Θα ήθελε να γνωρίζει ποιο είναι εκείνο το μαγικό γονίδιο. Εκείνο το ειδικό χαρακτηριστικό που κάνει τους παίκτες από το Ροσάριο, σχεδόν μυθικούς. Ίσως η φτώχεια, τα παγωμένα χέρια, τα άδεια σπίτια και οι σκληρές Κυριακές στην έδρα του αντιπάλου. Η πιο ωραία εκδρομή που κάναμε ποτέ και ας μας στοιχίσει σε κάποιον φίλο και σε έναν αδελφό. Κανείς δεν ξεχνιέται και όλοι τους θυμούνται  με σεβασμό και τρυφερότητα στους δρόμους του Ροσάριο. Μόλις φτάσει η Πέμπτη μια αδιόρατη ανησυχία κατατρέχει την πόλη. Τα παιδιά περνούν με ύφος μεγάλου και προβληματισμένου άνδρα, αφού δεν υπάρχει πιο σπουδαίο κατόρθωμα από ένα εισιτήριο για την Ροζάριο που ποζάρει σε μουσεία και τουριστικά είδη με μια απλωμένη σημαία στα πόδια της. Είναι επειδή τα παιδιά μπορούν να περηφανεύονται πως ο ήλιος αυτής της πολιτείας γεννήθηκε στην δική τους πόλη. Καμιά φορά δείχνουν ευτυχισμένοι για την αρχιτεκτονική του δημοτικού μεγάρου και της ισπανικής λέσχης τους.  Παράξενοι οι όγκοι τους, μαρτυρία το χρονικό τους, μυστήριο το θαύμα τους.

Ωστόσο, το πρόσωπό τους παίρνει ένα άλλο ύφος και φωτίζεται ξεχωριστά. Όταν κάποιος τους ρωτήσει, πόσο αγαπάς την ομάδα σου, το πρόσωπό τους φωτίζεται αλλιώτικα. Τότε τα παιδιά βάζουν τα γέλια και κόβονται με πεταμένα γυαλιά για να δείξουν ότι η Ροζάριο σημαίνει πολλά περισσότερα από μια Κυριακή. Σημαίνει εκείνη την αγωνία πριν το ματς, τους απανωτούς καυγάδες στα μπαρ, τα αστεία ανάμεσα στους φίλους, το γρήγορο βήμα, όταν πια διακρίνεις τις φωνές των θεατών, δυο λέξεις από αίμα, για να δεις και να πιστέψεις. Το πλήθος κυλά προς την αρένα, στο χορτάρι της δοξάζονται έντεκα παιδιά, έντεκα θεοί. Δεν το παραδέχονται, μα όταν χάνουν το παιχνίδι οι μέρες κυλούν δίχως σημασία και ένα αίσθημα τιμής τους διακατέχει, σαν να παραμένει σε εκκρεμότητα μια πολλή σοβαρή υπόθεση. Οι μητέρες τους γελούν μαζί τους, εκείνοι κλείνουν με δύναμη την πόρτα πίσω και ως το Αγογίτο φυλλοροούν. Ένας καλός στρατηγός στέκει πάνω από τα νεανικά τους κεφάλια, ένας τρυφερός άγιος πανηγυρίζει μαζί τους στην τσιμεντένια κερκίδα. Η ζωή σε τούτα τα μέρη θέλει ροή ανώφελη και άσκοπη δράση.

Ως να αρχίσει το παιχνίδι, συχνάζουν στο καφενείο του Ρικέλμε. Εκεί μέσα υπάρχουν εισιτήρια, ιστορίες, μυθικά πρόσωπα, μυρωδάτος καφές. Και υπάρχει ολόκληρο το πλήθος της Ροζάριο που μεθά και ελπίζει στην νίκη. Και λησμονεί έστω για λίγο, τον κύριο συνταγματάρχη που διοικεί σιωπηρά την γειτονιά του και που έχει χαρίσει φτερά σε κάμποσα παιδιά της πολιτείας του.

