Κάθε πόλη που επισκεπτόμουν για πρώτη φορά, πίστευα ότι οι κάτοικοί της ήταν κατά βάση καλοί και ευγενικοί. Η ευγένεια και η καλοσύνη «φώλιαζαν» παντού, σε δρόμους, γειτονιές, μαγαζιά, πλατείες και λιμάνια. Ήταν κάτι σαν αξίωμα, σαν άτυπη αξιωματική αρχή που ρύθμισε τις ταξιδιωτικές εξορμήσεις μου, αναγκαστικές (για δουλειές) ή ψυχαγωγικές, για αποδράσεις (για να χρησιμοποιήσω μια κοινότοπη λέξη).

 Αλλά όπως συμβαίνει με όλες τις αρχές και τ’ αξιώματα, καταρρίπτονται σχετικά εύκολα, όταν εισβάλλουν οι αξιολογητές της πραγματικότητας : οι άνθρωποι (ενίοτε και ρινόκεροι, στον κόσμο του Ιονέσκο). Όταν λοιπόν έφτανα στον προορισμό μου, πήγαινα στο ξενοδοχείο μου, κι ύστερα έκανα μια μεγάλη βόλτα στην πόλη. Περπατούσα σε διάφορα κεντρικά σημεία, παρατηρώντας την αρχιτεκτονική και τα πρόσωπα. Προτιμούσα να κάθομαι σε κάποιο ζαχαροπλαστείο ή σε κάποιο καφέ. Γρήγορα όμως επανερχόμουν στον αντικειμενικό κόσμο.

 

Έτσι συνέβη, σαν επισκέφτηκα μια μεγάλη (και τουριστική) πόλη, στον νότια της χώρας.

Από το κατάλυμά μου, περπάτησα προς την κεντρική πλατεία. Ήταν μια πλατεία πολύ ωραία διαμορφωμένη με αναγεννησιακό στυλ. Διάβηκα τις πολύβουες στοές και κάθισα σε μια κεντρική καφετέρια. Βρήκα σχετικά εύκολα μια ωραία θέση και παρήγγειλα τον καφέ μου, έναν ελληνικό, διπλό μέτριο. Οι δύο σερβιτόρες στέκονταν κοντά μου και μιλούσαν για τους φίλους τους (απ’ ό,τι κατάλαβα). Ήταν νεαρά κορίτσια.

  Και ξαφνικά - όχι κι εντελώς ξαφνικά- άρχιζαν τις γκριμάτσες προς το σύμπαν και μετά σ’ εμένα. Σχεδόν ταυτόχρονα, ξεκινούσαν ένα δεύτερο γύρο, ο οποίος αφορούσε τις προσωπικές τους εκμυστηρεύσεις. Ξεδίπλωναν τις θλιβερές-καθημερινές ιστορίες του μικρόκοσμου. Από τα λεγόμενά τους, καταλάβαινες πόσο στερημένες ήταν οι ζωές τους.  Οι μισοδιαλυμένες οικογένειές τους έπαιρναν μέρος στα διάφορα γεγονότα με χυδαίο τρόπο. Περίσσευαν οι κοινοτοπίες και τα ψέματα. Οι διάλογοι κατέρριπταν την εικόνα τής υποτυπώδους καλοσύνης. Κανένα έλεος στην ανθρώπινη αισθητική. Και η απογοήτευση, μαζί με μια δόση πίκρας, περνούσε και στον τόπο. 

  Όλο αυτό το «ταξιδιωτικό αντάμωμα» συνοδευόταν και από τα βλέμματα ενός τύπου, που διαφήμισε τα καλοτροχισμένα δόντια του. Πρέπει να ήταν ο ιδιοκτήτης. Δεν έλειπαν και οι ζητιάνοι από το σκηνικό, κανονική μάστιγα. Διάφοροι τύποι μπαινόβγαιναν, πουλώντας εαυτούς, μαγικά χαρτάκια και  αυτοκόλλητα ευτυχίας. Ο ανθρωπισμός των πόλεων, εξαντλούνταν στις φιγούρες των πλανόδιων σαλτιμπάγκων, των μικροηθοποιών της ελεεινής απληστίας. Οι ταξιδιώτες ήταν απλά  αριθμοί που «καθιερώνονταν» στην αναλογία : έσοδα και έξοδα. Αντανακλαστικά ετοίμαζα το επόμενο ταξίδι μου, με την «αξιωματική» λαχτάρα, κάπως ελαφρά ακυρωμένη. 

Ο επισκέπτης

Του Χριστόφορου Τριάντη

© 2019 by Achilleas and Camilo