Άνοιξε το μοναδικό του μάτι στις έξι παρά.

Δεν κοιμόταν, τον εαυτό του προσπαθούσε να κοροϊδέψει. Δέκα μέρες τώρα, από τότε που έγινε το κακό, κοιμάται τόσο όσο ο οργανισμός του ενστικτωδώς του επιβάλλει. Ίσα ίσα να βρίσκει δύναμη να μετακινείται.

Έσυρε, χωρίς να το καταλάβει, το άσπρο σεντόνι πίσω του διαγράφοντας την πορεία του προς το μπάνιο, σαν νύφη που σέρνει το νυφικό, ξεδοντιάρα και αναμαλλιασμένη, παρατημένη στην εκκλησία. Έφτασε με δυσκολία στον νιπτήρα και στήριξε το παλιακό του σώμα στην εκρού πορσελάνη.

Άλλη μια μέρα. Που θα πάει, ζωή είναι, θα περάσει.

Αν είχε μια ευχή, αυτό θα ζητούσε. Να περάσει η ζωή του, σαν νεράκι. Πολύ δειλός να αυτοκτονήσει, πολύ τεμπέλης να ξαναφτιάξει την ζωή του, πολύ εγωιστής να ζήσει κανονικά. Χρόνια τώρα, είχε μπετώσει εδώ, σ’ αυτόν τον φάρο, με μοναδική υποχρέωση να σβήνει το φως το χάραμα και να το ανάβει το σούρουπο. Ένα σώμα κούφιο από μυαλό και αισθήματα, να μετακινείται από το τραπέζι στο κρεβάτι, από το μπάνιο στην αποθήκη. Να τρώει λίγο, να πίνει πολύ να καπνίζει άλλο τόσο. Ένα κούτσουρο απελέκητο, να ανοίγει το στόμα του και να πετάει φαρμάκια, ξεβρασμένος από τον κόσμο και την κοινωνία, εξόριστος να ζει σ΄ αυτό το μοναχικό μαρτύριο που μόνο αυτό τον καταδέχεται.

Έκανε πως έπλυνε τα μούτρα του, περισσότερο από συνήθεια, μειδιώντας μπροστά στο μάταιο της πράξης. Ναι, ο κόσμος τον ξέρασε εκεί, μα αυτό που τον τυράννησε πιο πολύ ήταν που τον απόκοψε η γυναίκα του. Πήρε ένα παλιόρουχο κι έφυγε κρυφά, παρατώντας τον, αυτόν και το παιδί τους, εκεί, στην ερημιά και στη μοναξιά να σαπίζουν ξεχασμένοι. Δεν άντεξε άλλο ξύλο και κατάρα. Το παιδί να μεγαλώνει φαρμακωμένο, αγέλαστο, χωρίς παιχνίδια και χαρές. Ήρθε και το πήρε ο αδερφός του και το μεγάλωσε σαν δικό του, αφήνοντάς τον μονάχο του στη θλιβερή ζωή του.

Πέταξε μια κονσέρβα σε ένα πιάτο και άναψε τσιγάρο κοιτώντας το. Τι ήθελε κι ερχόταν πίσω το παιδί; Τι του ‘ρθε να τον επισκεφτεί να δει τι κάνει; Καλά δεν καθόταν στα αυγά του, μακριά του; Τι του ‘ρθε να μείνει εδώ; Έτσι κατέληξαν όπως κατέληξαν. Να μη μιλάνε μερόνυχτα ολόκληρα, να μην έχουν τι να πούνε εκτός από μαλώματα. Να πιάνουν από ένα δωμάτιο και να παλεύουν να μην ανταμωθούνε. Κι όταν ανταμώνανε να γίνεται πόλεμος κανονικός.

«Εσύ φταις»

«Φταίω που σε μεγάλωσα»

«Η μάνα έφυγε εξαιτίας σου»

«Αχάριστε, έφαγα τα χέρια μου να σε ταΐσω»

«Δεν σ’ αντέχει κανένας, ούτε ο εαυτός σου»

Βρόντηξε το χέρι στο σάπιο τραπέζι και το έσπασε.

«Σκάσε!»

Το παιδί συνέχισε, κάτι του έλεγε τώρα πάλι για την μάνα του, ότι καλά έκανε και τον παράτησε και ότι ακόμη και οι γονείς του οι ίδιοι τον είχαν παρατήσει, ένα απόβρασμα της κοινωνίας, του τα είχε πει ο θείος του, αλλά εκείνος δεν άκουγε. Μόνο βουητά στα αυτιά του, λες και κουφάθηκε, λες και τα αυτιά του σταμάτησαν να ακούνε, μήπως γλιτώσουν το κακό που ερχόταν αλλά εκείνο ήδη είχε ξεκινήσει. Όρμησε στον γιο του και τον πέταξε κάτω. Το στόμα τον έβριζε και τα χέρια του τύλιξαν τον λαιμό του παιδιού και το τίναζαν πάνω κάτω. Ο μικρός να παλεύει, να προσπαθεί να επιτεθεί, να απλώνει τα χέρια του, να μπήγει το δάχτυλο στο αριστερό μάτι του ίδιου του του πατέρα και να το πετάει έξω. Εκείνος να ουρλιάζει από τον πόνο και να βροντάει το κεφάλι του γιου του στο τσιμεντένιο πάτωμα, να ουρλιάζει και να μην ακούει ούτε την ίδια του τη φωνή, να μην βλέπει τα αίματα που έτρεχαν σαν βρύση από το μάτι του στο πρόσωπο του παιδιού, να είναι σε έναν άλλο κόσμο, να μην νιώθει τίποτα μόνο να τον βροντάει στο πάτωμα μέχρι που το κεφάλι του μικρού έσπασε και άνοιξε και ο γιος του δεν μπορούσε ούτε να τον βλέπει ούτε να τον βρίζει πια.

Κοίταξε έξω από το ανοιχτό παράθυρο προς την ανατολή. Έφτασε η ώρα. Έσβησε το τσιγάρο στο γεμάτο τασάκι και σηκώθηκε. Πλησίασε τον διακόπτη και τον γύρισε. Ο υπόκωφος θόρυβος ακούστηκε άλλη μια φορά και ο φάρος έσβηνε καθώς ο ήλιος έβγαινε δειλά δειλά από απέναντι. Οι πρώτες ακτίνες τον έλουσαν σαν να τον έδειχναν μα εκείνος στράβωσε τα μούτρα του αρνούμενος να δεχθεί την νέα μέρα. Γύρισε και κοίταξε προς την κλειστή πόρτα της κάμαρας. Φαντάστηκε τι μπορεί να έχει εκεί πίσω, τι τέρατα κρύβει εκείνη η κλειστή πόρτα που την κοιτάει κάθε πρωί, δέκα μέρες τώρα. Τόσο δειλός ώστε να μην μπορεί να την ανοίξει, να μην μπορεί να σκεφτεί καν σε τι κατάσταση είναι ο γιος του, το βλαστάρι του, σε τι κατάσταση βρίσκεται με ανοιγμένο κεφάλι, να σαπίζει σιγά σιγά, με ένα μάτι πατσαβαλιασμένο στο δεξί του χέρι. Μόνο να παραμένει εδώ, απέξω, φύλακας της πόρτας, ένας φύλακας του σκότους, του κακού, μην τυχόν και ξεφύγει από τον Φάρο και ξαμοληθεί στον κόσμο. Φαροφύλακας του ίδιου του του εαυτού.

Ο φαροφύλακας

του  Γιάννη Μόσχου

© 2019 by Achilleas and Camilo