"Με αναπαύουν, άλλωστε, όλοι οι έρημοι και σκοτεινοί δρόμοι. Μόνο καθώς βαδίζεις σ' αυτούς, μπορεί κάτι το ελπιδοφόρο να προβάλει εντός σου και κάπως να ημερέψει η ψυχή".

(Γιώργος Ιωάννου)

 

1.

Ξεκίνησα τον Ιούλιο του 2013 να δουλεύω ως ψητάς. Το ψητοπωλείο βρισκόταν σε μια από τις κεντρικότερες λεωφόρους της πόλης, τη Βασιλίσσης Όλγας. Εγώ έμενα εκεί λίγο πιο κάτω με την κοπέλα μου, σε μια πάροδο. Σπούδασα στη Σχολή Θεάτρου και έκανα διατμηματικό μεταπτυχιακό στην Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία, διάβαζα πολύ γιατί το έκανα κέφι, αλλά η Λογοτεχνία γενικά δε βγάζει φράγκα για τις επιχειρήσεις. Αρκεί που καμαρώνουμε για τους Νομπελίστες μας, δεν αρκεί;

Στην αρχή, με είδε ένα παλικάρι γύρω στα 40, με ρώτησε για την εμπειρία μου –που δεν είχα- και μετά από δέκα λεπτά είχε αποφανθεί.

«Προσλαμβάνεσαι. Ξεκινάς Παρασκευή 9 το πρωί».

Ξέχασα να σας πω πως το μαγαζί λειτουργούσε 24/7. Είχαμε πολλή πελατεία. Κάθε δύο ώρες πάντως θα μπορούσα να κάνω διάλειμμα για τσιγάρο. Κάτι είναι κι αυτό.

Εκείνο το διάστημα είχα ξεκινήσει και τη σχέση μου με την Αδαμαντία. Αυτή η κοπέλα δε με άλλαξε απλά, με μεταστοιχείωσε. Πριν ήμουν κάτι σαν μέλος της ερωτικοδιανοητικής ελίτ της πόλης. Διάβαζα όλα τα lifestyle περιοδικά και είχα ξεβλαχευτεί, είχα γίνει βλαχοαμερικάνος και νόμιζα πως ζούσα στο Playboy mansion μαζί με το σωβινιστή και μισογύνη Χιου Χέφνερ. Κορόιδευα σαν ηλίθιους όλους όσους είχαν σταθερό δεσμό και πανηλίθιους όσους παντρεύονταν και στην πλάκα έλεγα ότι ήμουν μέλος οργιαστικής αίρεσης, σαν τον Ρασπούτιν ένα πράγμα. Μετά, όσοι με ρώταγαν για την Αδαμαντία με υπονοούμενα για τη σχέση μας, τους το έκοβα. Αν επέμεναν, τους έκοβα και την καλημέρα. Νόμιζαν ότι εκείνη μου έβαζε λόγια. Πού νά’ξεραν οι κόπανοι...

2.

Η δουλειά ξεκίνησε ρουτινιέρικα. Έπαιρνα παραγγελίες, ετοίμαζα ντελίβερυ. Είχαμε νόστιμα προϊόντα, γουστόζικο σαλόνι, και τα λεφτά έπεφταν βροχή. Εμένα περισσότερο με ένοιαζε που θά’ παιρνα το μηνιάτικο, μνημονιακό-ξεμνημονιακό, τις καθορισμένες μέρες. Η δουλειά τσουλούσε έτσι κάπως ομαλά.

Δεν πέρασαν παρά λίγες μέρες και το παλικάρι που με είχε προσλάβει και έβγαζε το πρόγραμμα –Πολύδωρο τον λέγαν- με κάλεσε να μου πει κάτι.

«Σε θέλουμε να πας άλλη ώρα. Από αύριο θα έρχεσαι 9 το βράδυ. Θα κάνεις τη νυχτερινή βάρδια. Σταθερά».

Το πράγμα μου φάνηκε λίγο περίεργο, αλλά σήμερα «τις δουλειές δε τις διαλέγεις». Έκανα τον Κινέζο και το κατάπια. Η Αδαμαντία με περίμενε το πρωί -μερικές φορές δεν είχε ύπνο, άνεργη κι αυτή- και μετά σηκωνόμουν το μεσημέρι. Στο μαγαζί πήγαινα με το λυκόφως κι έφευγα με το λυκαυγές, που λένε, το πρώτο φως της μέρας. Όταν το είπα στο Νίκο το ντελιβερά, μου είπε με νόημα: «Αδελφέ, η φάμπρικα δε σταματά, δουλεύει νύχτα-μέρα».

Δε δούλεψα παρά δυο-τρεις μέρες (και ένα ρεπό), όταν γύρισα μια φορά και βρήκα την Αδαμαντία ανήσυχη.

«Πέτρο –μου είπε με φόβο που ακόμα θυμάμαι- δε μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ και άνοιξα τις κουρτίνες. Είδα έξω ένα αμάξι με κάποιον μέσα να κοιτάζει προς τα εδώ».

Την αγκάλιασα και της έδωσα –ποιος να μου τό’ λεγε- ένα φιλί στο μάγουλο.

«Μη μου τρελαίνεσαι. Σύμπτωση θά’ ναι. Κυκλοφορούνε διάφοροι περίεργοι τύποι εδώ γύρω».

«Πέτρο, το ίδιο αμάξι ήταν εδώ και χθες και προχθές».

Προβληματίστηκα.

«Είδες μήπως τον οδηγό»;

«Από εδώ ψηλά –το σπίτι όπου μένουμε είναι στο δεύτερο- δε φαίνεται τίποτα καθαρά. Ήταν όμως ένα καινούργιο, μαύρο Audi A3».

Μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά. Είπα στην Αδαμαντία να διπλοκλειδώσει, να βάλει την ασφάλεια και, αν δει πάλι κάτι, να μου στείλει αμέσως γραπτό μήνυμα. Αυτό μπορούσα να το τσεκάρω στη ζούλα ακόμα και ανάμεσα στα διαλείμματα.

Γιατί κάποιος να μας παρακολουθεί; Υπήρχε κάποιος που δε μας χώνευε; Το μυαλό μου πήγε σε όσους έκανα πέρα τελευταία. Λες να μου ετοίμαζαν κάνα χοντροκομμένο χουνέρι; Αυτοί σίγουρα θα νομίζανε ότι η Αδαμαντία ήταν κάνα κοριτσάκι που πετούσε αετό. Και φυσικά πως θα περνούσανε απαρατήρητοι...

 

3.

Το ίδιο βράδυ πήγα στη δουλειά στην ώρα μου. 9 η ώρα νταν. Πάντα υπήρχε νευρικότητα, σήμερα όμως το πράγμα γινόταν έκρυθμο, ξέφευγε εντελώς.

Από ό,τι κατάλαβα, τους την είχε πει ο Πολύδωρος, γιατί αργούσαν να σερβίρουν στο σαλόνι. Ένας άλλος ψητάς που καμιά φορά δουλεύαμε τη βάρδια μαζί παραλίγο να τα βροντήξει και να φύγει.

«Δε θα με τρελάνετε εμένα όπως τον άλλονα να πάω κι εγώ για φούντο»...


Όταν τ’ άκουσα αυτό, πάγωσα. Ήξερα πως υπήρχε μια –πώς να το πω- βαρυθυμία, μια δύσκολη ατμόσφαιρα πότε-πότε. Προστριβές, εριστικότητα αναίτια και τέτοια. Και διάφορα υπονοούμενα. Αλλά νόμιζα ήταν οι συνθήκες εργασίας, τα γλίσχρα μεροκάματα... πρώτη φορά μάθαινα για κάποιον υπάλληλο που, όπως λέγαν, αυτοκτόνησε.

Τον έπιασα αργότερα στο διάλειμμα, να μάθω πιο πολλά. Δεν το περίμενα, αλλά με καθησύχασε.

«Το είπα πάνω στα νεύρα μου, Πετρή, μη χαλιέσαι. Ήταν ψιλο-σάικο τύπος, διάβαζε παραψυχολογία, ποιήματα και τέτοια, περπατούσε σε ερημιές μόνος του σαν τον τρελό και σε κάποια στιγμή που λες απολωλαίνεται και φουντάρει απ’ τον τέταρτο».

«Και πότε έγινε αυτό;»

«Πάει τώρα κοντά ένας χρόνος».

Συνέχισα τη δουλειά και σε λίγο έλαβα μήνυμα:

«Πάλι το ίδιο αμάξι. Έκατσε για κανένα τέταρτο και έπειτα έβαλε μπρος και έφυγε. Σε κάποια στιγμή βγήκε έξω και κοιτούσε τριγύρω και εδώ πάνω επίμονα. Έχω τρομοκρατηθεί».

Τότε το πήρα απόφαση. Θα ζητούσα να αλλάξω βάρδια. Το πρωί έκατσα μετά τη δουλειά και μίλησα με τον Πολύδωρο. Ήταν πολύ αρνητικός ως απότομος.

«Μη ζητάς τέτοια πράγματα από τώρα. Είσαι νέοπας, οι άλλοι είναι εδώ πόσο καιρό και κάνουν ό,τι χρειάζεται, για να βγει το πρόγραμμα».

«Έχω πρόβλημα στο σπίτι. Ίσως η κοπέλα μου κινδυνεύει».

«Κοίτα, δεν ξέρω. Μίλα με το αφεντικό», είπε τελικά δυσαρεστημένος και υπερβολικά –για λόγο που δεν καταλάβαινα- ανήσυχος. Και αυτό έκανα. Ανέβηκα τις σκάλες κατάκοπος –ήταν 8.30 το πρωί- και χτύπησα στο γραφείο του. Απάντησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα.

«Καλώς τον Πέτρο. Κάθησε. Σε τι μπορώ να σε βοηθήσω;»

Κοίταξα ασυναίσθητα γύρω. Όλα στην εντέλεια. Καδραρισμένες φωτογραφίες, προθήκες με ατσάκιστα, γυαλιστερά βιβλία. Ο ίδιος ένας ροδαλός πενηντάρης, με ένα μόνιμα κολλημένο χαμόγελο επιτυχίας στα χείλη.

«κ. Νυχάτε, έχω πρόβλημα και θέλω να αλλάξει η βάρδιά μου, τουλάχιστον για τις επόμενες μέρες».

«Άκουσε, παλικάρι μου. Εγώ είμαι εδώ για σας. Αλλά αυτό που μου λες δε μπορεί να γίνει. Θα αδικήσω τα άλλα παιδιά, που είναι πιο παλιά στη δουλειά. Εσύ μόλις μπήκες».

 «Κοιτάξτε, στην αρχή δε με πείραζε, αλλά έχω...», απάντησα κόβοντάς τον και χωρίς να το καταλάβω ανέβασα τον τόνο της φωνής μου.

«Άκουσε, παλικάρι μου...», είπε και πάλι τώρα ο κ. Νυχάτος που φαινόταν πως είχε πλέον αγανακτήσει, «εγώ δίνω δουλειά σε πόσα παιδιά εδώ πέρα, ταΐζω ανθρώπους και οικογένειες. Μπορούσα να τα αφήνω στην τράπεζα και να παίρνω τόκους ή να τα βάλω στο χαρτοφυλάκιό μου στο Χρηματιστήριο, δε νομίζεις;»

Προς το παρόν, είχα σαστίσει- ο κ. Νυχάτος συνέχισε με ορμητικότητα ακάθεκτη.

«Αλλά το κάνω για σας- για τη νεολαία μας, νά’ χετε δουλειά, ένα μισθό να ζείτε».

«Καλώς, κ. Νυχάτε... καταλαβαίνω πως σας είναι δύσκολο».

Η έκφραση αγανάκτησης παρήλθε και τη θέση της πήρε το ίδιο ψεύτικο χαμόγελο.

«Θέλω να με βλέπετε όχι σαν αφεντικό εδώ, αλλά σαν... σαν πατέρα. Μη διστάζετε να μου λέτε τα προβλήματά σας. Εγώ είμαι εδώ για σας, να το ξέρετε αυτό».

 

4.

Την άλλη βραδιά πήγα στη δουλειά μες στα νεύρα. Ήμουν χάλια και φαινόμουν.

