Ονομάζομαι Λευτέρης Ποντικάκης και τα χρόνια που έζησα πριν από αυτή την περιπέτεια στην ίδια γειτονιά δεν κρύβουν τίποτα διαφορετικό από τους περισσότερους από εσάς πέρα από μια σύντομη νοσηλεία σε ψυχιατρικό ίδρυμα για την οποία δεν μιλάω πολύ. Γενικά δεν μιλάω πολύ ίσως γιατί δεν μου απευθύνουν εύκολα το λόγο.

Ήμουν από τους προνοητικούς και φιλήσυχους κάτοικους της νέας πόλης. Κάθε πρωί λάτρευα να βλέπω τον ήλιο να σηκώνεται από την σωστή πλευρά του κόσμου που είχα φτιάξει και ακολουθούσα με τα μάτια την ίδια διαδρομή, στον κοινό ουρανό, κάθε μέρα, προς την ετέρα σωστή πλευρά, οι λέξεις ανατολή και δύση και οι έννοιες τους είχαν χαθεί εδώ και μερικές δεκαετίες, κανείς δεν τις χρησιμοποιούσε πια, η γη αποδείχτηκε επίπεδη και ο ήλιος τις νύχτες έπεφτε στην λήθη των ονείρων.

Τα πρωινά έκανα και κάτι άλλο, έβγαζα από την σκιά τις πρασινάδες του κήπου να λιαστούν, παρόμοια έπρατταν και οι γείτονες σε αυτήν την κοινότητα της νέας πόλης. Όλα ήταν ρυμοτομημένα σε τετράγωνα και στο κέντρο τους κατοικούσαμε σε συγκροτήματα μεζονέτων με κήπους τριγύρω και κοινή είσοδο σε απόσταση από τους δρόμους κυκλοφορίας. Πιο μακριά από τους κήπους και πριν την έκταση των αστικών καλλιεργειών με τους ποδηλατοδρόμους βρίσκονταν ένα χαμηλό τοιχίο με το κεμέρι στο οποίο κατέληγαν όλες οι υδρορρόες. Κόκκινοι και πορτοκαλί κυπρίνοι κολυμπούσαν και χάνονταν μαζί με το βρόχινο νερό και τα μπουγαδόνερα σε βαθιές καταβόθρες.

Άκουγα ώρα πριν το ξημέρωμα πόρτες να χτυπούν, πατζούρια ν’ ανοίγουν, τα καζανάκια πίσω από τους λεπτούς τοίχους και τελικά τα “καλημέρα” με τα παιδιά και ετοιμαζόμουν για την μοναδική καθημερινή μου έξοδο από το σπίτι. Για τις προμήθειες του εικοσιτετράωρου.

Εγκληματούσε η άνοιξη που για όλα ζητούσε δύο, πάνω στην μοναξιά μου, αλλά είχα κι εγώ για συντροφιά μια αποικία άσπρων μικρών ποντικιών που αβγάτιζαν μέσα σε ένα ανοιχτό βαρέλι με διάτρητο πάτο, τοποθετημένο πάνω σε ένα χαμηλό σιδερένιο τρίποδο, στο υπόγειο της μεζονέτας. Φερμένα από χώρα εξωτική, έτρωγαν ότι έπεφτε μέσα και τα υπολείμματα έπεφταν με την σειρά τους από τις τρύπες του πάτου στο πάτωμα.

Όπως κάθε πρωί, πριν την έξοδο μου, κατέβηκα στο υπόγειο, έσκυψα στο βαρέλι και έπιασα ένα ποντικάκι χαδεύοντας απαλά την ράχη του, του σιγοψιθύρισα δυο τρεις φορές …”nice mice” …“nice mice” για να ηρεμήσει και το έβαλα, επαναλαμβάνοντας την φράση …”nice mice” στην τσέπη του φθαρμένου μου σακακιού.

Λίγο περπάτημα με χώριζε από τον εμποροβιοτεχνικό τομέα της κοινότητας. Χαιρέτησα τους φίλους και συγγενείς στο παπλωματάδικο, πέρασα από το συνεργείο που έφτιαχνε τα μηχανάκια και τα ποδήλατα προσέχοντας μην γλιστρήσω στα μηχανόλαδα τα ανακατεμένα με βαμβακερά στουπιά πεταμένα στο πεζοδρόμιο. Τόσα στουπιά από βαμβάκι που σίγουρα ήταν λάφυρο από το παπλωματάδικο που προηγούνταν. Έγνεψα με το κεφάλι στον μπακάλη που με εξυπηρετούσε πριν χρόνια, τον άφησα όταν έμαθα πως κρατούσε φιξάκια και χάπια ναρκωτικά κάτω από τον πάγκο με την ταμειακή και προχωρώντας ευχήθηκα να μου χαμογελάσουν σήμερα τα τρία μανεκέν στην βιτρίνα της μπουτίκ.

Έφθασα επιτέλους στο κεντρικό κατάστημα, ζήτησα τα τσιγάρα μου, τον καφέ μου, μέτριο προς το γλυκό με στέβια και λίγο γάλα, διάλεξα μικρά γλυκά και πατατάκια. Τα έβαλα σε χαρτοσακούλα και για να πάρω θάρρος την πρότεινα δώρο στο ορφανό του μπάτσου της κοινότητας που χάζευε εκείνη την στιγμή τα αυτοκινητιστικά περιοδικά. “Παιδί μου αυτά είναι για τον ξεχωριστό σου πατέρα, κάποιος πρέπει να πληρώνει το δάνειο του…” βγήκε από το στόμα μου αλλά με κάποια αμφιβολία….

Βρήκα την αυτοπεποίθηση μου μαζί με τους ξηρούς καρπούς για την αποικία των ποντικιών μου και διάλεξα κατεψυγμένο φαί για γεύμα το μεσημέρι. Χάθηκα για λίγο από τα μάτια της υπαλλήλου και άφησα –όπως κάθε μέρα με καθησυχαστικά λόγια, το ποντίκι από την τσέπη μου χαμηλά στα ράφια … …”nice mice”  …”nice mice” .

Πλήρωσα όπως πάντα με κάρτα, το ίδιο σχεδόν ποσό πάντα κι εκείνη την στιγμή θυμήθηκα την αιτία της παραξενιάς μου αυτής και με έναν λυγμό σκέφτηκα πως ίσως δεν θα έπρεπε να εκδικηθώ την κοινότητα με τόσο σκληρό τρόπο.

Πριν την μεγάλη οικονομική κρίση, όταν το κεντρικό κατάστημα ήταν απλά ένα συνοικιακό mini market είχα βάλει ένα παρόμοιο μικροποσό χρέος αλλά οι δυσκολίες των ημερών εκείνων με καθυστέρησαν πολύ από το να το αποπληρώσω.

Από τότε είχαν αλλάξει όλα, είχε εγκαθιδρυθεί η νέα πόλη με τις κοινότητες και τις ζώνες της αγοράς, είχε μπει τάξη στην διαφθορά και στα δάνεια αλλά αφού τέτοια χρέη είναι χρέη τιμής συνεχίζω να πληρώνω το ίδιο ποσό, προσαρμόζοντας κάθε φορά τις ανάγκες μου και φυσικά και τα ψώνια μου αφού θέλω να πειστούν πως είμαι ο καλύτερος πελάτης. Στην πραγματικότητα δεν με ένοιαζε τι ήταν, κεντρικό κατάστημα ή mini market, εγώ ήθελα να κλείσει και μαζί κι όλη η εμποροβιοτεχνική ζώνη. Η περηφάνια μου είχε πληγωθεί ανεπανόρθωτα. Προτιμούσα μάλλον τον παλιό μου μπακάλη κι ίσως αυτήν την φορά να δοκίμαζα ναρκωτικά.

 

Όταν ξέσπασε η επιδημία στην νέα πόλη, οι επιστήμονες και οι ερευνητές προσπάθησαν να απομονώσουν τον ασθενή μηδέν, να βρουν το σημείο διάχυσης της ασθένειας και επέβαλαν περιορισμούς στην κυκλοφορία από τομέα σε τομέα.

Αμέσως μίλησαν για τον αρχαίο Ιό που είχε χτυπήσει την παλιά πόλη εν μέσω εμφυλίου πολέμου. Αυτή την φορά όμως ο Ιός δεν διαδόθηκε από το λιμάνι.

Φήμες λένε ότι τα σημεία από τα οποία η ασθένεια διαδίδεται και μάλιστα πολύ γρήγορα, είναι τα κεντρικά καταστήματα προμηθειών των νέων κοινοτήτων. Αναρωτήθηκα αν υπάρχουν κι άλλοι πικραμένοι που αγαπούν κι ελευθερώνουν ποντίκια. Είναι γεγονός πως η νέα πολεοδομία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κεντρικά καταστήματα.

Τα συμπτώματα της αρρώστιας είναι τρομερά, λένε. Ξυπνάς με δίψα που την νιώθεις συνέχεια και δεν σε φτάνουν δύο λίτρα νερό, που το ζητάς δροσερό σχεδόν παγωμένο αφού στόμα κι οισοφάγος καίνε. Όσο κι αν πιείς δεν ξεδιψάς κι έπειτα είναι κι αυτό το αίσθημα πνιγμού που δεν μπορείς να αναπνεύσεις από το στόμα. Μετά είναι ο κνησμός σε ολόκληρο το σώμα, στις κνήμες, στην μέση, στα πλευρά, την πλάτη, τους ώμους, γεμίζεις θρόμβους και σκληρύνσεις κάτω από το δέρμα που αποκτά μια φολιδωτή όψη δέρματος ερπετού μ’ αγκάθια όπου αυτό κρύβεται κάτω από ρούχο. Έτσι οι άρρωστοι πετάνε τα ρούχα τους και κυκλοφορούν γυμνοί και είναι άσχημοι στην όψη.

Τέλος ανεβαίνει η θερμοκρασία και πεθαίνεις από αιμορραγία του δέρματος λες κι άπειρες μικρές βελόνες μιας σιδερένιας παρθένου σε τρυπούν.

Το ευτυχές είναι πως ο Ιός μεταδίδεται μόνο με την επαφή ή την επαφή με μολυσμένες επιφάνειες. Επιστήμονες και γιατροί ζήτησαν κοινωνική απομόνωση και απόσταση, αναστολή κάθε σωματικής επαφής και πολλές ώρες σε γεμάτες μπανιέρες ή άπειρα ψυχρά ντους. Το νερό στο κεμέρι του τείχους έρεε άφθονο αφού επιστρατεύτηκαν ψυχρολουσίες με τα λάστιχα ποτίσματος σαν ημίμετρο.

Απαγορεύτηκαν τα ζευγάρια, το σεξ, μπήκε σε καραντίνα ο έρωτας. Επιτρέπεται μόνο η ψυχική επαφή και η επαφή με τον θεό του οποίου ο θάνατος από τον Ιό και η ανάσταση του γιορτάστηκαν τα τελευταία δύο χρόνια τέσσερις φορές το χρόνο, μία κάθε εποχή. Οι γιορτές του περασμένου φθινόπωρου μάλιστα συνοδεύτηκαν από ακραίες πράξεις λατρείας όπου οι πιστοί μπουγελώνονταν ομαδικά αλλά και εξεγέρσεις συνωμοτών που αντιδρούσαν στα μέτρα.

Οι κάτοικοι της νέας πόλης έγιναν αποδέκτες ατομικών και κοινωνικών ευθυνών που αφορούσαν τα μέτρα προστασίας που οι επιστήμονες τους καλούσαν να πάρουν. Στην συνέχεια η ευθύνη αφαιρέθηκε από τους κατοίκους, ειδικά όσους δεν αποδείχτηκαν ιδιαίτερα υπεύθυνοι και τους ευάλωτους στην αίσθηση της αφής και την δέχτηκε μια ομάδα νέων ηγεμόνων που πιστεύτηκε πως μπορούσαν να κυβερνήσουν εν ονόματι των πολιτών.

Στην μικρή αγορά, στην ζώνη και στο κεντρικό τοπικό κατάστημα είχαν ήδη πένθη ενώ εγώ, όπως όλες τις εποχές έμενα απομονωμένος μέσα στο σπίτι και τίποτα δεν έμοιαζε πως θα άλλαζε το πρόγραμμα μου με την μοναδική έξοδο και την αποκαθήλωση του ποντικιού της ημέρας. Λίγοι κάτοικοι κυκλοφορούσαν και γίνονταν συνέχεια έλεγχοι αλλά εγώ δεν φοβόμουν. Όλα μου ήταν οικεία και απολάμβανα την ησυχία και τους άδειους δρόμους. Στο βαρέλι οι συγκάτοικοι του γύριζαν γύρω-γύρω και μασουλούσαν όλη την ώρα.

Ότι συνέβη εκείνο το πρωινό με άλλαξε  πάρα πολύ, με έκανε να πιστέψω πως στο υπόγειο μου –που σημειωτέον έχει και δύο μικρά παράθυρα και κλιματισμό ο ήλιος δεν σηκώνεται από την σωστή πλευρά του ουρανού. Το ποντίκι που διάλεξα με δάγκωσε δυνατά στο δάχτυλο. “Nice Mice!” φώναξα, το έβαλα γρήγορα στην τσέπη αλλά ένιωσα ένα τράβηγμα στο ύφασμα που έφαγε και απελευθερώθηκε. Κυνηγώντας το έπεσα πάνω στο βαρέλι που αναποδογύρισε…. “Nice Mice!!” “Nice Mice!!!” ούρλιαζα ενώ τα εκατοντάδες ποντίκια δοκίμαζαν τους κοπτήρες τους πάνω μου….

Ήταν το πρώτο πρωινό εδώ και χρόνια που δεν βγήκα από το σπίτι. Την γλίτωσα φθηνά από τα ποντίκια, αναγκάστηκα να εκτρέψω με ένα μακρύ σωλήνα το νερό που έτρεχε στο κεμέρι μέσα στο υπόγειο για να τα πνίξω και το πρώτο πράγμα που έκανα όταν βρήκα καθαρά και στεγνά ρούχα ήταν να αγοράσω μια μεγάλη παχιά άσπρη γάτα της οποίας φόρεσα μια χρυσή αλυσίδα στο λαιμό. Φοβόμουν και εγώ ο ίδιος το συνοφρυωμένο βλέμμα της αλλά την έπαιρνα μαζί μου στις εξόδους μου για το κεντρικό κατάστημα ελπίζοντας πως κάποτε αυτή η ιστορία με τον Ιό θα τέλειωνε αφού θα έπιανε τα ποντίκια και η ζωή όλων θα αναδιοργανώνονταν. Κάτι για το οποίο είχε πάρει ήδη την ευθύνη και η ομάδα των νέων ηγεμόνων που ανέλαβε την εξουσία και τον έλεγχο. Κανείς δεν είχε πίστη στις δυνατότητες της κοινωνίας και των παλιών πολιτικών του συστήματος που τώρα ξανακατέρρεε.

Ξαναέβαλα χρέη, πήγα και στον παλιό μου μπακάλη, δοκίμασα και ναρκωτικά, όλα για να ξεχάσω την επίθεση των ποντικιών και τον αλλόκοτο παλιό εαυτό μου.           

Nice mice

του Νίκου Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo