊκά πορνεία, νοικιασμένες τρώγλες, κακόφημα λιμάνια και κεντρικούς σταθμούς που στη σύνθεση τους αποκαλύπτουν ζωές βασανισμένες μα και χορτασμένες, τόσο αληθινές όσο και πλούσιες.

Μέσα σε αυτόν τον καμβά φιλοτεχνείται και το αριστουργηματικό «Ο Χορός των Ρόδων», με κεντρικό ήρωα τη ρουλέτα που γύρω από τον άξονα της κινείται ο «Νούσης», η «Ίρινα», ο «Τάκης» και ο «Καθηγητής». Η ρουλέτα σαν μοιραία ερωμένη και καταστροφέας. Γιατί «τίποτα δεν κατέτρωγε με μεγαλύτερη ταχύτητα τα υπάρχοντα και τα χαρίσματα μιας γυναίκας απ’ όσο η ρουλέτα», όπως σε μια αποστροφή ο ίδιος ο συγγραφέας θα αναφέρει.

Και πίσω από τη ρουλέτα και την ξέφρενη πορεία της μπίλιας, στήνεται σαν θολό zoom out το φόντο. Η ζωή, τα πάθη και οι ματαιώσεις των γκαστερμπάιντερ μέσα από τη φιγούρα του Νούση, η αισθαντικότητα των καμπαρέ και των πορνείων, η μοναξιά στο κάθισμα του πρώτου πρωινού λεωφορείου που αναχωρεί για το καζίνο. Τα λεπτά κοκάλινα δάχτυλα της Ίρινα και οι πόθοι που ακροβατούν στις κλειδώσεις τους. Ο κυνισμός του «καθηγητή» και η καταστροφή του Ρόλφ μέσα από την έκκριση της αδρεναλίνης που ξυπνούν οι αναπηδήσεις τις καταραμένης μπίλιας.

 Ο «Χορός των Ρόδων» μπορεί ιδωθεί σαν ένα οδοιπορικό στους κακοτράχαλους δρόμους της ξενιτιάς αλλά και σαν ψηφιδωτό της αναστυλωμένης Ευρώπης πριν την έλευση της ευμάρειας και της περιλάλητης ολοκλήρωσης. Σαν την τελευταία, ίσως, πνοή της αθωότητας από μια εποχή που η μπέσα και ο έρωτας χάνονται και ξανασμίγουν σε έναν αέναο χορό…

Αντώνης Σουρούνης

« Ο χορός των ρόδων»

(Εκδόσεις Καστανιώτη)

Κριτική του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo