Καθόμουν στο άσπρο πάτωμα με τα γόνατα ακουμπισμένα στο στήθος ανήμπορη να κουνηθώ. Τι συνέβαινε; Κοιτούσα ξανά και ξανά την ταμπέλα απέναντι: “Βρίσκεσαι σε ένα λαβύρινθο. Έχεις 15 λεπτά για να βγεις. Προσοχή μην ακουμπίσεις τους τοίχους”.

Τι σήμαινε αυτό;Λαβύρινθος; 15 λεπτά; Το κορμί μου έτρεμε ανεξέλεγκτα. Το δωμάτιο δε μου ήταν εντελώς άγνωστο. Αισθανόμουν μια ύπουλη οικειότητα.

-Σήκω γρήγορα. Ο χρόνος περνάει, ακούστηκε μια γνώριμη φωνή.

Πετάχτηκα όρθια. Οπισθοχώρησα. Κατά λάθος ακούμπησα τον τοίχο. Κάηκε η πλάτη μου. Τραντάχτηκα από τον πόνο σαν να με χτύπησε κεραυνός.

-Γιατί;Γιατί; φώναξα.

-Άνοιξε την πόρτα,άκουσα ξανά τη φωνή.

Με τρεμάμενο χέρι έπιασα απαλά το χερούλι. Τρεις σκοτεινοί στενοί διάδρομοι ξεδιπλώθηκαν μπροστά μου. Ποιον θ´ακολουθούσα; Μια υγρασία τύλιξε τα πόδια μου.Ήμουν ξυπόλητη και το νερό έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Αγκάλιασα με τα χέρια μου το σώμα μου. Φορούσα μια ολόσωμη φόρμα πράσινη. Στον αριστερό διάδρομο σα να αχνοφάνηκε μια φιγούρα να με χαιρετάει. Ήταν δυνατόν; Έβλεπα οράματα; Το πιο πιθανό. Έτσι κι αλλιώς δε θυμόμουν τίποτα από όσα είχαν συμβεί. Ίσως να ήταν μια βοήθεια, ίσως η λαχτάρα μου για ελπίδα. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί αποφεύγωντας να ακουμπήσω τους τοίχους. Η πληγή μου ακόμα έτσουζε. Ο διάδρομος έδειχνε μακρύς, χωρίς τέλος. Δεν είχα επίγνωση της ώρας. Πουθενά δεν έβλεπα ένα ρολόι να ξέρω πόσος χρόνος μου έμενε. Μπροστά μου ο διάδρομος έσπασε σε άλλους τέσσερις. Όχι Θέε μου. Κρύωνα πια τόσο πολύ. Τα πόδια μου είχαν μουδιάσει. Έψαξα τη φιγούρα απεγνωσμένα σε κάποιο διάδρομο χωρίς αποτέλεσμα.

Έπρεπε να το φανταστώ. Στο μυαλό μου ήταν όλα.

-Μη σταματάς συνέχισε, ακούστηκε πάλι.

Προχώρησα ευθεία χωρίς καμία βεβαιότητα, παραδομένη σ’αυτό που μου συνέβαινε. Από το ταβάνι έσταζε ένα μαύρο παχύρεστο υγρό που βρώμαγε σαπίλα. Έπεσε μια σταγόνα στα μαλλιά μου. Προσπάθησα να τα καθαρίσω. Το υγρό κόλλησε στο δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο. Τυλίχτηκε γύρω τους ενσωματώνωντας το ένα μέσα στο άλλο. Δε μπορεί, τι συμβαίνει;

-Βοήθειαααα, ούρλιαξα. “Βοήθειααα κάποιος”

Ένας απεγνωσμένος αντίλαλος ήχησε στο πουθενά. “Δεν έχει νόημα. Είμαι καταδικασμένη” σκέφτηκα.

-Προχώρα, χάνεις χρόνο, ακούστηκε πάλι.

Συνέχισα αφημένη στο έλεος της κατάστασης όταν αντίκρυσα τρεις πόρτες.

-Έφτασα; αναρωτήθηκα δυνατά.

Ποια ήταν όμως η σωστή; Πως θα το ήξερα; Τι θα συναντούσα από την άλλη; Το στήθος μου κόντευε να εκραγεί από τους χτύπους της καρδιάς μου. Οι πόρτες είχαν το ίδιο γκρι χρώμα αλλά διαφορετικά πόμολα. Το ένα τριγωνικό, το δεύτερο στρόγγυλο και το τρίτο τετράγωνο. Που ήταν η φωνή τώρα να με βοηθήσει; Στάθηκα μπροστά από κάθε πόρτα. Αφουγκράστηκα. Απόλυτη σιωπή. Ούτε ένας ήχος. Τι θα έκανα;

-Γρήγορα, γρήγορα, άνοιξε…

Να τη πάλι. Σα να ήθελε να μου πει πια πόρτα και δεν πρόλαβε. Έπιασα με ιδρωμένο χέρι το στρόγγυλο πόμολο και άνοιξα.

Βρέθηκα σε ένα άδειο άσπρο θάλαμο. Η πόρτα πίσω μου έκλεισε ορμητικά. Προσπάθησα να την ανοίξω αλλά ήταν κλειδωμένη. Στη μέση του θαλάμου βρισκόταν μια κονσόλα με διάφορες οθόνες κι ένα μικρόφωνο. Πλησίασα δειλά. Σε μια έδειχνε τρεις σκοτεινούς διαδρόμους, σε άλλη τέσσερις. Στην τελευταία διέκρινα μια φιγούρα να κάθεται στο πάτωμα ενός δωματίου. Πλησίασα περισσότερο.

-Όχιιιιιιι, ούρλιαξα σοκαρισμένη.

Η κοπέλα ήμουν εγώ. Άρπαξα το μικρόφωνο.

-Σήκω γρήγορα, ο χρόνος περνάει, φώναξα.

Ο Λαβύρινθος

της Ελπίδας Πέτροβα

© 2019 by Achilleas and Camilo