«Τι έχεις;», με ρώτησε ο άλλος ψητάς που χτες παραλίγο να τα βροντήξει επιτόπου.

«Τίποτα», του τσαμπούνησα.

Πήγε 10, 11 το βράδυ, μέχρι που έφτασε 1.30. Τότε πήρα το μήνυμα.

«Είναι το αμάξι πάλι εδώ. Αυτή τη φορά το άφησε, κοιτούσε επίμονα κανένα 20λεπτο  και τώρα περπατάει προς το εγκαταλειμμένο».

Τη δυσκολία την άντεχα, αλλά δεν άντεχα το δούλεμα.

«Έρχομαι σε λίγο», είπα απότομα στο συνάδελφο, πέταξα τα ρούχα της δουλειάς, βγήκα στη Βασ. Όλγας και πήρα την Ανοίξεως, που σε 800 μέτρα έβγαζε στο δρομάκι που έμενα.

Μόλις που πέρασα το εγκαταλειμμένο σπίτι που με κοίταζε χαύνο και βρέθηκα στα 50 μέτρα από το σπίτι μου. Από μακριά είδα το Audi και δίπλα του έναν άντρα να περπατάει προς αυτό. Κοίταζε προς το μπαλκόνι μου. Φαίνεται πως με άκουσε και γύρισε προς τα μένα.

Και τότε το θυμήθηκα. Τις οικογενειακές φωτογραφίες που είχα δει το ίδιο πρωί... σε μια απ’ αυτές, στο φόντο, φαινόταν ένα μεγάλο μαύρο αμάξι. Ήταν το Audi A3 του αφεντικού μου, του κ. Νυχάτου, που τώρα με κοιτούσε με σαστισμάρα και μισάνοιχτο στόμα.

«κ. Νυχάτε, τι σημαίνουν όλ’ αυτά;»

Αυτός πήρε μια έκφραση θλίψης απαρηγόρητης και με κοίταξε έτοιμος να βάλει τα κλάμματα.

«Άκουσέ με, παλικάρι μου. Τα έκανα όλ’ αυτά για να σε προστατέψω».

«Τι... τι εννοείτε;», είπα, μη πιστεύοντας στ’ αυτιά μου, με μια για λίγο ηττημένη παρόρμηση να τον αρπάξω απ’ το γιακά και να του δώσω αλλεπάλληλα κροσέ που σίγουρα θα τον άφηναν με ραγισμένα δόντια.

«Αυτές τις μέρες συμπληρώνουμε ένα χρόνο από τότε που αυτοκτόνησε το άλλο το παλικάρι, ο υπάλληλος που δούλευε σε μας. Από την πρώτη στιγμή που ήρθες στο μαγαζί σε είδα και μου θύμησες εκείνον: είχατε το ίδιο -πώς να σου πω- ονειρικό βλέμμα. Ήταν σα να ξανάρθε ο ίδιος να δουλέψει στο μαγαζί».

Ένιωθα το κεφάλι μου να πάει να εκραγεί. Το έστρεψα προς τα κάτω και μετά καταπάνω του.

«Και τι έχουν να κάνουν όλ’ αυτά με αυτό που σας ζήτησα; Τι κάνετε εσείς εδώ τέτοια ώρα;»

«Ο Τίμος –το άλλο παιδί- πήγαινε συνέχεια νυχτερινούς περιπάτους. Συνέχεια! Ήταν αιθεροβάμονας, το καταλαβαίνεις;;;


Προσπάθησα να τον συνετίσω. Του είπα να μην είναι περίεργος... να κοιτάζει τη δουλειά του, τις σπουδές του, πώς να γίνει ανταγωνιστικός στην κοινωνία που ζούμε, πώς να εξελιχθεί στη ζωή του. Τον είχα σα γιο μου».

Νόμιζα ότι έβλεπα όνειρο, ότι ζούσα σε υπερρεαλιστικό ποίημα του Έκτορα Κακναβάτου ή του Σαχτούρη.

«Για αυτό και σένα σε έκοψα απ’ αυτά. Νά’ χεις δουλειά τις νύχτες, να επιστρέφεις εδώ –έκανε δείχνοντας με τα χέρια του τον ουρανό, τον περιβάλλοντα χώρο με την απαράμιλλη εκείνη την ώρα γοητεία- τη μέρα, να μην σε απασχολούν άλλες σκέψεις, να κοιτάζεις πώς θα πας μπροστά... για να μην καταστραφείς κι εσύ όπως εκείνος!», κατέληξε σε τόνο υπερδραματικό.

Εκείνη τη στιγμή έλαβα μήνυμα. Ήταν από τον άλλο ψητά που δουλεύαμε μαζί.

«Κοίτα, Πέτρο, σου είπα ψέματα για το άλλο παιδί που αυτοκτόνησε. Ήτανε πολύ φτωχός ο κακομοίρης. Το αφεντικό τον πίεζε πάρα πολύ. Του επέβαλε να κάνει απλήρωτες υπερωρίες, του κολλούσε τα μισά ένσημα από όσα είχε συμφωνήσει, τον καλούσε πάνω και του τά’ ψελνε χωρίς λόγο κάθε τόσο. Έφτασε σε κάποια φάση τρέλας να του κάνει μέχρι και σαμποτάζ στο αμάξι- το είδαμε με τα μάτια μας. Στο τέλος, απλά τα είδε όλα και φουντάρησε. Σ’ αυτό συμφωνούμε όλοι –ό,τι κι αν σου έχουνε πει, επειδή πιέζονται- εδώ μέσα.

Πρόσεχε, αδελφέ, μην τα δεις όλα και εσύ...»

Τότε πραγματικά ζαλίστηκα- και περίμενα τα πάντα. Ο Νυχάτος που με κοίταζε με ένα χαμένο και απελπισμένο βλέμμα πήγε να έρθει προς το μέρος μου ανοίγοντας την αγκαλιά του κι εγώ άνοιξα διάπλατα τα χέρια μου με βλέμμα αυτολύπησης, σχεδόν απόγνωσης.

Όταν ήρθε κοντά, τον έσπρωξα προς τα πίσω. Έπεσε στο πάτωμα δίπλα στο μαύρο Audi, τον καρπό του ματωμένου χρήματός του. Στο βλέμμα μου –πρέπει να ήταν τρομακτικό ακόμη και για μένα τώρα που το σκέφτομαι- φαινόντουσαν όλα. Είχε εξωθήσει έναν υπάλληλό του στην αυτοκτονία και αντί να καταλάβει το λάθος του, το είχε απωθήσει και δημιουργήσει αντ’ αυτού μια βολική ιστορία: το παιδί ήτανε προβληματικό, νεραϊδοπαρμένο, χανότανε τις νύχτες σε περιπάτους. Ο ένας χρόνος από το θάνατό του πρέπει να ήταν ο καταλύτης της επαναφοράς των αβάστακτων ενοχών. Τα λόγια που είπα μετά δεν ξέρω ακόμη πώς τα είπα.

«Άκου, ψευταρά... τα ξέρω όλα. Κοίτα πώς μπορείς να επανορθώσεις για τα εγκλήματά σου. Μόνο έτσι θα βρεις τον εαυτό σου. Δε σε χρειάζεται κανείς. Εσύ τους χρειάζεσαι. Αλλιώς αυτά που έκανες δε θα μείνουν ατιμώρητα... με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Με μένα έχεις τελειώσει».

Δε θυμάμαι αν τον έφτυσα, αλλά εκείνος σοκαρίστηκε τόσο που έμεινε με το χέρι του σηκωμένο και ένα βλέμμα αγωνιώδες, σαν να έσκαγε μπροστά του μια αστραπή. Τώρα που σας τα λέω, σχεδόν τον λυπάμαι- ήταν κι αυτός θύμα…

Από ό,τι μου είπαν, μετά από ένα διάστημα παραιτήθηκε, μεταβίβασε τη διαχείριση στον αδερφό του, που ήτανε συνιδιοκτήτες. Σήμερα, όταν περνάμε από εκεί με την Αδαμαντία, βλέπω τα παιδιά να με χαιρετάνε με ένα πλατύ εγκάρδιο χαμόγελο...

Νυχτερινή βάρδια

του Γιώργου Νεκτάριου Παναγιωτίδη

© 2019 by Achilleas and Camilo