© 2019 by Achilleas and Camilo

Του Μάριου Ποντίκα
Θέατρο Σταθμός

Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου και η Αγγελική Μαρίνου, σε συνεργασία με την Βίκυ Πάντζιου στην επιμέλεια της σκηνής, σκηνοθετούν τον «Γάμο» του Μάριου Ποντίκα σε μια παράσταση-γροθιά στο Θέατρο Σταθμός που βάζει τους θεατές αντιμέτωπους με τα θέματα της κουλτούρας βιασμού, της ενδοοικογενειακής βίας και τα έμφυλα στερεότυπα της πατριαρχικής κοινωνίας, τα οποία συνεχίζουν την έκφρασή τους ανεμπόδιστα ακόμα και σήμερα.

Στο έργο αυτό, ,το οποίο ανέβηκε για πρώτη φορά στην σκηνή πριν σαράντα χρόνια από τον Κάρολο Κουν, η Αφέντρα, μια δεκαπεντάχρονη κοπέλα (Μαργαρίτα Τρίκκα), πέφτει θύμα βιασμού από γνωστό της πρόσωπο. Οι γονείς και η αδελφή του θύματος την δένουν με βία σε μια γυναικολογική καρέκλα όπου την κακοποιούν λεκτικά, εντείνοντας την ταραχή της και αφήνοντας ακάλυπτη την περιοχή ανάμεσα στα πόδια της, φέρνοντας άμεσα τους θεατές αντιμέτωπους με την πέτρα του σκανδάλου: το αιδοίο της έφηβης. Ο βιασμός της έφηβης είναι ένας βιασμός κατ’ εξακολούθηση, τόσο από την οικογένειά της, όσο και από την κοινωνία, που μέσω της κοινής γνώμης και του Τύπου αναφέρονται σε αυτήν ως αντικείμενο, δεν υπάρχει ίχνος ενσυναίσθησης και συμπόνοιας προς αυτήν , απεναντίας το victim blaming πάει κι έρχεται:

Στην δίκη ακούγονται δύο μάρτυρες κατηγορίας και ένας υπεράσπισης (Δημοσθένης Ξυλαρδιστός). Φράσεις όπως «ο κατηγορούμενος είναι καλό παιδί, κάτι θα έκανε και θα τον προκάλεσε», «ε, όμορφη κοπέλα είναι, είναι κι αυτός άντρας, τι να έκανε», «φαινόταν ήσυχο κορίτσι, δεν είχε δώσει δικαιώματα», απενοχοποιούν τον βιαστή μα και τοποθετούν το θύμα στο ειδώλιο εξαιτίας της γυναικείας φύσης της, ενώ παράλληλα υποδηλώνουν την συνήθη άποψη της κουλτούρας βιασμού πως μια απελευθερωμένη σεξουαλικά γυναίκα «δίνει δικαιώματα» και «καλά να πάθει».

Ο ιατροδικαστής (Δημήτρης Κουτρουβιδέας) εξετάζει την τραυματισμένη κοπέλα και δίνει ενδελεχή αναφορά για τις τραυματισμένες περιοχές του σώματός της.

Η ίδια η αδελφή της κοπέλας (Μυρτώ Πανάγου) την κατηγορεί ευθέως για τον βιασμό της, λέγοντας πως αν και η ίδια βγαίνει έξω, δεν επέτρεψε ποτέ να της συμβεί κάτι τέτοιο, και πως το γεγονός ότι δεν φώναξε και δεν αντιστάθηκε σημαίνει πως φταίει εκείνη που βιάστηκε.

Ο πατέρας του θύματος (Ελισσαίος Βλάχος), βίαιος και κακοποιητικός τόσο στην σύζυγο όσο και στις κόρες του, αποτυπώνει το γνωστό προφίλ του πάτερ-φαμίλια που ως κεφαλή της οικογένειας ατιμάστηκε το όνομά του και αυτό που τον απασχολεί είναι η φήμη του. Παραδέχεται ανερυθρίαστα ότι και ο ίδιος βιάζει την γυναίκα του, καθώς τις περισσότερες φορές της συνεύρεσής τους εκείνη δεν ήθελε, λέγοντας ότι αυτό δεν είναι κακό και ότι ο άντρας έχει δικαίωμα να σηκώνει χέρι στη γυναίκα του, καθώς «δεν είναι κανένας ξένος».

Η μητέρα (Βάσω Καμαράτου) φαίνεται η μόνη που νοιάζεται έστω και λίγο για την μικρή της κόρη, ωστόσο ούτε αυτή ενδιαφέρεται να την περιθάλψει, παρά μόνο εμμένει παθητικά στην δική της στενοχώρια.

Ο αρραβωνιαστικός της (Δημοσθένης Ξυλαρδιστός) διαλύει τον αρραβώνα γιατί «πώς θα πάρει χαλασμένη κοπέλα», «στο κάτω- κάτω της γραφής γι’ αυτό παντρεύεται κανείς».

Έπειτα από διαρκή κακοποίηση, ο πατέρας εκρύγνυται και προτρέπει την βιασμένη κόρη του να αυτοκτονήσει ώστε να σώσει την υπόληψη της οικογένειάς της, καθώς το πιο πολύτιμο αγαθό μιας φτωχής κοπέλας είναι η παρθενιά της. Η κοπέλα αυτοπυρπολείται και τότε αρχίζει ένας δεύτερος γύρος hurt and rescue τεχνικής από την πλευρά των οικείων της. Τυλίγουν το σώμα της με επιδέσμους, αφήνοντας ακάλυπτο το κεφάλι και το πρόσωπό της, και συζητούν για την μοίρα της, παζαρεύοντας την τιμή για την τιμή της, ώσπου αποφασίζουν να κάνουν συμφωνία με τον πατέρα του θύτη (Δημοσθένης Ξυλαρδιστός) και τελικά να τους παντρέψουν για να είναι όλοι ικανοποιημένοι.

Η σκηνοθεσία του έργου καθώς και οι υποκριτικές ικανότητες των ηθοποιών είναι συγκλονιστικές. Στα 85 λεπτά της παράστασης έχουμε μια υποτακτική Αφέντρα, της οποίας η σιωπή είναι εκκωφαντική. Πόσο παράδοξο, αλήθεια, το όνομα της νεαρής γυναίκας σε σχέση με την θέση της, δεμένη σφιχτά με λουριά και με επιδέσμους, έρμαιο των βίαιων αντιδράσεων ανθρώπων του οικογενειακού της περιβάλλοντος που τάχα νοιάζονται για το καλό της. Οι θεατές είναι αυτόπτες μάρτυρες μιας ψυχολογικής BDSM σκηνής που έχει περάσει σε ακραία επίπεδα, με φωτισμό και μουσική να εντείνουν τις στιγμές κορύφωσης του δράματος. Κι όμως, το πιο συγκλονιστικό για τον θεατή είναι το πόσο οικείο και γνώριμο μπορεί να του φαίνεται όλο αυτό το κακοποιητικό σκηνικό, το οποίο ίσως μέχρι τώρα να του φαινόταν και φυσιολογικό. Η κάθαρση στην τραγωδία δεν έρχεται ποτέ, μα ίσως εν τέλει αυτός να είναι και ο σκοπός του έργου, να ταράξει τα ήρεμα νερά της πατριαρχικής κουλτούρας και πλέον ο θεατής να απελευθερώσει ο ίδιος τον εαυτό του από τα δικά του στερεότυπα.

Ο Γάμος

της Μαρίας Κατσοπούλου