Ο  Άλεξ έχει κάμποση ώρα που στριφογυρίζει με δυσκολία σχεδόν ακαμψίας μέσα στην κρύπτη του. Η άλλοτε, πριν λίγο υγρή και ζεστή φωλιά που του επέτρεπε να ζει χωρίς καμία ενόχληση, παρά μόνο με κάποιες μικρές καούρες στο στομάχι, τώρα ξαφνικά άλλαξε και έγινε ένας στενάχωρος τόπος για να τον αναγκάσει να φύγει. Ακούγονται και κάτι απόκοσμοι ήχοι από κοφτές ανάσες και βογκητά να έρχονται από ένα παράλληλο παρόν και τον κατέκλυσε ένα ακατάληπτο αίσθημα ανησυχίας. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε έντονη πίεση και ταυτόχρονα μία δυσφορία αλόγιστη. Πώς όμως αυτός ο φιλόξενος κόλπος θαλπωρής και ζεστασιάς τώρα ξαφνικά στέγνωσε, στράγγιξε σχεδόν από το υγρό παχύρευστο περιεχόμενο που περιέκλειε τον Άλεξ και φρόντιζε για όλες τις ανάγκες του καθώς εκείνος το άγγιζε, το ανέπνεε βγάζοντας μπουρμπουλήθρες και το γευόταν με λαχτάρα κάθε πρωί που άνοιγε τα μάτια του. Αναρωτιόταν πώς από αυτή τη ζωτική ουσία αμνιακής ευφορίας τώρα έχουν μείνει δύο στρώματα συμπαγή που κλείνουν γύρω του και τον πιέζουν υποχρεώνοντας τον να σέρνεται ανάμεσα τους προς μία άγνωστη για εκείνον κατεύθυνση. Α, ένα και ένα κάνουν δύο σκέφτεται ο Άλεξ και αφού βλέπει ότι  στένεψε πολύ η κατάσταση αρχίζει να σπρώχνει, να σκουντάει, να κλωτσάει, να μπαίνει σε ένα ακόμα πιο στενό πέρασμα που όμως δείνχει ότι με κάμποσο κόπο τελικά ίσως οδηγεί σε κάποια έξοδο και ξαφνικά υπεράνω πάσης αναγγελίας ή αντίληψης που έχει, νιώθει να τον αποκολούν με βία από το σώμα του και να τον τραβούν ψηλά, όπου τον κυριεύει πρώτη φορά ο ίλιγγος μιας ανεξέλεγκτης αιώρησης. Ο ίδιος τώρα ένα ακρωτηριασμένο μέλος που ενώνεται μόνο με μία σάρκινη κλωστή από το υπόλοιπο σώμα ώσπου κάποιος την κόβει και τελικά τον αφήνει μετέωρο και παγωμένο, ένα καινούριο πλάσμα που γεννήθηκε προδιαγραμμένο να αυτονομηθεί ή να σταματήσει την ύπαρξη του, δεν ξέρει ακόμα, η επίγνωση και η συνείδηση είναι μόνο δύο αυθόρμητα παιδιά που τρέχοντας χτυπούν τα κεφάλια τους σε τοίχους και σκάλες και περιμένουν να περάσει ο πόνος για να το ξανακάνουν. Το κορμί του ή το κομμένο μέλος, δεν γνωρίζει ακόμα και ο ίδιος τι είναι, συσπάται από αναφιλητά με τα πνευμόνια του ακατάσχετα να εκλιπαρούν για οξυγόνο. Τελικά τον αποθέτουν πάνω στο υπόλοιπο σώμα, που τώρα το αισθάνεται πρώτη φορά από έξω, κρύο και μαλακό, να πάλλεται σχεδόν απέραντο, με την απουσία της υδάτινης αμεσότητας που μέχρι τότε έθετε τα όρια και πληρούσε τη ζωή του. Καθώς όμως δύο χέρια τον αγκαλιάζουν εκείνος ζαρώνει πάνω στο εξωτερικό αυτό περίβλημα που τελικά αποπνέει την οσμή από μια οικειότητα που τον ηρεμεί.

Και κλείνοντας τα μάτια του σταματάει πάλι να νιώθει και κοιμάται. 

Ο Άλεξ

του Βασίλη Μπαρούτη

© 2019 by Achilleas and Camilo