Όλοι τους λένε το ίδιο πράγμα. Αν δεν φανεί θα είναι σαν να αγωνιζόμαστε με ένα πόδι! Δίχως πόδι, φωνάζει κάποιος άλλος και όλοι μαζί γελούν με την καρδιά τους. Όμως περνά ο μικρός επίσκοπος, ο ιερέας της εκκλησίας του Χριστού και αν τύχει και ακούσει, τότε θα αρχίσει να κηρύσσει και μια τέτοια μέρα αυτό θα ήταν τρομερό. Σαν να λέμε, μια σπουδαία ατυχία που εμποδίζει από τα αποδυτήρια κιόλας, την Ροζάριο να κάνει την διαφορά και να πάρει με το μέρος της την νίκη. Ο μικρός επίσκοπος χάθηκε στο βάθος του δρόμου, όλοι μοιάζουν τόσο ανακουφισμένοι. Κάποιος δίνει το σύνθημα και όλοι μαζί βαδίζουν με την ίδια συνείδηση. Κάθε τόσο και άλλοι, και άλλοι προστίθενται στην γεμάτη νεύρο και παλμό παρέλασή τους. Κάθε τόσο ένας κουρέας, ένα οδηγός, μια παρέα από σιδηρουργούς, μερικοί φοιτητές γλιστρούν μες στην πομπή και ενώνουν την φωνή τους με την δυναμική κραυγή όλη της πόλης.

Αν δεν φανεί, δεν θα το συγχωρήσουμε ποτέ. Όλη μας η ελπίδα κρεμάστηκε στα πόδια του. Μα αν δεν φανεί, εκείνοι θα πιστέψουν πως μπορούν να κερδίσουν μες στην έδρα μας, το φαντάζεσαι; Και όλοι συμφωνούν, έτσι καθώς περπατούν, πως αν δεν φανεί αργά το βράδυ θα του στείλουν ένα μήνυμα, ανάβοντας φωτιές μες στο δάσος του. Ας είναι, να έχει καλά ο Θεός τα παλικάρια της Ροζάριο και τότε ο Καρλόβιτς θα είναι αχρείαστος. Γιατί σαν και αυτόν δεν υπάρχουν πολλοί, μα σαν τα παιδιά της ομάδας μας, δεκάδες, εκατοντάδες άλλοι που δεν θα αφήσουν ποτέ την Ροζάριο να σβήσει. Το γήπεδο έλαμψε μες στο απόγευμα, στο βάθος της λεωφόρου. Όλες οι κουβέντες σταμάτησαν και το πλήθος εισήλθε με προσευχές και σεβασμό στο κατάμεστο θέατρο.

Μα το παιχνίδι δεν είχε την αίσια έκβαση. Η Ροζάριο έδωσε τον καλύτερο εαυτό της και άσχημα ζυγιάστηκε σε εκείνο το ή εσύ ή εγώ. Ο αντίπαλος διέθετε την στόφα του νικητή, το γήπεδο έγερνε επικίνδυνα. Εκείνος δεν φάνηκε, το πλήθος παρακολουθούσε δίχως φωνές και χειροκροτήματα. Οι παίχτες της Ροζάριο φαίνονταν λιγότεροι και οι άλλοι, με φτερούγες στα πόδια τους σημείωναν γκολ και έγραφαν εκείνη ακριβώς την στιγμή, μια πικρή σελίδα για την ομάδα και για την πόλη.

Όταν όλα είχαν τελειώσει και όταν όλα είχαν πια τα πρώτα όνειρα είχαν τόσο πολύ φθαρεί, είπαν, θα βαδίσουμε μαζί ως το δάσος και θα ανάψουμε μικρές φωτιές για να καταλάβει. Και περπάτησαν, ακόμη και αν ώρα την ώρα τον λαιμό τους έπνιγε με τρόμο η αυριανή βάρδια που πλησίαζε. Όμως βάδισαν, λίγο ακόμη, με κάτι πικρά συνθήματα και μικρές καταστροφές. Θαμπώθηκαν όταν τον είδαν στο καφενείο, ντυμένο ευπρεπώς, να προσπαθεί να κάνει δικό του κάποιο κορίτσι. Οι πιο σεβάσμιοι από το πλήθος τον πλησίασαν, κάτι ρώτησαν, εκείνος έδειξε πως τους περιφρονεί. Και τότε οι άλλοι που μέχρι εκείνη την στιγμή παρακολουθούσαν λυπημένοι, όρμησαν μες στο καφενείο και έκαναν κομμάτια τον Καρλόβιτς. Το κορίτσι που θα έλεγε ναι, τώρα κυλά σαν νερό στην λεωφόρο, δίχως να κοιτάζει πίσω της. Τράβα τον δρόμο σου μικρή, ανοίξου με ολόλευκα άρμενα, γίνε στροφή και απομίμηση και το προορισμένο που σου αναλογεί.

