Έτρεμε καθώς βυθιζόταν το χέρι του σε μια θάλασσα από χρυσό και ασήμι. Βγάζοντας ένα-ένα τα κειμήλια απ’ το σεντούκι, -αγαλματίδια, δαχτυλίδια, σφραγίδες-, θαύμαζε την απαράμιλλη τέχνη του γλύπτη, του χρυσοχόου, του χαράκτη, που γινόταν κτήμα του χωρίς καν να την ασκεί. Το δικό του χάρισμα ήταν η σβελτάδα στα δάχτυλα, η σπιρτάδα στα μάτια και η αντοχή στους ώμους που κουβαλούσαν το ασκί με τα λάφυρα. Γύρω οι τοίχοι ήταν γεμάτοι ιερογλυφικά που δεν ήξερε να διαβάζει, μ’ εξαίρεση το καρτούς του νεκρού· αυτό φρόντιζε να το πελεκίζει όπου το έβρισκε, γιατί έτρεμε, δεισιδαίμων καθώς ήταν, τις κατάρες. Η βαριά μυρωδιά της μούχλας και της φθοράς, το λιγοστό οξυγόνο δεν τον πτοούσαν. Η αίθουσα ήταν πελώρια και τα σεντούκια αμέτρητα, στοιβαγμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Έπρεπε να προσέχει τι απ’ αυτά διαλέγει, να είναι μεν όμορφα και καλοδουλεμένα, όχι όμως και πολύ κοινά ώστε να γίνει φανερή η προέλευσή τους.


Κάποια στιγμή ο φακός του βρήκε μια λάρνακα· επιτέλους! Αν μετά τα καρτούς ξεφορτωνόταν και το σώμα του νεκρού, τότε η ψυχή του θα έσβηνε για πάντα και ολόκληρη η περιουσία του θα περνούσε, χωρίς φόβο, στα χέρια του. Ανοίγοντας με προσοχή την κάσα, βρήκε το κουφάρι τυλιγμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με γάζες και στη θέση της κεφαλής μια μάσκα φαγιούμ· λαχτάρισε τη μάσκα αυτή, πιο πολύ για το σχέδιο παρά για το χρύσωμά της. Τη φαντάστηκε στο κεφάλι του σαν το δικό του πρόσωπο. Βγάζοντάς την είδε την όψη την τωρινή του νεκρού, τη δίχως μύτη και χείλια, με δόντια μαύρα, δέρμα ξερό και μάτια ζαρωμένα, πνιγμένα στη φορμόλη· ούρλιαξε, ήταν καθρέφτης.


Ξύπνησε τινάζοντας το κεφάλι του πάνω απ’ το γραφείο. Χρειάστηκαν λιγότερο από δυο δευτερόλεπτα για να καθαρίσει το μυαλό απ’ τ’ όνειρο και στη θέση των χρυσών κειμηλίων να εμφανιστούν στίχοι γραμμένοι σε μια κόλλα χαρτί. Γύρω βρίσκονταν σκορπισμένα βιβλία γνωστών και άγνωστων ποιητών, κάποια απ’ αυτά ανοιγμένα, γεμάτα υπογραμμίσεις και σημειώσεις. Φέρνοντας το χαρτί μπροστά του το ξαναδιάβασε, μα δεν κατάφερε να βρει πουθενά τον εαυτό του· ως μόνη λύση σκέφτηκε να προσθέσει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του.

Ο τυμβωρύχος

του Adam Misirli

© 2019 by Achilleas and Camilo