Πίνει κονιάκ και μου λέει πως είναι σχεδόν εθισμένη στο συγκεκριμένο ποτό. Όταν έρχεται σπίτι, κάθεται στο χαλί, βγάζει τις μαύρες γόβες και ζητάει «μπράντι με πάγο». Λίγο παρωχημένη ως προτίμηση, όμως, κατά μία άποψη, ενδεδειγμένη, ίσως και δηλωτική. Παρασύρομαι κι εγώ που δεν πίνω άλλο από κρασί, να τη συνοδεύσω με μια δόση δεκάστερο στο γνωστό ποτήρι σε σχήμα τουλίπας. Μένω καθιστός στον καναπέ και εκείνη ξαπλωμένη στα πόδια μου, ξυπόλυτη με τις μαύρες νάιλον κάλτσες και το μαύρο ταγιέρ, τρίβει τα πέλματά της πάνω στο χαλί. Ο στατικός ηλεκτρισμός διαχέεται και το σώμα της βγάζει σπινθήρες. Ακουμπάω τα πέλματά μου στα δικά της. Φοράς τις μαύρες γόβες της, τις δοκιμάζεις κάθε φορά που θα βρεθείτε, τις πιέζεις να χωρέσουν στα πέλματά σου, με ένα κουτάλι τις ανοίγεις, τις ξεχειλώνεις, σφίγγεις τις πατούσες σου, προσπαθείς να τις τυλίξεις, να τις κάνεις ρολό τις πατούσες σου, να μικρύνουν, να μικρύνουν, να κοπούν, να τις κόψεις, να χωρέσουν μέσα στα μυτερά παπούτσια με το ψηλό τακούνι, δεκάποντο τακούνι, τακούνι ξιφοειδές, πατάς πάνω τους, περπατάς πάνω τους, τις λιώνεις, εκείνη γελάει, το γέλιο της γλιστράει στο κόκκινο κραγιόν, ανυπομονείς κάθε φορά να τη δεις, να φορέσεις τις μαύρες γόβες της και να γυρνάς μέσα στο σπίτι, περπατάς άτσαλα, στραβοπατάς σε κάθε βήμα, γελάς κι εσύ, είσαι χαρούμενος, έχεις κερδίσει, κερδίσει, κερδίσει, σιγοτραγουδάς τα λόγια σαν σε παιδικό τραγούδι.

 

Πριν από δύο μήνες, στεκόταν πάνω από το σκαμμένο χώμα. Ο παπάς έψαλλε τα συνηθισμένα κι εκείνη σκούπιζε τη μύτη της με ένα λευκό μαντήλι. Έδειχνε πολύ κομψό σε σχέση με τα φτηνά χαρτομάντιλα. Πίσω της, μια ακολουθία από μαυροφορεμένες. Μαύρα φορέματα, χωρίς κάλτσες, μαύρες φούστες μακριές ως τον αστράγαλο, ως λίγο κάτω από το γόνατο, ως λίγο πάνω από το γόνατο, μαύρες μπλούζες κλειστές ως το λαιμό, μπλούζες με ελαφρύ ντεκολτέ, πουκάμισα, μαύρα πουκάμισα με ένα κουμπί κουμπωμένο παραπάνω ή ένα παρακάτω. Δηλώσεις πένθους που ξεχειλίζει. Πένθους αποκαλυπτικού και αποκαλυμμένου. Η επιφάνεια λευκής επιδερμίδας που αφήνεται να φανεί σε αυτές τις περιστάσεις είναι συνήθως μικρή, όμως αρκετή για να τραβήξω το βλέμμα μου από το νεκρό και να ξεχαστώ πάνω της. Την είδα για πρώτη φορά με τις μυτερές μαύρες γόβες, τα τακούνια τους χώνονταν στο χώμα και γέμιζαν λάσπη. Ήταν η χήρα. Φορούσε μαύρες κάλτσες, τις μαύρες νάιλον, το μαύρο ταγιέρ, μεσάτο όσο έπρεπε, ως το γόνατο όπως έπρεπε, με ένα κουμπί ξεκούμπωτο στο ντεκολτέ, όπως ίσως δεν έπρεπε και με τα συνηθισμένα μαύρα γυαλιά πίσω από τα οποία αναμέναμε να τρέχουν σταγόνες δάκρυα. Δάκρυα αφιερωμένα στον αποδημήσαντα. Τις Κυριακές, σ’ αρέσει να τριγυρνάς ανάμεσα στους τάφους, σ’ αρέσει, σ’ αρέσουν οι χήρες, τα μνημόσυνα, οι χήρες, οι κηδείες, οι φιλενάδες της χήρας, πιέζει με τα πόδια της το χώμα, το πατάει, οι γόβες της λερώνονται, το χώμα θα πέσει μέσα στον τάφο, θα θάψει το νεκρό, θα τον χώσει βαθιά, εκείνη έχει δουλέψει το χώμα με τα πόδια της, το έχει σκαλίσει, το έχει ισιώσει, φοράει μαύρα γυαλιά, κλαίει, ίσως, μπορεί, δεν κλαίει, ο νεκρός φοράει κι αυτός μαύρα γυαλιά, αυτή φοράει μαύρο εφαρμοστό ταγιέρ, τον θάβουν με τα μαύρα γυαλιά, αυτή κρατάει κόκκινα τριαντάφυλλα, του τα ρίχνει στον τάφο, κόκκινα, μπορεί και λευκά, κόκκινα με αγκάθια, λευκά με αγκάθια, τα ρίχνει στον τάφο, εσύ στέκεσαι, μπερδεύεσαι με τον κόσμο, παριστάνεις το φίλο, η λευκή επιδερμίδα, οι μαύρες νάιλον κάλτσες, η λευκή επιδερμίδα, τις παίρνεις μαζί σου στο σπίτι, τις εικόνες, τις παίρνεις μαζί σου, τις έχεις συντροφιά όλη την εβδομάδα, μέχρι την επόμενη Κυριακή.

 

Έκατσα στον καφέ. Μου έδωσαν μέτριο. Είχα ζητήσει σκέτο. Ο νεαρός που σέρβιρε στα άσπρα πλαστικά ποτήρια, τα είχε χαμένα. Τρεις κηδείες μαζί, τους συγχωρούσαμε με μαυροζούμι, φτηνό κονιάκ και άνοστα παξιμάδια. Τίποτα το ασυνήθιστο ή το ξεχωριστό, τίποτα που να διαφοροποιούσε τη μία κηδεία από την άλλη. Όλα ίδια, κοινά, με μικρές μόνο παραλλαγές. Τα παξιμαδάκια των διπλανών ήταν πιο φρέσκα, το κονιάκ τους όμως κάκιστης ποιότητας, χύμα, ούτε ένα αστέρι. Εκείνη φορούσε διαρκώς τα μαύρα γυαλιά. Ήταν μεγάλα, τετράγωνα, με δυο ασημένιες λωρίδες στις επάνω γωνίες.  Κάλυπταν το μισό της πρόσωπο, κάτω ως τα ζυγωματικά. Τα φοράει στις συναντήσεις μας, ακόμα και μέσα στο σπίτι. Μου είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι δεν θα τα έβγαζε καθόλου. Φυσικά δέχτηκα. Έδειχναν ακριβά, ό,τι φοράει δείχνει ακριβό, όχι εξεζητημένο. Η αισθητική της διαρκώς με εντυπωσιάζει, δεν είναι μια απλοϊκή γυναίκα, μια λαϊκή γυναίκα, είναι μια φίνα γυναίκα, όχι ότι θα με πείραζε ιδιαίτερα το αντίθετο. Ήταν θλιμμένη, δεν το αμφισβητώ. Το καταλάβαινα ή μάλλον το αισθανόμουν, ήταν επαρκώς θλιμμένη, έπινε κονιάκ, το βλέμμα της μπορεί και να είχε θολώσει. Τη συλλυπήθηκα, μου έδωσε το χέρι, ένιωθα ότι σφραγίζαμε μια συμφωνία. Ήταν πολύ απλό, συνεννοηθήκαμε, κλείσαμε όλες τις επόμενες Κυριακές. Της ζητάς να γδυθεί, όχι όλα, να μείνει με τα εσώρουχα και τις νάιλον κάλτσες, το σακάκι είναι στενό, στη μέση πιο πολύ, πέντε κουμπιά, χώνεις τα χέρια σου στα μανίκια, τα πιέζεις να χωρέσουν, είναι στενά, είναι στενό, σφίγγει τα μπράτσα σου, το αίμα κόβεται, δεν κυκλοφορεί, σε πονάνε τα μπράτσα, η πλάτη σου λυγίζει, μελανιάζει, διπλώνεται, το πιέζεις, προσπαθείς να χωρέσεις μέσα στο μεσάτο σακάκι, σκίζεται, ανοίγει στις ραφές, σπρώχνεις, βιάζεις, γίνεται κομμάτια, επιτέλους σου κάνει, επιτέλους το κουμπώνεις, το πάνω κουμπί όχι, τώρα τη φούστα, ανοίγει στο πλάι, χαλάει το φερμουάρ, τα καταφέρνεις, την ανεβάζεις ως τη μέση, δεν κουμπώνει, σπρώχνεις, βιάζεις, γυρνάς στο σπίτι με τις στραπατσαρισμένες γόβες και το κομματιασμένο ταγιέρ, εκείνη καπνίζει και γελάει, σε κοιτάει και γελάει, είναι με τα εσώρουχα και τις νάιλον κάλτσες, τη φιλάς, πατάς τα χείλια της, το κόκκινο κραγιόν της περνάει στα δικά σου, είσαι πασαλειμμένος με κραγιόν, η εμφάνισή ολοκληρώθηκε, βάζεις δεύτερο κονιάκ, τσουγκρίζετε και πίνετε μονορούφι.

 

Τελειώνουμε το μπουκάλι με το κονιάκ. Οι Κυριακές έχουν αλλάξει εντελώς. Έχουν γίνει πιο σκοτεινές, πιο σκούρες, σκούρες από το πολύ λευκό. Δεν βρίσκω κάτι το περίεργο σ’ αυτό, τίποτε το αφύσικο. Ήταν επιλογή δική μου, προσωπική, οπότε αδυνατώ να διατυπώσω κάποιο παράπονο απέναντι στον οποιονδήποτε, πόσω μάλλον απέναντι σε μένα. Οι μετανοούντες αμαρτωλοί με απωθούσαν και με απωθούν. Προτιμώ στο κυνήγι της απόλαυσης οι θύτες και τα θύματα να είναι απροσδιόριστοι. Δεν βρίσκω θέση για τη μετάνοια σ’ αυτό το κυνηγητό, δεν της το επιτρέπω, απλώς εξευτελίζει τα συγκρουόμενα μέρη. Το όποιο μέλλον αν και προδιαγεγραμμένο είναι ευπρόσδεκτο. Ανοίγω και δεύτερο μπουκάλι. Το φως γίνεται όλο και πιο έντονο, διαπεραστικό, πιο λευκό, πιο κόκκινο, πιο λευκό, το φως έχει δυναμώσει τελευταία, κάτι καταλάβαινες από την αρχή, δεν ήσουν σίγουρος, κάτι είχες καταλάβει, έβλεπες καλύτερα, ήταν ωραία, ήσουν χαρούμενος, έβλεπες καλύτερα, στην αρχή, πολύ φως, πολλά να δεις, ήταν ωραία, όλο δυνάμωνε και δυνάμωνε, τα μάτια σου άρχισαν σταδιακά να πονάνε, κόκκινα, κόκκινα μάτια, κόκκινα σαν το φως που έπεσε πάνω από την πόλη, όχι πάνω από την πόλη, δεν είναι αλήθεια, πάνω από το κεφάλι σου ήρθε κι έκατσε και μετά σε τύλιξε, τόσο λαμπρό, τα μάτια σου πρήστηκαν, γέμισαν δάκρυα και τσίμπλες, κλείστηκες στο σπίτι, τα ρολά κατεβασμένα, οι λάμπες σβηστές μα το φως δεν έλεγε να σβήσει, της ζήτησες τα γυαλιά της για να μπορέσεις λίγο να τη δεις, σου τα δίνει, τα φοράς, τη βλέπεις, φοράς τις γόβες της, φοράς το ταγιέρ, είναι στενό, η φούστα είναι στενή, τα τακούνια έχουν λυγίσει, δεν βλέπεις τίποτε άλλο, βλέπεις μόνο εκείνη, στέκεσαι όρθιος, κουνάς το δεξί πόδι, περπατάς, ένα βήμα, καταφέρνεις ένα βήμα μόνο, γκρεμίζεσαι, εκείνη είναι ξαπλωμένη και γελάει, για πρώτη φορά τα μάτια της είναι γυμνά, χωρίς τα γυαλιά, πετάνε φως, δεν προλαβαίνεις να διακρίνεις το χρώμα τους, το φως σε τυφλώνει, τσακίζεσαι, τα κόκαλά σου θρυμματίζονται ένα-ένα, δεν βλέπεις παρά μόνο μαύρο, βγάζει από την τσάντα της ένα δεύτερο ζευγάρι μαύρα γυαλιά, τα φοράει, θα σε θάψει με τα μαύρα γυαλιά και το καλό σου κουστούμι, στο φέρετρο θα χαμογελάς, εκείνη θα κρατάει λευκό μαντήλι, στο φέρετρο θα χαμογελάς και θα φοράς μαύρα γυαλιά.

Μπράντι με πάγο

Της Φωτεινής Τέντη

© 2019 by Achilleas and Camilo