Την άλλη μέρα ήρθαν οι αστυνόμοι και ζήτησαν εξηγήσεις. Έδειραν μερικούς και ταπείνωσαν ακόμη μερικούς άλλους με τον ξεκάθαρο, σκληρό τους τρόπο. Κυνήγησαν τα παιδιά και έδιωξαν τους σακάτηδες από τον σταθμό. Όμως όλα θα μπορούσαν  να τα αντέξουν, όλα εκτός από την ήττα της Ροζάριο που στοίχειωσε τα φτωχόσπιτά τους και πένθη φύτεψε.

 Ο μικρός επίσκοπος φάνηκε στην άκρη του δρόμου. Όλοι συλλογίστηκαν πως αυτήν την φορά δεν θα σταθούν τυχεροί και σαν τους αρλεκίνους του καρναβαλιού περίμεναν την άδικη μοίρα τους. Όμως ο μικρός επίσκοπος μπορεί αν το θελήσει να σκορπίσει παντού ρίγη συγκίνησης. Και έτσι έπραξε, όταν, αφού στάθηκε ανάμεσα στους νεαρούς φιλάθλους με την τραυματισμένη αξιοπρέπεια, είπε με καθαρά λόγια.

Ο θεός να τον αναπαύει. Μα θα έπρεπε να το ξέρει, πως σε αυτήν την πόλη οι άνθρωποι φτιάχνουν μόνοι τους θεούς τους, έπρεπε να το ξέρει. Και να φερθεί σύμφωνα με τον λόγο του Θεού που θέλει την λέξη Ροζάριο, μια λέξη για όλο το σύμπαν. Όσοι τον άκουσαν, χειροκρότησαν και τον πήραν στα χέρια. Κάπως ξεχάστηκαν, όταν συλλογίστηκαν πως ο καλός Θεός αγαπά ακόμη την Ροζάριο.  Εκείνος συνομίλησε με κάποιους μα ήταν η συζήτηση λυπητερή και γρήγορα τέλειωσε. Ο αδερφός μου κατατάχτηκε και η αδελφούλα μου από καιρό πια νεκρή. Είπαν, μια σφαίρα αδέσποτη, πάει να πει από εκείνες που κυκλοφορούν δεκαετίες τώρα ανάμεσά μας και βρίσκουν πάντα τον στόχο και όλοι μαζί μετά που αποχαιρετούν τον καλό Χριστιανό.

Πιο πέρα το καθεστώς άλλαζε σε μια άκρη το πρόσωπό του, οι στρατηγοί με τους νόμους ανά χείρας εκτελούσαν κατακόκκινα κορίτσια και κρατούσαν χαμηλά, όλο και χαμηλότερα τις τιμές της αγωνίας της ζωής και του έρωτα που παλεύει μες στις σκοτεινές γειτονιές της Ροζάριο. Με τα άφωνα παιδιά και τους μάρτυρες και την αλάνθαστη φιλοδοξία της για την θέση της στον κόσμο.

Ροζάριο, Ροζάριο, δεν σου μέλλει και εσένα παρά μια τραγική καταστροφή και τίποτε. Πιο πέρα, άκου, μάθε πως λίγο πιο πέρα ανοίγεται ένας άλλος κόσμος και η ζωή εκεί νιώθεται καλύτερη, νικηφόρα, γεμάτη ηρωισμό και σθένος και αισιοδοξία. Πίστεψέ με Ροζάριο και πάρε μια πλατειά ανάσα και σε τάφο πέτρινο σώπα Ροζάριο και κλάψε τον άμοιρο Τόμας Κάρλοβιτς.

 

Ο κύριος Τόμας Κάρλοβιτς

του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo