© 2019 by Achilleas and Camilo

Το διαμέρισμα μου βρισκόταν στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας στο κέντρο της πόλης. Το καθιστικό κοσμούσαν καναπέδες με χρυσά, ανάγλυφα μπράτσα και βυσινί βελούδο, το κρεβάτι στο υπνοδωμάτιο ήταν τόσο μεγάλο που θαρούσες ότι μπορούσε  να φιλοξενήσει ένα ξευγάρι ερωτευμένων ιπποπόταμων. Σήκωνα τα εξεζητημένα, χρυσοκέντητα  παπλώματα για να χωθώ από κάτω τους και μου φαινόντουσαν σα πλάκες τσιμεντένιες, αλλά στην αγκαλιά τους μπορούσα να κάνω τους πιο ξέγνοιαστους και βαθείς ύπνους. Όλα τα δωμάτια είχαν εντοιχισμένες τηλεοράσεις τριανταεφτά ιντσών και ένα εξ αυτών τρεις συστάδες θέσεων του σινεμά. Το μπάνιο ήταν φτιαγμένο από ακριβό μάρμαρο, οι στρόφιγγες ήταν μπρούτζινες, διέθετε θερμαινόμενο δάπεδο και υδρομασάζ. Αργότερα θα μάθαινα ότι όλη αυτή η πανδαισία ανέσεων άνηκε στον Δικτάτορα, για την ομάδα του οποίου είχα πάρει μεταγραφή…

Ξύπνησα, το πρωί εκείνο,  από ένα δυνατό κρότο. Το δωμάτιο τραντάχτηκε στιγμιαία σαν μια γιγαντιαία γροθιά να είχε κοπανήσει την ταράτσα, ακολούθησε δεύτερος κρότος, το ίδιο τράνταγμα. Και ύστερα ριπές, τάκα, τάκα, τάκα. Σηκώθηκα και πήγα στο καθιστικό, κοίταξα από τη μεγάλη τζαμαρία έξω στο δρόμο. Ήταν αυτή η γειτονιά μου; Παντού καπνοί και φωτιές, οι γωνίες των κτιρίων φαγωμένες, στους δρόμους πλήθος κόσμου με παλαιστινιακά φουλάρια και καλάσνικοφ υψωμένα. Επιχείρησα να βγώ έξω, στο διάδρομο το κοριτσάκι του γείτονα κολυμπούσε σε μια λίμνη αίματος. Μείνε μέσα! Με διέταξε ένας άγνωστος που περνούσε αλαφιασμένος. Προσπάθησα να επικοινωνήσω με τον ατζέντη μου, μα οι γραμμές είχαν πέσει, το ίδιο και το διαδύκτιο. Ένας δυνατός χτύπος ακούστηκε στην πόρτα μου, πίστευα ότι κάποιος είχε έρθει να με σώσει-από τι; Δύο αγριωποί, μπαρουτοκαπνισμένοι τύποι μου ούρλιαζαν στην τοπική διάλλεκτο, είμαι ξένος! Τους αποκρίθηκα Passport! Το είδαν και με άφησαν στην ησυχία μου. Αν ξεμύτιζα θα πέθαινα μου είπαν. Δεν είχα σκοπό τους διαβεβαίωσα.

Υπέθεσα ότι είχε γίνει εξέγερση κατά του Δικτάτορα, θα μου το επαλήθευε ο ατζέντης μου όταν θα ερχόμουν επιτέλους σε επαφή μαζί του- σε μια σπάνια έκλαμψη αποκατάστασης των τηλεπεικοινωνιών. Ακόμα και αν ήθελα ή μπορούσα να βγω δεν ήξερα σε τι ακριβώς θα μου χρησίμευε. Τα μανάβικα και τα σούπερ μάρκετ είχαν κατεβάσει ρολά, οι προμήθειες είχαν εξαντληθεί. Στο ψυγείο μου υπήρχαν δύο φέτες ψωμί και στο ντουλάπι μια κονσέρβα τόνου. Ήμουν ο άνθρωπος που πάντα ψώνιζε για την ημέρα, δεν είχα μάθει ποτέ να προνοώ υπό το φόβο επαναστάσεων, πραξικοπημάτων ή φυσικών καταστροφών . Ο μόνος διάυλος ενημέρωσης που είχα ήταν τα κανάλια κρατικής προπαγάνδας, που εξακολουθούσαν να προβάλουν τα καθιερωμένα σόου και τα απαράλλαχτα διαγγέλματα του Δικτάτορα. Στις ειδήσεις των οχτώ οι μόνες αναφορές που γίνονταν για την κατάσταση έκαναν λόγο για μια μειοψηφία υποκεινούμενων και προβληματικών ταραξιών που είχαν στρέψει τα όπλα εναντίον του λαού και του αρχηγού τους, μόνο που στην πραγματικότητα η μειοψηφία αποτελούσε τον ίδιο το λαό.

Ήμουν πέντε μέρες νηστικός, τα ελάχιστα αποθέματα που υπήρχαν στο σπίτι είχαν ήδη καταναλωθεί από την πρώτη μέρα της εξέγερσης. Η υδροδότηση είχε διακοπεί. Κι όμως, έπρεπε να μείνω μέσα. Κάπου είχα διαβάσει ότι ο άνθρωπος μπορεί να μείνει χωρίς φαί για περίπου τρεις εβδομάδες, αλλά δεν μπορεί να αντέξει χωρίς υγρά περισσότερο από μερικές μέρες. Έπεινα νερό από την τουαλέτα, περίμενα να δω κάποια κατσαρίδα να ξεπροβάλει από το σιφόνι για να την παγιδέυσω και να τη φάω, χρειαζόταν να είναι ζωντανή για να πάρω τη θρεπτική της αξία, είχα διαβάσει στον ίδιο οδηγό επιβίωσης. Ώρες-ώρες παρατησούσα, τα υπερπολυτελή μου έπιπλα, τα χρυσά πόδια του καναπέ, τους πανάκριβους πίνακες, θα μπορούσαν όλα μαζί να ισοδυναμούν με τον ετήσιο προυπολογισμό κάποιας μικρής, τριτοκοσμικής,  χώρας. Αλλά δεν μπορούσαν να φαγωθούν…

Από τη τζαμαρία οι καπνοί υψώνονταν στον ουρανό και μαύριζαν τους φαγωμένους απ’τις σφαίρες τοίχους, τα μικρά παιδιά της γειτονιάς που κάποτε μαζί τους καλαμπούριζα και έπαιζα ποδόσφαιρο ενηλικιώνονταν πρώιμα μαθαίνοντας να τραβάνε σκανδάλη, τα παλιά χαμόγελα τώρα κρύβονταν από αντιασφυξιογόνα φουλάρια κοσμημένα με tribal και επαναστατικά μοτίβα. Η πραγματικότητα δεν μου φανερονώταν μέσα από τις θεόρατες επίπεδες οθόνες, αλλά έξω από την προστατευτική τζαμαρία μου . Τότε, μόνο, κατάλαβα ότι η οργή και ο φόβος δεν είναι παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν, όμως έπρεπε να μείνω μέσα, έπρεπε να περιμένω…

Ο Δικτάτορας

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου